/*--

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Οἱ τελευταῖοι μῆνες τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ ἁγίου Πορφυρίου στὰ Καυσοκαλύβια

Θὰ ἦταν περίπου 18 χρονῶν ὁ ἅγιος, ὅταν ἐξ αἰτίας τῶν ἀσθενειῶν τοῦ σώματος ἐξαναγκάστηκε ἀπὸ τοὺς καλοὺς Γεροντάδες του νὰ κατέβει ἀπὸ τὰ Καυσοκαλύβια στὴν Εὔβοια, στὸ πατρικό του σπίτι. Ὕστερα ἀπὸ 5-6 χρόνια σκληρῆς καὶ ἐπίπονης ἄσκησης καὶ τελείας ὑπακοῆς στὸν τόπο τῆς μετάνοιάς του, κουβαλοῦσε μέσα στὸ ἤδη ἐξασθενημένο σῶμα του καὶ κατέβαζε στὸν κόσμο τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἦταν κατὰ τὴ ρήση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου γι’ αὐτὸν ἕνα τσουβάλι γεμάτο ἅγιο Πνεῦμα.

Ἔζησε ἑβδομήντα σχεδὸν χρόνια στὸν κόσμο· σὲ Μοναστήρι στὴν Εὔβοια, ἐφημέριος στὸν ἅγιο Γεράσιμο τῆς Πολυκλινικῆς Ἀθηνῶν κοντὰ στὴν Ὁμόνοια, στὸ Μοναστηράκι τοῦ ἁγίου Νικολάου Καλλισίων στὴν Πεντέλη καὶ τελευταῖα στὸ Ἱερὸ Γυναικεῖο Ἡσυχαστήριο τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὸ Μήλεσι. Ὅμως ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ νοῦς του δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὰ πολυπόθητά του Καυσοκαλύβια, πιὸ ἁγιορείτης στὴν οὐσία ἀπὸ τοὺς πλείστους τῶν ἁγιορειτῶν. Ὅσο καὶ ἂν ἀγαποῦσε, ὅσο καὶ ἂν συμπονοῦσε τὸν σύγχρονο πονεμένο ἄνθρωπο, ὅμως λαχταροῦσε τὴν πολυαγαπημένη του ἡσυχία στὰ Ἐρημικὰ Καυσοκαλύβια, μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ, γιὰ ἐκεῖνες τὶς οὐράνιες καὶ ὑπερουράνιες πτήσεις του.

Ἤθελε ὁπωσδήποτε νὰ καταλήξει στὰ ἀσκητικὰ Καυσοκαλύβια, γιὰ νὰ παραδώσει τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο, ἐκεῖ στὸν τόπο τῆς μετάνοιάς του. «Ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκα, ἐκεῖ θέλω νὰ πεθάνω», συνήθιζε νὰ λέγει: Ἤθελε ὅμως καὶ γιὰ ἄλλους δύο λόγους νὰ πεθάνει στὰ Καυσοκαλύβια. Γιατὶ πίστευε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅτι ἔτσι ὅπως ἦταν μέσα στὸν κόσμο ἦταν «χάλια» (αὐτὴ τὴ λέξη χρησιμοποιοῦσε) καὶ ντρεπόταν ἔτσι νὰ παραστεῖ στὸν Κύριο, γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πάει στὴν ἡσυχία, γιὰ νὰ προετοιμασθεῖ. Εἶχε ἐπὶ πλέον καὶ αὐτὴ τὴν ἀνησυχία· ἂν πέθαινε στὸν κόσμο, κοσμοσυρροὴ ὁλόκληρη θὰ ἔτρεχαν στὴν κηδεία του καὶ θὰ δοξαζόταν πολύ. Ὕστερα θὰ ἔκαναν προσκύνημα τὸν τάφο του ἢ τὰ λείψανά του. Καὶ πῶς ἦταν δυνατὸν ἕνας παναμαρτωλὸς σὰν κι αὐτόν (ἔτσι ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του), νὰ δοξαστεῖ τόσο πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους; Δὲν θὰ κινδύνευε νὰ χάσει τὴν Δόξα τοῦ Θεοῦ, τὸν παράδεισο;

Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ γιὰ ἄλλους μυστικοὺς ἤθελε νὰ τελευτήσει στὰ Καυσοκαλύβια. Ὅμως ἀνάβαλλε τὴ μετάβασή του, ἂν καὶ ἴσχυε γι’ αὐτὸν τὸ Παύλειον «ἐμὲ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος», γιατὶ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ φύγει ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Κάποιοι εἶπαν ὅτι ὁ Γέροντας Πορφύριος ἦταν σὲ τέτοια μέτρα, ποὺ εἶχε ἐξουσία ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ διαλέξει τὸ πότε καὶ πῶς θὰ τελευτήσει. Οἱ ἐμπειρίες μου κοντά του μὲ ἔπεισαν ὅτι αὐτὸ δὲν ἀπέχει καθόλου ἀπὸ τὴν ἀλήθεια.

Κάποτε διακόπτοντας ἐκείνη τὴ θεία, πολύφθογγη σιωπή του, μοῦ λέγει: «Θέλω νὰ πάω στὸ Ὄρος νὰ γίνω καλὰ καὶ ἢ νὰ κρυφτῶ σὲ μιὰ σπηλιὰ νὰ προσεύχομαι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἢ νὰ γυρίσω στὸν κόσμο νὰ βοηθάω τοὺς ἀνθρώπους».

– Ποιό εἶναι, Γέροντα, τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ δύο;

– Τὸ ἴδιο εἶναι, μοῦ ἀπάντησε.

Ὅσο γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά μου, τὸν παρακαλοῦσα νὰ μὲ στείλει στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὰ Καυσοκαλύβια νὰ μονάσω καὶ αὐτὸς μοῦ τὸ ἀνέβαλλε λέγοντάς μου· «κάτσε νὰ βοηθήσεις τὰ παιδιὰ καὶ θὰ πάμε μαζὶ ἀπάνω». Ἄλλες φορὲς μοῦ τὸ ἀνέβαλλε γιὰ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ πάντοτε κατέληγε στὸ «κάτσε μαζί μου καὶ θὰ πάμε μαζὶ ἐπάνω». Ὅμως δὲν τολμοῦσα νὰ πιστέψω ὅτι θὰ πάω μαζὶ μὲ τὸν Γέροντα στὸ Ὄρος, γιὰ νὰ τὸν γηροκομήσω καὶ νὰ τοῦ κλείσω τὰ μάτια. Τὸ θεωροῦσα πολὺ μεγάλο καὶ ὑψηλὸ γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά μου, μέχρι ποὺ ὁ ἴδιος μοῦ τὸ ἐπιβεβαίωσε μὲ ἕνα θαυμαστὸ τρόπο, χωρὶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ μὲ λόγια ποὺ βγαίναν ἀπὸ τὸ στόμα του, ἔτσι ὅπως ὁ ἴδιος ἤξερε νὰ ἐπικοινωνεῖ μέσα στὴν πολύφθογγη σιγή του…

– Βρὲς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἐκεῖ ποὺ λέγει «ζῆ ἡ ψυχή μου, ζῆ ὁ Θεός μου ἢ ἐγκαταλείπω σε».

Τὸ βρῆκα καὶ τοῦ τὸ διάβασα. Ἦταν ἐκεῖ ποὺ ὁ προφήτης Ἠλίας ἤθελε νὰ περάσει ἀπέναντι γιὰ τὴν μετάστασή του καὶ εἶχε πεῖ στὸν μαθητή του τὸν Ἐλισσαῖο, νὰ μείνει πίσω καὶ ὁ Ἐλισσαῖος τοῦ ἀπάντησε ἔτσι· «ζῆ ἡ ψυχή μου, ζῆ ὁ Θεός μου ἢ ἐγκαταλείπω σε». 

Μοῦ λέγει ὁ Γέροντας· «καὶ τί σημαίνει αὐτό;» 

«Να, Γέροντα, εἶναι ἕνας ὅρκος ὅτι δὲν θὰ ἐγκαταλείψει τὸν Γέροντά του μέχρι θανάτου».

«Ἔλα νὰ σοῦ τὸ πῶ μὲ δικά μου λόγια», ἀποκρίνεται ὁ Γέροντας καὶ ἄρχισε νὰ μὲ τραβᾶ ἐπάνω του. 

Ἔνιωθα μιὰ ἀνείπωτη ἕλξη καὶ μαζὶ ἕνα φοβερὸ δέος, ποὺ δυνάμωναν, ὅσο μὲ ἔφερνε πιὸ κοντά του, μέχρι ποὺ ἄρχισε νὰ μὲ φιλᾶ στὰ μαλλιὰ καὶ στὸ πρόσωπο καὶ κολλώντας τὰ χείλη του στὸ δεξί μου αὐτὶ μοῦ λέγει· «εἶναι εὐκολώτερο ὁ ἥλιος νὰ σβύσει, παρὰ ἐμᾶς τοὺς δύο ψυχρότης νὰ χωρίσει». 

Αἰσθάνθηκα ἐκείνη τὴν ὥρα, ὅτι μὲ τύλιξαν οἱ φλόγες τῆς θείας ἀγάπης του καὶ ἔνιωθα σὰν καιόμενη βάτος, ἐνῷ στὶς πλάκες τῆς καρδιᾶς μου γράφτηκαν ὅσα ἐν μεθέξει μέσα στὴν καρδιά μου, μοῦ ψιθύρισε ἡ δική του καρδιά. «Θὰ πάμε μαζὶ στὰ Καυσοκαλύβια καὶ ἐκεῖ θὰ μὲ γηροκομήσεις καὶ θὰ μοῦ κλείσεις τὰ μάτια». 

Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν εἶχα ἴχνος ἀμφιβολίας γι’ αὐτό, πράγμα ποὺ (ὅπως ὁ ἴδιος μὲ δίδαξε), ἦταν ἀπόδειξη ὅτι μίλησε ἡ Χάρις. Πέρασε ὁ καιρός, οἱ μέρες τῆς ἀναχώρησής μας γιὰ τὰ Καυσοκαλύβια· προετοιμαζόμασταν, μὲ προετοίμαζε κατάλληλα· δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ τὰ διηγηθῶ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ παραλείψω δύο φράσεις του, ποὺ ἀναφέρονται στὴν πεμπτουσία τῆς Πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Μοναχοῦ, τὴν ἁγία Ταπείνωση καὶ Θειοτάτη Ἀγάπη:

α) «Τὸ ἀηδόνι, σὰν κελαηδάει μόνο του μεσ’ τὴν ἐρημιὰ τοῦ δάσους, δὲν τὸ ἀκούει κανείς· δὲν κελαηδάει ἀπὸ κενοδοξία».

β) «Ἐμεῖς δὲν φεύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο γιατὶ μισοῦμε τὸν κόσμο, ἐμεῖς φεύγουμε μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ ἀγαποῦμε πολὺ τοὺς ἀνθρώπους».

Ἤλθαμε μαζὶ τὸν Μάιο τοῦ 1991 στὰ Καυσοκαλύβια μὲ σκοπὸ νὰ παραμείνει μέχρι τὸ τέλος του, ἀλλὰ γιὰ λόγους, ποὺ δὲν εἶναι τῆς ὥρας νὰ ἀναφερθοῦμε, ξαναγύρισε πίσω γιὰ νὰ ξανάλθει τελεσίδικα στὶς 19 Σεπτ./ 2 Ὀκτωβρίου Ν. ΗΜ. Αὐτὰ ποὺ συνέβησαν κατὰ τὴ διάρκεια τῶν δύο μηνῶν, μέχρι τῆς ὁσίας τελευτῆς του εἶναι ἀδύνατον νὰ συμπεριληφθοῦν στὰ περιορισμένα πλαίσια ἑνὸς ἄρθρου, γεγονότα πολλὰ καὶ μεγάλα σὲ ἀριθμὸ καὶ ὕψος καὶ βάθος πνευματικό. Θὰ ἀναφερθοῦμε ἐνδεικτικά, γιὰ νὰ ἀναδειχθῆ ὁ ἀπύθμενος βυθὸς τῆς ταπείνωσης καὶ τὸ οὐράνιο ὕψος τῆς ἀγάπης τοῦ ὁσίου.

Ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ βρεθήκαμε μόνοι στὸ μικρὸ κελλάκι (δωμάτιο), ὅπου ἔζησε τὶς τελευταίες 60 μέρες τῆς ζωῆς του, μοῦ δήλωσε ἐπιγραμματικά:

«Ἦλθα γιὰ νὰ μείνω μέχρι τὸ τέλος μου, ἂν θελήσω νὰ φύγω, νὰ ξέρεις ὅτι θἆναι ἀπὸ τὸν σατανά, γι’ αὐτὸ κάνε ὅ,τι μπορεῖς νὰ μὲ ἐμποδίσεις». 

Ἔμεινα ἐμβρόντητος μ’ αὐτὰ ποὺ ἄκουσα, ἀλλὰ τὰ κράτησα βαθειὰ μέσα στὴν καρδιά μου ὡς ἐντολὴ Γέροντος. Στὴ συνέχεια ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε· «Ἦλθα ἐδῶ μὲ σκοπὸ νὰ προετοιμαστῶ γιὰ τὸ τέλος μου, δὲ βλέπεις τὰ χάλια μου; Τί ψυχὴ θὰ παραδώσω ἔτσι ὅπως εἶμαι;» Μετὰ μοῦ περιέγραψε λεπτομερῶς τὸ τί θὰ συμβῆ τὸ τελευταῖο εἰκοσιτετράωρο τῆς ζωῆς του. «Τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ δεῖς νὰ γίνονται αὐτά, νὰ ξέρεις ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα θὰ πεθάνω».

Τὰ γεγονότα τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς ζωῆς του ἀφοροῦν ἐμπειρίες πνευματικές, βιώματα συγκλονιστικὰ θείων ἐρώτων, ὅσων ὁ ἁγιασμὸς προχώρησε ἀπὸ τὴν καρδιὰ κι ἁπλώθηκε σὲ ὅλη τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ἔτσι ποὺ καὶ τὰ ἔσχατα μόρια τοῦ σώματός των εἶναι καὶ αὐτὰ ἁγιασμένα· δηλαδὴ τῶν ἀρίστων, τῶν πολὺ μεγάλων ἁγίων.

Συμβαίνει πολλὲς φορὲς ἄνθρωποι ποὺ πλησιάζει τὸ τέλος τους νὰ ἀναπολοῦν ὅλη τὴ ζωή τους, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια, λὲς καὶ μαζεύουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι. Εἶναι καὶ ἕνας τρόπος ὁλοκλήρωσης τῆς μετάνοιας, γιὰ ὅσους πλησίασαν τὸν Χριστὸ ἢ ζοῦσαν τὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτὴ τὴ ἀναπόληση ὁ ὅσιος πατέρας μας τὴν ἔκανε ἐνσυνείδητα. Θυμόταν τὰ παιδικά του χρόνια μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Καλυβίτη, πῶς ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος κοντὰ στοὺς Γεροντάδες του, λεπτομέρειες ἀπὸ τὴν ἄσκησή του στὴν ἱερὰ καλύβη τοῦ ἁγίου Γεωργίου, τὴν τελεία ὑπακοή του στοὺς Γέροντες, πῶς πῆρε τὴν πρώτη Χάρη, τὴν ἔνταση ὕστερα, πῶς πῆρε τὴν μεγάλη Χάρη, πόσο πόνεσε ὅταν ἀναγκάστηκε νὰ γυρίσει στὸν κόσμο, τὰ νεανικά του χρόνια ὡς Μοναχὸς καὶ Ἱερομόναχος στὴν Εὔβοια, στιγμιότυπα ἀπὸ τὸν ἅγιο Γεράσιμο τῆς Πολυκλινικῆς, στὰ Καλλίσια, στὸ Μήλεσι καὶ τελικὰ στὰ Καυσοκαλύβια βαδίζοντας πρὸς τὸ τέλος.

Στὴ συνέχεια μὲ ἔβαλε νὰ τοῦ διαβάζω τὴν ἀκολουθία τοῦ ἀγγελικοῦ σχήματος. Λίγο-λίγο, ὅσο ἄντεχαν οἱ δυνάμεις του, μέχρι τὸ τέλος καὶ ξανὰ πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή. Μὲ σταματοῦσε συχνὰ καὶ ἀνέλυε τὸ κείμενο μὲ τρόπο διδακτικότατο γιὰ μένα.

Κάποια στιγμὴ μὲ ρώτησε· «ξέρεις γιατί διαβάζουμε τὴν ἀκολουθία;», 

«Προφανῶς, γιὰ νὰ μὲ διδάξετε, πῶς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Μοναχός», ἀποκρίθηκα.

«Θέλω καὶ ἐγώ», μοῦ εἶπε, «νὰ ζυγίσω τὸν ἑαυτό μου, ἐμεινα πιστὸς στὰ καθήκοντα τοῦ μοναχοῦ; Ἔζησα σὰν ἀληθινὸς μοναχός;»

Μιὰ μέρα μοῦ ζήτησε νὰ ἀκούσει τὴν κασσέτα μὲ τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία. Δὲν πρόλαβε νὰ ἀκούσει τὸ πρῶτο τροπάριο και ξέσπασε σὲ λυγμούς, ἔκλαψε λίγο κι ἀμέσως βυθίστηκε. Τὸ βίωμα μοῦ προκάλεσε δέος, εἶχα τὴν αἴσθηση ὅτι κατεβαίνει βαθειά, πολὺ βαθειὰ μέσα σ’ ἕνα ἀτελείωτο βυθὸ καὶ ὅτι τὸν ἔχανα. Προσευχήθηκα πολὺ δυνατὰ στὸν Κύριο, νὰ μπορέσω κατὰ δύναμη νὰ ἰδῶ ποῦ βρίσκεται· ἁρπάχτηκα καὶ ἔζησα τὸ βίωμά του μόνο μερικὰ δευτερόλεπτα· ἦταν ὁ ἀπύθμενος βυθὸς τῆς ἁγίας ταπείνωσης. Ἦλθα στὸν ἑαυτό μου καὶ ὁ πρῶτος λογισμός μου ἦταν: «Τίς δύναται βαστάσαι λογισμὸν Πορφυρίου;». Δὲν ξέρω πῶς νὰ περιγράψω τὴν πολλαπλότητα τοῦ βιώματος· ἦταν βυθός; Ἦταν ἄβυσσος; Ἦταν καμίνι σὰν τῶν τριῶν Παίδων, ὅπου ὁ ἅγιος ἔκλαιε γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ λαοῦ;

Ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του, ὁλοένα καὶ χειροτέρευε. Ὕστερα ἀπὸ ἀλλεπάλληλες καρδιακὲς προσβολές, μποροῦσε ἀνὰ πάσα στιγμὴ ἡ καρδιὰ νὰ τὸν προδώσει. Ἦταν οἱ γαστρορραγίες ποὺ πέρασε καὶ ἡ δυσλειτουργία ὅλου τοῦ πεπτικοῦ συστήματος, μιὰ τεράστια κοίλη, πολλαπλὸ ἀλλεργικό, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὶς κορτιζόνες καὶ τὸ ἀποκορύφωμα ὁ καρκίνος στὸν ἐγκέφαλο, στὴν ὑπόφυση, ποὺ ἀναστάτωνε κάθε τόσο τὴν λειτουργία ὅλου τοῦ ὀργανισμοῦ. Πέρασε μιὰ τέτοια κρίση ἕνα βράδυ ἀπὸ τὶς ἐννέα ἡ ὥρα μέχρι τὶς τέσσερις τὸ πρωί, ποὺ ἦταν παρόμοια μὲ τὸ τελευταῖο βράδυ τῆς ζωῆς του.

Παράλληλα δεχόταν ἀφόρητες πιέσεις ἀπὸ τὸ Ἡσυχαστήριο στὸ Μήλεσι, ποὺ μὲ κλάματα τὸν παρακαλοῦσαν νὰ γυρίσει πίσω…

Ἔτσι ἕνα πρωινὸ μοῦ λέγει· «ἑτοίμασε τὰ πράγματά μου, σὲ μία ὥρα ἀναχωροῦμε, τὸ καράβι κατευθύνεται ἤδη πρὸς τὰ Καυσοκαλύβια».

– «Ὄχι, Γέροντα δὲν τὰ ἐτοιμάζω, γιατὶ τέτοια ἐντολὴ μοῦ δώσατε».

Ὕψωσε τὸν τόνο τῆς φωνῆς του καὶ μὲ μιὰ διάθεση ταραχῆς μοῦ ἀποκρίθηκε· «Γέροντας εἶμαι, λέω καὶ ξελέω».

Βρέθηκα σὲ ἀδιέξοδο, γύρισα πρὸς τὸν Ναὸ καὶ ὕψωσα τὰ χέρια μου στὸν Κύριο. «Κύριε, τί νὰ κάνω;» Ἀμεσως ἦλθε ἡ πληροφορία στὴν καρδιά μου: «νὰ ἐκτελέσεις τὴν πρώτη ἐντολὴ ποὺ σοῦ ἔδωσε μὲ γαλήνη». Σχεδὸν ταυτόχρονα ἄκουσα καὶ στ’ αὐτιά μου τὴ φωνὴ τοῦ Γέροντα· «πήγαινε πές τους νὰ τηλεφωνήσουν νὰ μὴν ἔλθει τὸ καράβι, δὲν φεύγουμε».

Τί νὰ πρωτοθαυμάσει κανείς! Τὸ προορατικὸ τοῦ Γέροντα ἢ τὴν τέλεια ὑπακοή του στὸν Κύριο; Ἀκόμα μιὰ φορὰ μ’ ἔβαλε σὲ μεγάλο δίλημμα. Ὁ ἴδιος πίστευε τὸν ἑαυτό του γιὰ παναμαρτωλὸ ἐνῷ ὁ κόσμος τὸν τιμοῦσε· αὐτὸ τὸν στενοχωροῦσε πάρα πολὺ καὶ φοβόταν μὴν τὸν ἁγιοποιήσουν καὶ μετὰ τὸν θάνατό του.

Μοῦ ἐξέφρασε τὶς ἀνησυχίες του αὐτὲς καὶ μὲ ρώτησε· «ἐσὺ τί πιστεύεις; ὅτι εἶμαι ἅγιος;»

Νὰ πῶ ὄχι, δὲν μοῦ πήγαινε, νὰ πῶ ναί, θὰ τὸν στενοχωρήσω, γι’ αὐτὸ τοῦ λέω καὶ ἐγώ· «νὰ τὸ ἐξετάσουμε» καὶ συγκατένευσε.

– «Πρῶτα ἡ ὀρθὴ πίστη, δὲν ἔχω γι’ αὐτὸ ἴχνος ἀμφιβολίας». Αὐτὸ τὸ δέχτηκε χωρὶς δισταγμό.

«Ὕστερα οἱ ἅγιες ἀρετὲς καὶ πρὸ πάντων οἱ κορυφαῖες, ταπείνωση καὶ ἀγάπη. Δὲν σὲ εἶδα ποτέ μου νὰ θυμώνεις ὅ,τι κι ἂν σοῦ κάνουν, κι ἐνῷ ἔχεις τόσο χαρίσματα θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου ἀνάξιο, ἕνα παλιοντενεκέ, μιὰ σκουριασμένη σωλήνα ποὺ καβαλάει τὸ νερό! (τὴ Χάρη). Δὲν ἔχεις λοιπὸν ταπείνωση; Ὅσο γιὰ τὴν ἀγάπη, τί νὰ πρωτοπῶ. Ὅτι πέθαινες σχεδὸν κάθε μέρα γιὰ νὰ βοηθᾶς τοὺς ἀνθρώπους, ἂν καὶ δὲν σοῦ τὸ ἐπέτρεπε ἡ ὑγεία σου κι ὅμως ἐσὺ δὲν τό ‘βαλες κάτω; Ἣ ὅταν κλαίγοντας παρακαλοῦσες τὸν Κύριο νὰ πεθάνεις ἐσὺ στὴ θέση κάποιου ἄλλου, γιὰ νὰ ζήσει αὐτός, νὰ μεγαλώσει τὰ παιδιά του;»

Τὸν ἔβλεπα νὰ ἔρχεται σὲ δύσκολη θέση ἀλλὰ συνέχισα. «Νὰ μιλήσουμε γιὰ χαρίσματα; Καὶ ποιό δὲν ἔχεις. Προορατικό, διορατικό, χαρίσματα γνώσεως, παρακλήσεις, ἰάσεις, χαρίσματα δυνάμεως;»

Ὁ Γέροντας στενοχωρήθηκε μέχρι ποὺ τοῦ εἶπα, «ἀλλά!» «Ναί, ναί;» μοῦ λέγει καὶ ἀνάσανε.

– «Ξέρω ἐγὼ ἂν πίσω ἀπὸ τὶς καλωσύνες σου κρύβεται ἕνα ἐγὼ καὶ ἂν τὰ χαρίσματα σοῦ τὰ ἔδωσε ὁ Θεός, ὄχι γιατὶ εἶσαι καλός, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνεις καλός; Αὐτὸ θὰ τὸ ξέρουμε μετὰ τὸν θάνατό σου· ἂν κάνεις θαύματα καὶ μετὰ θάνατον, τότε θὰ εἴμαστε σίγουροι γιὰ τὴν ἁγιότητά σου».

Ἐνθουσιάστηκε ὁ Γέροντας, μοῦ κτύπησε τὴν πλάτη καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ χαρὰ μοῦ λέγει· «Μπράβο! Ἔτσι σὲ θέλω νὰ σκέφτεσαι· Ὀρθόδοξα!»

Μιὰ μέρα τὸν εἶδα μὲ λαμπρὸ καὶ φωτεινὸ πρόσωπο καὶ μοῦ λέγει, «ἦλθε ὁ πρόεδρος τῶν Μυρέων». 

Μιὰν ἄλλη φορὰ «ἦλθε ὁ προφήτης μας, δὲν τὸν βλέπεις;»

 «Ποιός προφήτης μας, Γέροντα;» 

«Ὁ προφητάναξ Δαβίδ! Ἃχ μωρέ, δὲν βλέπεις τίποτε». Μιλοῦσε μὲ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο πρόσωπο μὲ πρόσωπο καὶ θὰ ἀμφιβάλλουμε ἂν ἔκανε παρέα μὲ τοὺς ἁγίους;

Τὸν ἔβαλα ἕνα βράδυ νὰ καθίσει στὴν καρέκλα καὶ μοῦ λέγει: «Πήγαινε στὸ ναὸ καὶ κάνε προσευχὴ μέχρι νὰ σὲ φωνάξω». Ὅταν ξαναμπῆκα στὸ κελλὶ συνάντησα μιὰν ἄλλη κατάσταση φωτεινή. Ἔνιωθα καὶ ἐγὼ ἀνάλαφρος.

«Βάλε με νὰ ξαπλωθῶ» μοῦ λέγει. 

Μόλις τὸν ἄγγιξα ἔγινα κοῦφος, νόμιζα πὼς θὰ πετάξω, ἀκόμα καὶ ἡ φωνή μου λέπτυνε σὰν παιδική. «Γέροντα, τί συνέβηκε, εἴχαμε πάλι καμμιὰ ἐπίσκεψη;» 

«Ὄχι», μοῦ ἀπαντᾶ, «ξέρεις ὅτι μπορῶ νὰ περάσω ἀπὸ αὐτὸ τὸν τοῖχο (80 cm πάχος), νὰ πάω μακριά, πολὺ μακριὰ καὶ νὰ ξανάλθω;»

 «Ἀκόμα καὶ αὐτὸ Γέροντα;» 

«Γιατί, παιδί μου, δὲν μᾶς εἶπε ὁ Χριστός μας, ὅ,τι ἔκανα ἐγὼ θὰ τὸ κάνετε καὶ ἐσεῖς μὲ τὸ παραπάνω;» 

«Καὶ αὐτὰ ποὺ ἔκανε μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, Γέροντα;» 

«Ὅλα, ὅλα, παιδί μου» 

«Πῶς, Γέροντα;»

Καὶ ὁ ἅγιος, μιμούμενος τὴν παιδικὴ φωνὴ ποὺ εἶχα 10-12 χρονῶν, μοῦ λέγει «Νά! ἀραιώνει τὸ σῶμα, πυκνῶνει τὸ σῶμα». Τότε, στὰ παιδικά μου χρόνια εἶχα αὐτὴ τὴν ἀπορία σὰν ἄκουσα τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ, ἄκουσα αὐτὴ τὴν ἐξήγηση μὲς στὴν καρδιά μου καὶ ἔμεινα ἱκανοποιημένος. Τῶρα πῆγα νὰ ἀποσπάσω ἀπὸ τὸν Γέροντα περισσότερες ἐξηγήσεις, ἀλλὰ μὲ αὐστηρὸ ὕφος ἔκοψε τὴ συζήτηση. Μὲ δίδαξε ἔτσι νὰ μὴν διερευνῶ τὰ θεῖα φιλοπερίεργα, ἀλλὰ νὰ ἐπιστρέψω στὴν ἁπλὴ πίστη τῶν παιδικῶν μου χρόνων. Καὶ οἱ ἅγιοι ἔτσι ἐνεργοῦν.

Γιὰ μερικὲς μέρες μ’ ἔβαζε καὶ διάβαζα καὶ ξαναδιάβαζα ἕνα ἐδάφιο ἀπὸ τὸ Γ΄ κεφ. τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα καὶ εἰς ἐπήκοον τῶν ἄλλων ἀδελφῶν τῆς καλύβης μας: «…θὰ ἐπιτρέψω νὰ καταλάβουν τὴν ἐξουσία νέοι ἄνδρες χωρὶς πείρα· ἀπατεῶνες θὰ ἀναδειχθοῦν Κύριοι καὶ δυνάστες τοῦ λαοῦ. Τότε θὰ ἐκλείψει ὁ σεβασμὸς καὶ ὁ λαὸς θὰ πέσει σὲ κατάσταση σύγχυσης καὶ ἀναρχίας. Ὁ ἕνας θὰ στραφῆ ἐναντίον τοῦ ἄλλου καὶ ὁ καθένας ἐναντίον τοῦ πλησίον του. Τὰ παιδιὰ θὰ αὐθαδιάζουν στοὺς μεγαλύτερους καὶ οἱ ἄτιμοι στοὺς ἔντιμους. Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἀναρχίας καὶ τῆς ἔλλειψης συνετῶν ἀρχηγῶν καὶ βιωτικῶν ἀγαθῶν, θὰ κρατᾶ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα ὁ κάθε ἄνθρωπος τὸν πρῶτον τυχόντα ὁμοεθνή του ἢ τὸν συγγενὴ τοῦ πατέρα του καὶ θὰ τοῦ λέει “ἱμάτιον ἔχεις ἀρχηγὸς ἡμῶν γενοῦ καὶ τὸ βρῶμα τὸ ἐμὸν ὑπὸ σὲ ἔστω”. Ἐκεῖνος κατὰ τὴ φοβερὴ ἐκείνη μέρα θὰ ἀπαντήσει· “δὲν θὰ γίνω ἀρχηγός σας, γιατὶ οὔτε στὸ σπίτι μου δὲν ὑπάρχει ψωμί, οὔτε ἄλλο ροῦχο, ἔτσι δὲν θέλω καὶ δὲν μπορῶ νὰ γίνω ἀρχηγός σας”».

Οἱ πατέρες ἀναρωτιόντουσαν· «γιατί, Γέροντα, ἐπιμένετε σ’ αὐτὸ τὸ ἐδάφιο;» Ἐκεῖνος δὲν ἀπαντοῦσε. Μόνο μιὰ φορά, ποὺ ἤμασταν οἱ δυό μας μοῦ εἶπε ψιθυριστὰ σὲ ὕφος σοβαρὸ «αὐτὰ ἰσχύουν στὶς μέρες μας».

Ἕνα πρωινὸ μοῦ λέγει· «Πάρε χαρτὶ καὶ μολύβι καὶ φώναξε ὅλους τοὺς πατέρες νὰ ἔλθουν ἐδῶ». 

Σημείωνα ὅ,τι ἔλεγε, μ’ ἔβαλε καὶ τὰ καθαρόγραψα, τοῦ τὰ διάβασα, τὰ ἐνέκρινε καὶ τὰ ξαναδιάβασα εἰς ἐπήκοον τῶν πατέρων. Καθόρισε μὲ κάθε λεπτομέρεια τὸ τί θὰ γίνει καὶ τί θὰ κάνει ὁ καθένας μας ὅταν ὁ ἴδιος πεθάνει. Ποιοί θὰ τὸν ἀλλάξουν, ποιοί θὰ τὸν κατεβάσουν στὸ μνῆμα, νὰ γίνει ἀγρυπνία στὸ Κυριακὸ καὶ νὰ μεταλάβουμε ὅλοι καὶ προπάντων νὰ φροντίσουμε νὰ μὴν εἰδοποιηθῆ κανεὶς ἐκτὸς Σκήτης, γιὰ νὰ γίνει ἡ κηδεία του λιτὴ καὶ ἀπέριττη, μόνο μὲ τοὺς πατέρες τῆς Σκῆτης μας.

Τὸν ρώτησε ἕνας πατέρας: «καὶ μὲ τὰ λείψανά σου, τί θὰ κάνουμε;»

– «Ἔ ἔ, καὶ αὐτά…» εἶπε καὶ κούνησε περιφρονητικὰ τὸ χέρι του.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐπιθυμοῦσε νὰ κρυφτοῦν τὰ λείψανά του, γιὰ νὰ μὴν γίνουν προσκύνημα. Εἶναι ψεῦδος ὅμως ὅτι ἔδωσε στὰ καλογέρια του δεσμευτικὴ ἐντολὴ πρὸς τοῦτο. Ἂν ὑπῆρχε τέτοια δέσμευση, κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὴ λύσει. Ἀλλὰ τὸ θέμα παραμένει ἀνοιχτό. Καὶ ὅταν ζοῦσε ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ μείνει ἀφανής, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸν ἀνέδειξε σὲ ζωντανὸ προσκύνημα. Θέλουμε νὰ πιστεύουμε ὅτι ὅταν ἔλθει τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου θὰ κάνει τὸ ἴδιο ὁ Κύριος καὶ μὲ τὰ ἅγια λείψανά του. Ὁ Γέροντας βάραινε, ἄρχισε νὰ γίνεται φανερὸ ὅτι πλησίαζε τὸ τέλος του· καὶ λίγο νὰ μιλήσει κουραζόταν, ἀλλὰ γινόταν καὶ σ’ αὐτὸν αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν Ἀπόστολο Παῦλο· «ἡ δύναμίς μου ἐν τῇ ἀσθενείᾳ σου τελειοῦται». Ἦταν ὅλος ἔνθεος.

Ἕνα λοιπὸν ἀπὸ τὰ τελευταῖα πρωινὰ τῆς ἐδῶ ζωῆς του μοῦ λέγει· «πάρε τετράδιο καὶ στυλὸ καὶ θὰ σοῦ ὑπαγορεύω, λίγο-λίγο, γιατὶ δὲν ἔχω δυνάμεις γιὰ πολύ, καὶ μετὰ θὰ σοῦ πῶ τί θὰ κάνεις». Μοῦ ὑπαγόρευσε τὰ πιὸ κάτω, ποὺ ἦταν τὰ πρῶτα καὶ τὰ τελευταῖα, γιατὶ ἀμέσως μετὰ σχεδὸν κατέρρευσε, δὲν μποροῦσε ἄλλο πιά. Ἦταν σίγουρο ὅτι μιλοῦσε μὲ τὴ Χάρη καὶ ἔμοιαζαν αὐτὰ τὰ λόγια σὰν ἡ τελευταία του παρακαταθήκη:

«Ἐγώ, ὁ ταπεινὸς δοῦλος τοῦ Κυρίου μας ἤμουν στὸν κόσμο καὶ προσπαθοῦσα ὅ,τι μποροῦσα νὰ κάνω στὸν κόσμο, ἀλλὰ εἶδα τὸν κόσμο τί ἦταν. Ἐγώ, ὁ ταπεινὸς δοῦλος τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, Ὀρθόδοξος, τῆς Τρισυποστάτου Θεότητος πιστὸς δοῦλος καὶ ἀπὸ μικρὸ παιδὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ σώσω τὴν ψυχή μου καὶ νὰ εὐχηθῶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ὁ Θεὸς νὰ τὸν φωτίσει, νὰ εὐνοήσει καὶ ὅλοι νὰ τραβήξουμε πρὸς τὸν Θεὸ νὰ ἑνωθοῦμε, διότι μόνο στὸν Θεὸ θὰ μπορέσουμε νὰ σωθοῦμε.

Γιατὶ καθένας σηκώνει μιὰ δικιά του παντιέρα, νὰ ἐπιδράσει στὸν κόσμο καὶ ἔτσι κάνουν ὅλοι καὶ κανένας μας δὲν θὰ σωθεῖ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο. Πρέπει ὅλοι νὰ ἑνωθοῦμε κοντὰ στὸν Θεό, νὰ γίνουμε Ὀρθόδοξοι, νὰ μᾶς ἑνώσει ἡ Ἁγία Τριάδα, ὁ ἀληθινὸς Θεός, γιατὶ μόνο σ’ Αὐτὴν ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια καὶ ἂν δὲν ἑνωθοῦμε ὅλοι μὲ τὸν Θεό, νὰ γίνουμε ἕνα, κανεὶς δὲν θὰ σωθεῖ· καὶ ὅλοι πρέπει νὰ ἑνωθοῦμε μέσα στὴν Ἄκτιστη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐνῷ εἶδα τὸν κόσμο ἔτσι, ἀπεφάσισα νὰ φύγω ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἦλθα ἐδῶ νὰ προσευχηθῶ γιὰ τὸν κόσμο, γιατὶ εἶδα ὅτι μόνο ἔτσι θὰ σωθῶ καὶ ἐγὼ καὶ ὅσοι μαζὶ πιστέψουμε στὴν Ἁγία Τριάδα. Τώρα πολλοὶ θέλουν νὰ ἔρθουν, νὰ μὲ δοῦν μὲ μαγνητόφωνα στὸ χέρι, γιὰ νὰ πάρουν τάχα σὰν συνέντευξη. Ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἀγράμματος Ἱερομόναχος, τί μπορῶ νὰ τοὺς πῶ; Τίποτε δὲν ἔχω νὰ τοὺς πῶ, παρὰ μόνο νὰ προσευχηθῶ, νὰ τοὺς φωτίσει ὁ Θεός, νὰ ἑνωθοῦμε ὅλοι μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ νὰ προσευχηθῶ, ὁ Θεὸς νὰ φωτίσει καὶ ἐμᾶς καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ Τὸν γνωρίσει. Καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο νὰ μὴν ἔρθει κανεὶς νὰ μὲ δεῖ, οὔτε προτεστάντες, οὔτε Μασώνοι, δὲν ἔχω νὰ τοὺς πῶ τίποτε».

Στὶς ἑπόμενες μέρες δὲν μποροῦσε πιὰ σχεδὸν καθόλου νὰ μιλήσει, ἐπαναλάμβανε μόνο τὴ φράση «ἵνα ὦσιν ἕν», «ἵνα ὦσιν ἕν» καὶ ὅταν ἔχανε τελείως τὶς δυνάμεις του σιγοψιθύριζε τὸ «ἔλα», «ἔλα» μὲ τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ἄνω, ποὺ σήμαινε «ἔρχου Κύριε» καὶ ὕστερα χαμήλωνε τὸ βλέμμα καὶ ἔλεγε τὸ «ἔλα» σὲ ὁριζόντια κατεύθυνση, σὰν νὰ καλοῦσε ὅλο τὸν κόσμο καὶ ὅταν συνερχόταν λίγο τὸ «ἔλα» τὸ ἀπηύθυνε μὲ διαφορετικὸ ὕφος, σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν διακονοῦσε. Ἐφάρμοζε σίγουρα αὐτὰ ποὺ μᾶς ὑπαγόρευσε νὰ γράψουμε στὴν τελευταία του παρακαταθήκη… Ἡ στιγμὴ τοῦ τέλους πλησίαζε, ἡ συνειδητοποίησή του προκαλοῦσε σὲ μᾶς φρικτὸ πόνο, ἀλλὰ ἡ γλυκύτητα ποὺ ἀνέδυε ὁ ὅσιος μᾶς μαλάκωνε τὸν πόνο. Τὰ βιώματα ἦταν θεσπέσια καὶ ἀπερίγραπτα 

Τὸ πρόσωπό του γλύκαινε καὶ ὀμόρφαινε σὰν ἀγγελικό, ἔγειρε ἁπαλὰ τὸ κεφάλι του πρὸς τὰ δεξιὰ καὶ ἄρχισε νὰ κλείνει τὰ μάτια του… Τότε ἐπαναλήφθηκαν ἀπὸ μόνα τους μέσα στὴν καρδιά μου τὰ λόγια τῆς δικῆς του καρδιᾶς, (ὅταν τότε μὲ ἀγκάλιαζε καὶ μοῦ ‘λεγε τὸ «εἶναι εὐκολότερο ὁ Ἥλιος νὰ σβήσει, παρὰ ἐμᾶς τοὺς δύο ψυχρότης νὰ χωρίσει») «… καὶ θὰ μοῦ κλείσεις τὰ μάτια». Ἔμοιαζε πιὰ σὰν νήπιο καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα, ὄχι βέβαια σὰν κάποιες συνηθισμένες περιπτώσεις ποὺ οἱ γέροι γίνονται σὰν μωρά, ἀλλὰ νά! Ἦταν κάτι σὰν θεῖο Βρέφος, τόσο ὡραῖο, τόσο γλυκό, τόσο χαριτωμένο. Ἦταν τὸ σπάνιο χάρισμα τῆς «διὰ Χριστὸν Νηπιότητος» ποὺ ὅλα πάνω του τὰ ἐξάγνιζε παντελῶς.

Ὅταν ἔρχονταν ἄλλοι στὸ κελλὶ σοβάρευε, μεταμορφωνόταν ἀμέσως σὲ σεβάσμιο Γέροντα καὶ σὰν ἔμπαινε ἱερέας στὸ κελλί του, τὸν παρακαλοῦσε νὰ φορέσει πετραχήλι καὶ νὰ τοῦ διαβάσει συγχωρητικὴ εὐχὴ διὰ «ΠΑΣΑΝ ΑΜΑΡΤΙΑΝ ΣΑΡΚΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΓΩΙΣΜΟΥ» καὶ ἐπαναλάμβανε «σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ ἐγωισμοῦ…». Ὦ τῆς ἁγίας ταπεινώσεως τοῦ ὁσίου πατρός μας!

Ξ η μ έ ρ ω ν ε ἡμέρα Κυριακὴ 18 Νοεμβρίου μὲ τὸ παλαιὸ καὶ 1η Δεκεμβρίου μὲ τὸ νέο Ἡμερολόγιο καὶ ἄρχισαν νὰ συμβαίνουν καὶ στὸ σῶμα του τὰ προφητευμένα ἀπὸ τὸν ἴδιο, ὅτι θὰ συμβοῦν τὴν τελευταία μέρα τῆς ζωῆς του. Μοῦ εἶναι δύσκολο, νὰ διηγηθῶ καταστάσεις ποὺ  σ υ μ β α ί ν ο υ ν  στὴν μυστικὴ ἐν Χριστῷ ζωὴ τῶν ἀρρήτων, γιατὶ ὑπάρχουν καὶ ἀμύητοι, ἀλλὰ καὶ γιατὶ αἰσθάνομαι ἀσθενεῖς τὶς δυνάμεις μου πρὸς τοῦτο. Τὸ μόνο ποὺ μπορῶ νὰ κάνω εἶναι νὰ σμίξω τὴ φωνή μου μὲ αὐτὴν τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου καὶ νὰ πῶ καὶ ἐγὼ γιὰ τὸν Γέροντά μου αὐτὸ ποὺ ἐκεῖνος εἶπε γιὰ τὸν δικό του Γέροντα «μερὶς ἑκάστη δὲ αὐτὸς ὅλος Χριστὸς ὑπάρχει· πάντως οὖν ἔγνωκας κὰι δάκτυλόν μου Χριστὸν καὶ βάλανον» ( Ὕμνος ΙΕ΄).

Τὴν Κυριακὴ τὸ βράδυ κατὰ τὶς 9 ἡ ὥρα ξεκίνησε μιὰ κρίση, σὰν κι αὐτὴ ποὺ εἶχε συμβῆ πρὶν ἕνα μήνα περίπου καὶ ποὺ ἔμοιαζε σὰν μιὰ γενικὴ πρόβα γιὰ τὸ τέλος. Κράτησε καὶ αὐτὴ 7 ὧρες, μέχρι ξημερώματα Δευτέρας 19 Νοεμβρίου/2 Δεκεμβρίου, κατὰ τὶς 4 π.μ., ποὺ ἦρθε τὸ Ὁσιακὸ τέλος του. Δύο ὥρες περίπου πρὶν ἀναχωρήσει μοῦ λέγει· «φώναξε ὅλους τοὺς πατέρες νὰ ἔλθουν ἐδῶ, νὰ πέσετε πάνω μου, νὰ προσευχηθεῖτε γιατὶ φεύγω». Ἦλθαν καὶ μὲ ἔβαλε νὰ πῶ ἐκφώνως 1000 «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», 1000 «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον τοὺς δούλους σου» καὶ 1000 «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ· ἀνάπαυσον τοὺς δούλους σου». Ἐμεῖς συμπροσευχόμασταν καὶ ἐκεῖνος μὲ βία κουνοῦσε χείλη καὶ γλώσσα καὶ κάτι σιγοψιθύριζε. Ὅλοι ἀναρωτιόμασταν τί λέγει. Ἔσκυψα καὶ ἀναγνώρισα ἐκεῖνο τὸ «Ἔλα».

Ἀπευθυνόταν πρὸς τὸν Κύριο; Ἀπευθυνόταν πρὸς τὸν Οὐράνιο κόσμο; Ἀπευθυνόταν πρὸς ἐμᾶς καὶ ὅλο τὸν κόσμο, νὰ σμίξουμε μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα, μέσα στὴν Ἄκτιστη Ἐκκλησία; Ἦταν ὅλα μαζί… Τὸ πρόσωπό του γλύκαινε καὶ ὀμόρφαινε σὰν ἀγγελικό, ἔγειρε ἁπαλὰ τὸ κεφάλι του πρὸς τὰ δεξιὰ καὶ ἄρχισε νὰ κλείνει τὰ μάτια του… Τότε ἐπαναλήφθηκαν ἀπὸ μόνα τους μέσα στὴν καρδιά μου τὰ λόγια τῆς δικῆς του καρδιᾶς, (ὅταν τότε μὲ ἀγκάλιαζε καὶ μοῦ ‘λεγε τὸ «εἶναι εὐκολότερο ὁ Ἥλιος νὰ σβήσει, παρὰ ἐμᾶς τοὺς δύο ψυχρότης νὰ χωρίσει») «… καὶ θὰ μοῦ κλείσεις τὰ μάτια». Ἀπόρησα καὶ βλέπω τὸν Γέροντα νὰ σταματάει νὰ κλείνει μόνος του τὰ μάτια του καὶ ἀκούω πάλι μὲς στὴν καρδιά μου τὴν γνώριμη φωνή του νὰ μοῦ λέει· «κλεῖσε μου τα ἐσύ».

Ἔμεινα ἐκστατικὸς καὶ θαύμασα τὴν Πνευματικὴ Ἀρχοντιὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἁγίου Πατέρα μας. Ὅλα ἔγιναν ὅπως τὰ πρόσταξε. Τὸν ντύσαμε ἀφοῦ τὸν ἄλειψα μὲ μύρο ἀπὸ αὐτὸ τοῦ Ἐπιταφίου, ὅπως τὸ ζήτησε καὶ πράγματι τοῦ ταίριαζε, γιατὶ ἴσχυε καὶ γι’ αὐτὸν σὰν τὸ πρότυπό του τὸν Παῦλο, τὸ «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Κάναμε ἀγρυπνία στὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης καὶ τὸν κηδέψαμε. Κατὰ τὶς 7 τὸ πρωὶ τῆς Τρίτης ἔγινε ἡ ταφή του μόνο μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Σκήτης, ὅπως ἐπιθυμοῦσε. Μέχρι ἐκείνη τὴν ὥρα ἡ θαλασσοταραχὴ δὲν ἐπέτρεπε σὲ κανένα νὰ πλησιάσει στὰ Καυσοκαλύβια… Μόλις τὸν κατεβάσαμε στὸν τάφο, λὲς καὶ ἀπὸ θεία προσταγή, ἡ θάλασσα γαλήνεψε…

Ἡ μέρα ἔμοιαζε ἀνοιξιάτικη, ἦταν ὅλα ὄμορφα, γλυκά, χαριτωμένα ἐκείνη τὴν ἡμέρα στὰ Καυσοκαλύβια… Ἡ εὐχὴ τοῦ ἁγίου Πατέρα μας, τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη, νὰ μᾶς σκεπάζει. Ἀμήν

Τοῦ Μοναχοῦ Ἀκάκιου Καυσοκαλυβίτη

πηγή : πειραϊκή εκκλησία
ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...