/*--

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Ἡ αἵρεση ὡς ἀναίρεση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος

Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ ἀναίρεση τῆς πραγματικότητας. Εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς ἐν Χριστῷ πραγματικότητας, ἡ φυγή ἀπό τήν κατά Θεόν ζωή στήν ἀντίθεη βερμπαλιστική παραδοξολογία πού ὁδηγεῖ στήν σχιζοφρένεια τοῦ ἀτομικισμοῦ καί τῆς ἐπιβουλῆς πάνω ἀπό τό χαρισματικό γεγονός τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἀλήθειας καί τῆς ἐμπειρίας της. Ἡ αἵρεση δέν εἶναι μία ἁπλή ὑπονόμευση τῆς Ἐκκλησίας ἤ μία λανθάνουσα ἄποψη γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά προσπάθεια τοποθετήσεως τῆς προσωπικῆς ἑρμηνείας καί βιώσεως τοῦ γεγονότος πάνω ἀπό αὐτό πού ἤδη ζεῖ τό ἐκκλησιαστικό σῶμα.

Μέ τήν αἱρετική ἀπόκλιση ἔχουμε κατακερματισμό τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας στά δόγματά της, πού εἶναι ἀποσαφηνισμένα στίς ἀποφάσεις, στά σύμβολα καί τούς ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλά καί σέ ὅλες τίς μορφές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κύριο κομμάτι τῆς ἱστορίας (Ν. Ματσούκα, Δογματική καί συμβολική Θεολογία Γ΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη). Ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι πρωτίστως ἐκλογή – ἐπιλογή κάποιων ὑποκειμενικῶν τοποθετήσεων μεμονωμένων προσώπων, ἔστω καί χαρισματικῶν, πού ὑπάρχουν σέ κάποιες ἱστορικές φάσεις τῆς Ἐκκλησίας καί πού «μιλᾶνε» ἀντ’ αὐτῆς.

Ὁ ἀληθινός θεολογικός λόγος βιώνεται ὑπαρξιακά καί χαρισματικά ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται ἐμπειρία μέσα στή λειτουργική καί μυστηριακή ζωή, τήν κάθαρση καί τόν φωτισμό. Πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ συνέχεια αὐτῶν πού ἡ πρώτη ἐκκλησιαστική κοινότητα ἔζησε ὡς αὐτήκοος μάρτυρας τῆς ἐνσάρκου παρουσίας τοῦ Θεοῦ – Λόγου, παραμένοντας διαχρονική μαρτυρία καί συμφωνία μέ τό ἑκάστοτε ἱστορικό σῶμα.

Ἡ ὀρθόδοξη διπλή μεθοδολογία τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἐκφρασμένη ἀπό τούς Πατέρες ὅλων τῶν ἐποχῶν, μᾶς διδάσκει ὅτι πρῶτα ὑπάρχει γεύση τῶν μυστηρίων τῶν διαρκῶν θεοφανειῶν κατά τήν ὁδό καί τήν ἐμπειρία τῶν προφητῶν ὡς ἑρμηνεία τῆς θέας τοῦ Θεοῦ – Λόγου «σύν ὅλῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ» (Πράξ 15,22) καί μετά ἀκολουθεῖ ἡ θεολογία. Συνεπῶς ἡ ἀπομόνωση, σχετικοποίηση ἤ ἀπολυτοποίηση ἐπιμέρους ὄψεων καί διατυπώσεων τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τίς αἱρέσεις ἀναιρεῖ τήν ἀλήθεια καί τήν πληρότητα τῆς ζωῆς καί ἀπό σχέση τή μετατρέπουν σέ ψευδή ζωή, πλάνη καί ἁμαρτία, μηδενισμό καί θάνατο.

Ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητας ἀπό τήν καθολική ἀλήθεια, ἐκφρασμένη πάντα εὐχαριστιακά καί ὑπό τόν ἐπίσκοπο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, δηλώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀντιπροσφέρει στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τήν ἀποτυχία καί τήν ἁμαρτία του ἀρνούμενος νά ἐνταχθεῖ ὡς ὕπαρξη στή σάρκα τῆς κοινωνίας τοῦ Χριστοῦ, στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 

Ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς διάνοιας καί τῆς λογικῆς μέ τήν ὁποία προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κατανοήσει τό μυστήριο τῆς Τριάδος, ἀκόμη καί οἱ ὁποιεσδήποτε συναισθηματικές ἤ ἠθικές δυνατότητες, ἀνεξάρτητες ἀπό τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, ὁδηγοῦν στήν αἵρεση, στό χάσμα ἀπό τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τή ζωή τοῦ Θεοῦ. Ἡ αἵρεση εὐαγγελίζεται στήν πραγματικότητα τήν θρησκειοποίηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ θρησκευτικότητα ἔχει ὡς κύριο γνώρισμά της τήν ἀτομοκεντρικότητα πού προσπαθεῖ νά καλύψει τό κομμάτι τῶν μεταφυσικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει γιά τήν κάλυψη ἄλλων ἀτομικῶν ἀναγκῶν. 

Ὁ ἀτομοκεντρικός τρόπος ὑπάρξεως πού ἐπιβάλλεται στά ὅρια καί τοῦ δικοῦ μας πλέον ἐκδυτικοποιημένου πολιτισμοῦ, ἀναιρεῖ ἄρδην τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, δίχως νά μάχεται ἤ νά ἀλλοιώνει τήν διατύπωση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀλήθεια ἀπό ἐμπειρικό γεγονός καθολικῆς σχέσης γίνεται ἀντικείμενο διανοητικῆς ἐπεξεργασίας. Ὁ ἐγκλωβισμός, ὅμως, στήν ἀτομοκεντρικότητα, καί κατά συνέπεια στήν ὑποκειμενικότητα τῆς ἀλήθειας, ἀπαξιώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀπό τήν ὑποκειμενικότητα τῆς ἀτομοκρατίας μέ τόν ἐγκεντρισμό του στόν τρόπο ὑπάρξεως τῆς σχέσεως μέ τόν Χριστό ὁ ὁποῖος ἐνσαρκώνει τήν Ἐκκλησία καί ἀποκαλύπτει τήν ἀλήθεια ὡς καθολική πλέον κοινωνία.

«Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εἶναι, ἡ ἀλήθεια κάθε ὑπαρκτῆς καί ὑπαρκτικῆς πραγματικότητας συγκεφαλαιώνεται σέ ἕνα δυναμικό «γίγνεσθαι», στό γεγονός τῆς σχέσης τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ μέ τό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου» (Χρήστου Γιανναρᾶ, Ἀλήθεια καί ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. ἐκδ. Γρηγόρη). Στό ἀγωνιῶδες ἐρώτημα: ποιά σχέση ὑφίσταται μεταξύ Θεοῦ καί κόσμου, ἡ Ὀρθοδοξία ὡς ὀρθοπραξία ξεκινώντας ἀπό τίς εἰκονικές περιγραφές τοῦ ἀπρόσιτου καί ταυτόχρονα προσεγγιζομένου Θεοῦ τῆς Α. Γ. καί κάνοντας τήν θεμελιώδη διάκριση κτιστοῦ – ἀκτίστου δέχεται τήν ἄμεση καί ἐνεργειακή σχέση Θεοῦ καί κόσμου. Οἱ ἄκτιστες Τριαδικές ἐνέργειες παρέχουν στόν κόσμο τό εἶναι, τό ζῆν, τό λόγο καί τήν τελείωση κατά τίς δεκτικότητες τῶν ὄντων. Τό γεγονός αὐτό ὡς πίστη θεμελιώνει τήν ἀνακαινιστική, μεταμορφωτική καί θεραπευτική ἐνέργεια τῆς ἀποκάλυψης στήν κτίση καί τήν ἱστορία. (Ν. Ματσούκα, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία Γ΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη).

Τό ἐμπειρικό αὐτό δεδομένο τῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἀρνεῖται κάθε αἵρεση, ἀναζητώντας τήν ἀλήθεια καί τήν σωτηρία–γνώση στήν διανοητική κατανόηση, στήν συναισθηματική βίωση καί τήν ἠθική ἐφαρμογή. Στήν Ἐκκλησία ἡ ἐμπειρία τοῦ προσώπου ἐκφράζεται ὡς γνώση μέσα ἀπό τήν ἀναπτυσσόμενη σχέση μέ τόν Θεό, δίχως ὡστόσο νά χάνεται ἡ ἑτερότητα καί ἡ διαφορετικότητα τοῦ ἄλλου. Ἀντίθετα ἀπό ὁποιαδήποτε θεωρία μηδενισμοῦ τοῦ προσώπου, ἐδῶ ἔχουμε αὐθυπέρβαση, ἀγαπητική προσφορά καί ἀνάδειξη τοῦ προσώπου ὡς ἀληθινοῦ.

Ἔτσι μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά βίωμα πρωτίστως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, καί στή συνέχεια τήν καταγραφή τοῦ βιώματος σέ δόγματα. Τά δόγματα τῶν Συνόδων δέν εἶναι ὑποκειμενικές θεωρίες, ἀλλά τά ὅρια τῆς ἀλήθειας πού βιώνει ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα καί πού τά ὀνομάζει «ὅρους». Αὐτά τά ὅρια προστατεύουν καί ὁροθετοῦν τήν ἀλήθεια ὡς πρός τήν πλάνη καί τήν αἵρεση, δηλαδή ἀπό τή μή Ἐκκλησία, ὡς πρός τόν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσης. Οἱ συνοδικοί «ὅροι» καί οἱ λειτουργικές ὁμολογίες τῆς πίστης εἶναι «σύμβολα» τῆς ἀλήθειας, «συμβάλουν» τήν προσωπική ἐμπειρία στήν κοινή ἐμπειρία καί ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ διατύπωση τῆς ἀλήθειας πού ἁπλῶς «ὁρίζει» καί διαστέλλει ἀπό τόν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας, συνεπάγεται ὅτι τά κριτήρια γιά τήν ὀρθή διατύπωση καί ἔκφραση τῆς ἀλήθειας δέν μπορεῖ νά εἶναι ποσοτικά, ἀλλά μόνο κριτήρια καθολικότητας τῆς ἀλήθειας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἕνα πρόσωπο-μέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος μπορεῖ νά σώζει στό πρόσωπό του καί νά σαρκώνει στή ζωή του καί στόν τρόπο ἐκφράσεώς του σύνολη τήν πίστη καί τήν ἀλήθεια, «τόν ὅλον Χριστόν», τόν καθολικό τρόπο ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας. Θυμόμαστε ἐδῶ ἐνδεικτικά ὡς ἱστορικά παραδείγματα τόν Μέγα Ἀθανάσιο, τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή καί τόν Ἅγιο Μᾶρκο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, πού διέσωσαν τήν Ἐκκλησιαστική ἀλήθεια ὡς προσωπικό – καθολικό γεγονός. 

Μία σύνοδος ἐπισκόπων, γιά νά ἀνακηρυχθεῖ οἰκουμενική καί νά ἔχουν οἱ ἀποφάσεις της δεσμευτικό χαρακτῆρα γιά τή ζωή τῶν πιστῶν καί τήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά ἀναγνωρισθεῖ ὡς ὀρθόδοξη ἀπό τήν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει νά μᾶς δείξει μέσα ἀπό τίς σελίδες της συνόδους μέ πολυάριθμους ἐπισκόπους, πού διεκδίκησαν τόν τίτλο τῆς οἰκουμενικότητας, ἀλλά οἱ ἀποφάσεις τους δέν ἀναγνωρίσθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, συνοψίζοντας τό μονοειδές τῶν αἱρέσεων, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ Πατέρες ὡς ἐπίσκοποι μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ὡς βασική προϋπόθεση συμμετοχῆς τους στήν Σύνοδο τήν μεταφορά τῆς ἐμπειρίας καί τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ ποιμνίου τους πού ζεῖ στήν ἐκκλησιαστική Τριαδοκεντρική ζωή, δίχως ἀποκλίσεις. Εἶναι τά «στόματα» τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας καί ταυτόχρονα φορεῖς τῆς καθολικῆς ἀλήθειας τῆς σωτηρίας, ὥστε μετά βεβαιότητος νά ἀποφαίνονται συνοδικά «ὅτι ἔδοξεν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν».

Ἡ αἵρεση, ὅπως εἰπώθηκε παραπάνω, εἶναι ἡ ἀκοινωνησία, ἡ μή σχέση μέ τήν καθολική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, τό καθημερινό της ἦθος καί τήν ἐμπειρία της, μέ ἀπρόβλεπτες σωτηριολογικές συνέπειες γιά τόν ἄνθρωπο: «ἔλυε τά μέλη τῆς ἀληθείας», ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος. (Ἔλεγχος καί ἀνατροπή τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, 1, 8,1 P. G. 7, 521 Α.). Οὐσιαστικά δηλαδή ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τόν ἀποκλίναντα σέ αἵρεση, σέ κοινωνία-σχέση μ’ αὐτήν καί ὁ ἴδιος θεληματικά ἀποκόβεται ἀπό τό κοινό ποτήριο, ἀπό τήν εὐχαριστιακή σύναξη, στηριζόμενος ἀποκλειστικά καί μόνο στό ἑωσφορικό «ἴδιον θέλημα», στόν δικό του τρόπο ζωῆς, πού τόν διατυπώνει ὡς σκέψη διάφορη ἀπ’ αὐτήν τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Παρόλα αὐτά ἡ Ἐκκλησία κάνει μία σαφῆ διάκριση διά στόματος Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «δέν πολεμᾶμε τόν αἱρετικό, ἀλλά τήν αἵρεση», «οὐ τόν ἄνθρωπον ἀλλά τήν πλάνην» (P.G. 50, 70).

Γιά τήν Ἐκκλησία, συνοψίζοντας, ἔχει τεράστια σημασία, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη βρίσκει σωτηρία στήν κοινωνία τῆς ἀγάπης, καί ὄχι στόν ἀτομισμό τῆς αἵρεσης. Ἡ σωτηρία εἶναι νίκη κατά τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, καί ὄχι ἀποτέλεσμα κρυφῆς γνώσης, προνόμιο ἑνός στενοῦ κύκλου ἐκλεκτῶν, ὅπως δίδασκαν οἱ Γνωστικοί. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά θεωθεῖ, νά γίνει Θεός «κατά χάριν» ἔχοντας σχέση μέ τόν Τριαδικό Θεό, καί ὄχι νά μένει κλεισμένος στά ὅρια τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπως δίδασκαν ὁ Ἄρειος καί ὁ Νεστόριος. Τό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο, Θεός καί ἄνθρωπος περιχωροῦνται στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά καταργεῖ τό ἕνα τό ἄλλο, ὅπως δίδασκε ὁ Εὐτύχιος. 

Ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος ὡς ἑνιαία ψυχοσωματική ὀντότητα μετέχει στήν ζωή τῆς χάρης καί τοῦ ἁγιασμοῦ, καί ὄχι μόνο ἕνα κομμάτι του, ὅπως ἔλεγαν οἱ Εἰκονομάχοι. Ἡ σωτηρία δέν εἶναι ἀποτέλεσμα φαινομενικῶν ἀτομικῶν ἐπιτηδευμένων δυνατοτήτων μέ ἀποστασιοποίηση ἀπό τόν κόσμο, ὅπως διδάσκει ὁ πιετισμός –εὐσεβισμός τοῦ σήμερα, ἀλλά εἶναι καρπός τῆς ἀληθινῆς σχέσεως τοῦ αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου μέ τόν αὐθεντικό, καί ὄχι παραποιημένο Τριαδικό Θεό μέσα στόν κόσμο, πού μεταμορφώνει μέ τήν μετάνοιά του ἐντός τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

Οἱ αἱρέσεις δέν σταμάτησαν νά ὑπάρχουν καί νά ταλανίζουν τήν Ἐκκλησία. Τά ἐρωτήματα γιά τήν σχέση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ κόσμου ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν. Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει μέσα ἀπό τήν μακραίωνη πορεία της ὅτι ἡ αἵρεση εἶναι ἀναίρεση τοῦ κοινοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῆς προσωπικῆς κοινωνίας καί σχέσης, τῆς κοινωνίας ζώντων καί τετελειωμένων, ἁμαρτωλῶν καί ἁγίων. (Χ. Γιανναρᾶ, Ἀλήθεια καί ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Γρηγόρη). Γι’ αὐτό καί εὔχεται: «…Παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν… τάς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος» (Εὐχή Μ. Βασιλείου – Θ. Λειτουργίας, Ἱερατικόν, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος).

τοῦ Ἀρχιμ. Μελίτωνος Μπέλλου

πηγή ; Η ΟΔΟΣ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...