/*--

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Τό πρόβλημα τῆς ἰσότητας ἀνδρῶν καί γυναικῶν

Στά πολύ παλιά χρόνια φαίνεται πώς ὑπῆρχε ἀντιπαράθεση μεταξύ ἀνδρῶν καί γυναικῶν ὡς πρός τήν κυριαρχία. Στήν ἀντιπαράθεση αὐτή – χωρίς νά εἴμαστε ἀπόλυτα βέβαιοι, γιατί χάνεται στά βάθη τῶν αἰώνων, – ἄλλοτε ἐπικρα- τοῦσε τό ἀνδρικό φύλο, ὅποτε εἴχαμε τήν πατριαρχία καί ἄλλοτε τό γυναικεῖο, ὅποτε εἴχαμε τή μητριαρχία. Πῶς θά ἦταν ἡ θέση τοῦ ἀνδρός στά χρόνια της μητριαρχίας, δέν εἴμαστε σέ θέση νά γνωρίζουμε, ἀφοῦ τό φαινόμενο αὐτό ἔγινε σέ πολύ παρωχημένους χρόνους.

Πάντως τά χρόνια τῆς πατριαρχίας τά ζήσαμε καί ἡ διαπίστωση εἶναι ἀπογοητευτική γιά τή θέση τῆς γυναίκας. Ἡ γυναίκα, λοιπόν, στήν πατριαρχική ἐποχή – ἀντίθετα πρός τόν ἄνδρα, πού ἦταν ἀσύδοτος στίς ἐνέργειες καί στή συμπεριφορά του, – βρισκόταν κάτω ἀπό τήν αὐστηρή ἐπίβλεψή του. Οἱ μέρες της περνοῦσαν μέσα στό γυναικωνίτη, δέν εἶχε δικαίωμα νά ἐργασθεῖ ἤ νά μορφωθεῖ, καί ἀποστολή της ἦταν νά ὑπηρετεῖ τόν ἄνδρα καί τά παιδιά τους. Σέ μερικά μέρη, μάλιστα, ὅταν πέθαινε ὁ ἄντρας – ἄν μάλιστα ἐκεῖνος εἶχε καί κάποιο ἀξίωμα – τότε ἡ ἀποστολή τῆς γυναίκας ἐθεωρεῖτο λήξασα καί θαπτόταν μαζί μέ τόν ἄνδρα της. 

Ἡ πρώτη διακήρυξη γιά τήν ἰσότητα ἀνδρῶν καί γυναικῶν ἔγινε ἀπό τόν χριστιανισμό. «Ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ – διακηρύττει ὁ Ἀπ. Παῦλος – οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ… πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ, 3:28). Στή νέα κοινωνία, δηλαδή πού ἐγκαθιδρύθηκε ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ ἀνδρός καί γυναικός. Ἀντίθετα ὅλοι εἴμαστε ἴσοι. Τά λόγια αὐτά, μαζί μέ τήν κατάργηση τῆς δουλείας καί τῶν φυλετικῶν διαφορῶν, πού διακηρύσσει ὁ ἴδιος Ἀπόστολος στό ἴδιο κεφάλαιο, ἀποτελοῦν τό μεγαλύτερο ἐπαναστατικό σάλπισμα. Μήνυμα, πού μόλις στίς μέρες μας μπορέσαμε νά ἀντιληφθοῦμε. Κι ἡ διακήρυξη αὐτή, παράξενη στό ἄκουσμά της, δύσκολη στήν ἐφαρμογή της, προπαντός γιά τά χρόνια ἐκεῖνα, δέν περιορίστηκε σέ λόγια. Μεταφράστηκε σέ πράξη, σέ ζωή. 

Ἔτσι, ἀντίθετα πρός τήν προχριστιανική ἐποχή πού οἱ φιλόσοφοι ἀπέκλειαν τίς γυναῖκες ἀπό τή διδασκαλία τους, γιατί τίς νόμιζαν κατώτερες ἀπό τούς ἄνδρες καί ἑπομένως ἀνίκανες νά κατανοήσουν τή διδασκαλία τους, ὁ Χριστός, ὡς δημιουργός, γνωρίζει καλά τίς δυνατότητες τῆς γυναίκας καί γι᾽ αὐτό ἀπευθύνεται ἐξίσου σέ ἄντρες καί γυναῖκες. Γιά τό λόγο αὐτό ἀκριβῶς, ὁ Χριστός δέν εἶχε μονάχα μαθητές, ἀλλά καί μαθήτριες, οἱ ὁποῖες, ὅπως τονίζουν οἱ Εὐαγγελιστές, τόν ἀκολουθοῦσαν ὅπως καί οἱ ἀπόστολοι καί ὑπηρετοῦσαν τό ἔργο Του. Εἶναι γνωστά στήν περίπτωση αὐτή τά ὀνόματα τῆς Μάρθας, τῆς Μαρίας, τῆς Σωσάννας, Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς καί Μαρίας τοῦ Κλωπᾶ.

 Ἀντίθετα ἀκόμα πρός τήν προχριστιανική ἐποχή, πού ἡ γυναίκα ἀποκλειόταν ἀπό κάθε κοινωνική ἐκδήλωση καί περιοριζόταν στό γυναικωνίτη, ὁ Χριστιανισμός τῆς ἀναθέτει τό κατ᾽ ἐξοχήν κοινωνικό ἔργο τῆς διακόνισσας, ὅπως ἦταν ἡ Φοίβη στίς Κεχρεές, ἡ Λυδία στούς Φιλίππους, ἡ Θέκλα στή Μικρά Ἀσία, ἡ Ὀλυμπιάδα στήν Καππαδοκία, ἡ Χλόη στήν Κόρινθο καί ἄλλες, πού ἀσχολοῦνταν μέ τήν ἀντιμετώπιση τῶν ἀναγκῶν σέ χριστιανικές κοινότητες, ὥστε νά μήν ὑπάρχουν ἐνδεεῖς καί φτωχοί ἀνάμεσά τους. Βέβαια σέ μερικά μέρη, ὅπως στή Σπάρτη, ἡ γυναίκα ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν κοινωνία. Ὁ ρόλος αὐτός, ὅμως, δέν ἦταν πρός ὄφελός της. Ἁπλά ἐπωμιζόταν ὅλες τίς ἐργασίες, γιά νά εἶναι οἱ ἄνδρες ἐντελῶς ἀπερίσπαστοι στή στρατιωτική ἐκπαίδευση καί ὑπηρεσία. 

Τί νά πεῖ δέ κανείς γιά τήν ἐξύψωση τῆς γυναίκας στό πρόσωπο τῆς Παναγίας, τήν ὁποία ἀπό ὀρφανή καί ἄσημη κόρη, τήν ἀνέδειξε «τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ» καί κατέχει τήν πρώτη θέση ἀνάμεσα σ᾽ ὅλους τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας; Καί ἡ χριστιανή γυναίκα ὅμως δέν ὑστέρησε. Ἀνταποκρίθηκε στήν τιμή αὐτή, πού τῆς προσέφερε ὁ Χριστιανισμός καί ἔδειξε στήν πράξη τήν ἀξία της, καί πόσο δίκαιη ἦταν ἡ ἀναγνώρισή της ἀπό τό Χριστιανισμό. Καί πρῶτα – πρῶτα κατά τή νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, ὅταν αὐτοί οἱ ἴδιοι οἱ ἀπόστολοι, φοβισμένοι καί ἔντρομοι, ὕστερα ἀπό τή Σταύρωση τοῦ Διδασκάλου τους, ἦταν κρυμμένοι στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, οἱ μυροφόρες γυναῖκες, θαρραλέες καί ἀτρόμητες ἔσπευσαν μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους, στόν τάφο τοῦ Διδασκάλου τους γιά νά ἐκπληρώσουν τό καθῆκον τους πρός Ἐκεῖνον. Γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ἀξιωθήκανε νά γίνουν καί οἱ πρῶτοι μάρτυρες καί διδάσκαλοι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, «καί ἐπλήσθη χαρᾶς τό στόμα αὐτῶν ἐν τῷ κράζειν: Ἀνέστη ὁ Κύριος» (Ἀναστάσιμο στιχηρό τῶν Αἴνων, Β΄ ἤχου). 

Ὅταν δέ ἀργότερα ξέσπασαν οἱ φοβεροί διωγμοί ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ χριστιανές γυναῖκες ἔδειξαν ἀπαράμιλλη δύναμη καί θάρρος, πού ἔφεραν σέ δύσκολη θέση τούς διῶκτες. Ἀντιμετώπισαν τά φριχτά βασανιστήρια κι αὐτόν τό θάνατο, πού γιά πρώτη φορά ὁ ἡρωισμός ἔπαψε νά εἶναι ἀνδρικό προνόμιο. Κι ἔχουμε στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας πλῆθος μαρτύρων γυναικῶν ὅπως π.χ. τήν Ἁγία Βαρβάρα, τήν Ἁγία Αἰκατερίνη, τήν Ἁγία Μαρίνα, τήν Ἁγία Ἀναστασία, τήν Ἁγία Εὐφημία καί τήν Ἁγία Παρασκευή. Ἐκεῖ, ὅμως, πού οἱ χριστιανές γυναῖκες ἔφθασαν σέ ἀπροσπέλαστα ὕψη, εἶναι στή διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν τους. Εἶναι γνωστά τά ὀνόματα τῆς Ἐμμέλειας, τῆς Νόννας, τῆς Ἀνθούσας, τῆς Μόνικας, τῆς Ἑλένης, πού χάρισαν στήν Ἐκκλησία καί στήν κοινωνία, Βασιλείους, Γρηγορίους, Χρυσοστόμους, Αὐγουστίνους, Κωνσταντίνους καί τόσους ἄλλους. Ἔκπληκτοι οἱ εἰδωλολάτρες μπροστά στό μεγαλεῖο τῶν χριστιανῶν γυναικῶν, ἀναφωνοῦσαν μαζί μέ τό μεγάλο εἰδωλολάτρη ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο «βαβαί οἷαι γυναῖκες παρά τοῖς χριστιανοῖς εἰσι». 

Ἀλλοίμονο, τί ὑπέροχες γυναῖκες ὑπάρχουν μεταξύ τῶν χριστιανῶν. Βέβαια, ἡ διακήρυξη αὐτή, σ᾽ ὅλο της τό πλάτος, ἐφαρμόστηκε ἀπό ἐκείνους πού ἐνστερνίσθησαν τή χριστιανική διδασκαλία καί τήν ἐφήρμοσαν στήν ζωή τους. Ὑπῆρξαν, ὅμως, καί ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού οὔτε γνώρισαν, οὔτε θέλησαν νά θέσουν τόν Εὐαγγελικό νόμο κανόνα καί ὁδηγό στή ζωή τους. Ὅλοι αὐτοί, ναί μέν κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση ἐκείνων πού ἐνστερνίσθησαν τή χριστιανική διδασκαλία ἄλλαξαν κάπως τακτική, δέν μπόρεσαν ὅμως νά ξεφύγουν τελείως ἀπό τήν παλιά νοοτροπία. Ὁ αὐταρχισμός τοῦ ἄνδρα, ἄν καί μετριασμένος, ἐξακολούθησε, καί ἡ μειονεκτικότητα τῆς γυναίκας στήν ἐργασία, στήν ψυχαγωγία, στήν ἐλευθερία συνεχιζόταν. Εὐτυχῶς ὅμως σήμερα, ὕστερα ἀπό 2.000 χρόνια ἀπό τήν εὐαγγελική διακήρυξη τῆς ἰσότητας, ἀντιληφθήκαμε τήν ἀλήθεια αὐτή καί ἀγωνιζόμαστε δυναμικά γιά τήν ἐφαρμογή της. Πάρα πολλοί σύλλογοι ἔχουν ἱδρυθεῖ, πού ἀγωνίζονται μαχητικότατα γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος. Καί τά ἀποτελέσματα εἶναι ἱκανοποιητικά. 

Ὁ Ὀργανισμός Ἡνωμένων Ἐθνῶν (Ο.Η.Ε.) στή διακήρυξη τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου περιέλαβε καί τήν ἰσότητα ἀνδρῶν καί γυναικῶν. Στίς 8 Μαρτίου 1857 οἱ ἐργάτριες ἱματισμοῦ τῆς Νέας Ὑόρκης ξεσηκώθηκαν γιά πρώτη φορά σέ μία αἱματοβαμμένη διαμαρτυρία γιά τίς ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας τους. Τό 1910 ἡ Γερμανίδα ἐπαναστάτρια Κλάραν Τσέκιν ζήτησε καί πέτυχε τήν κα- θιέρωση τῆς 8ης Μαρτίου ὡς παγκόσμιας ἡμέρας τῆς Γυναίκας. Μόνο πού στίς ἐπιδιώξεις τους αὐτές ἔφθασαν σέ πολλές ἀκρότητες καί ὑπερβολές. Στήν προσπάθειά τους νά λύσουν τό ἀκανθῶδες αὐτό πρόβλημα, δημιούργησαν ἄλλα προβλήματα πού ἔβλαψαν καί τόν ἴδιο τους τόν ἑαυτό, μέ προεκτάσεις στήν οἰκογενειακή καί κοινωνική ζωή. 

Ἔτσι: 

α) Ἀντί νά ἐπιδιώξουν νά διεκδικήσουν τά ὑγιῆ προνόμια, ὅπως εἶναι τό δικαίωμα τῆς ἐργασίας, τῆς ἴσης ἀμοιβῆς, τῆς καλῆς ψυχαγωγίας, τῆς ψήφου κ.ἄ. καί νά ἀγωνισθοῦν νά ἀφαιρέσουν καί ἀπό τούς ἄνδρες παρεκτροπές καί κακές συνήθειες – πού κακῶς τούς ἐσυγχωροῦντο κατά κάποιο τρόπο, τόσο καιρό – ὅπως εἶναι ἡ συζυγική ἀπιστία, ἡ ἀνηθικότητα, τά ξενύχτια, οἱ κραιπάλες καί οἱ μέθες, οἱ χαρτοπαιξίες, οἱ ἐξαρτήσεις, ὁ αὐταρχισμός, ἡ ἀσυδοσία κ.ἄ., μιμήθησαν τίς παρεκτροπές αὐτές καί οἱ ἴδιες. Καί ἡ κατάληξη, θλιβερή στό κατάντημά της, καταστρεπτική στίς συνέπειές της, τή διαπιστώνουμε ὅλοι μας. Τά ἤθη διεφθάρησαν, τά προβλήματα αὐξήθηκαν καί ἄνοιξε ὁ δρόμος στόν κλονισμό τῆς οἰκογενειακῆς γαλήνης καί τῆς ἁρμονικῆς κοινωνικῆς συμβίωσης. 

β) Ἀντί νά λαμβάνονται ὑπόψη οἱ ἰδιαιτερότη- τες ἀνάμεσα στούς ἄνδρες καί τίς γυναῖκες, πολλές ἀπό τίς ὁποῖες καί ἡ ἴδια ἡ φύση διακρίνει (λ.χ. σωματική ρώμη γιά τούς ἄνδρες, μητρότητα, κυοφορία γιά τίς γυναῖκες), πού δίνουν αὐξημένες ἁρμοδιότητες στά ἄτομα, ἀνάλογα μέ τό φύλο τους, ἀπαιτοῦν τίς ἴδιες ἁρμοδιότητες παντοῦ, ἀκόμα καί στίς βαριές ἀσχολίες καί ἐπαγγέλματα, πού προσθέτουν στίς γυναῖκες περισσότερα βάρη καί χειροτερεύουν, ἀντί νά καλυτερεύουν τή θέση τους. 

γ) Θεωρώντας ἐκ προοιμίου κάθε τί τό ἀνδρικό ὡς ἀνώτερο, καλύτερο καί ἑπομένως διεκδικήσιμο, καί κάθε τί τό γυναικεῖο ὡς ὑποδεέστερο, κατώτερο καί ἑπομένως ἀποβλητέο, περιφρόνησαν κάθε γυναικεία ἀσχολία, ἀκόμα κι αὐτή τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν, τό νοικοκυριό κ.ἄ. κι ἀκολούθησαν τίς ἐργασίες μέ τίς ὁποῖες ἀσχολοῦνταν οἱ ἄνδρες καί οἱ ὁποῖες γι᾽ αὐτό τό λόγο καί μόνο ἐθεωροῦντο ἀνώτερες. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἔχουν τήν ἰδέα πώς ἀνεβαίνουν κοινωνικά, παραγνωρίζοντας κατάφωρα τήν ἀνάγκη, ἀλλά καί τήν ἐπιθυμία καί τήν ἱκανοποίηση ἀκόμα τῶν παιδιῶν νά γαλουχοῦνται, νά ἀνατρέφονται, νά ἀναπτύσσονται καί νά μεγαλώνουν κάτω ἀπό τή στοργική φροντίδα τῆς μητέρας τους. 

δ) Ἐπιδιώκοντας νά ἀσκοῦν καί τά δυό μέλη τίς ἴδιες ἐργασίες, συγχέουν τούς ρόλους τους, καί ἀντί ἡ ἕνωση ἀνδρός καί γυναικός νά εἶναι ἀλληλοσυμπλήρωση, γίνεται συνεταιριστική σχέση, στήν ὁποία καί τά δυό μέλη ἀκολουθοῦν παράλληλη πορεία, μέ ξεχωριστό κεσέ καί μέ ξέχωρη συμμετοχή τοῦ καθενός στίς δαπάνες τῆς οἰκογένειας. Ὅλα αὐτά πάλι, γίνονται ἀφορμή νέων ἀνταγωνισμῶν, συνεχῶν προστριβῶν καί διεκδικήσεων, πού χαλοῦν τήν ἁρμονική συμβίωση καί ταρακουνοῦν ἀθόρυβα, ἀλλά σταθερά τά θεμέλια τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου. Ἔπειτα ἡ ἐπιδίωξη αὐτή, νά μοιάζουν σέ ὅλα μέ τούς ἄνδρες, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς ἀπό τήν ἴδια τη φύση ὑπάρχουν διαφορές, καί νά ἀσκοῦν τίς ἴδιες ἐργασίες, σ᾽ ὅλους τούς τομεῖς, ἀντίθετα πολλές φορές πρός τή φύση τους, οὔτε καί αὐτό ὠφελεῖ κανένα, οὔτε προσθέτει τίποτε στήν ἰσότητα. 

Κι αὐτό γιατί ἴσοι δέν εἶναι μόνο ὅσοι ταυτίζονται σέ ὅλα, ὅπως λ.χ. στήν ἐξίσωση (2 + 4 + 6 + 8 + 10 = 2 + 4 + 6 + 8 + 10), ἀλλά καί ὅσοι διαφέρουν μέν σέ μερικά, ἀλλά τό ἀποτέλεσμα καί τῶν δυό εἶναι ἴσο, ὅπως στήν ἐξίσωση (2 + 3 + 6 + 9 + 10 = 2 + 4 + 6 + 8 + 10). Κι αὐτό γιατί ἄν προσθέσουμε τούς ἀριθμούς καί τῶν δυό περιπτώσεων θά διαπιστώσουμε τήν ἰσότητα, γιατί ἄσχετα ἄν μερικοί ἀριθμοί εἶναι διαφορετικοί, ὅμως τό ἄθροισμα καί τῶν δυό εἶναι τό ἴδιο, στήν προκειμένη περίπτωση τριάντα (30). 

Ἡ Χριστιανική διδασκαλία, λοιπόν, στό σημεῖο αὐτό, χωρίς νά καταργεῖ τήν ἰσότητα ἀνδρῶν καί γυναικῶν, λαμβάνει ὑπόψη τίς ἰδιαιτερότητες, πού ὑπάρχουν ἀνάμεσα στούς ἄνδρες καί στίς γυναῖκες, τίς ἀξιολογεῖ καί προτιμᾶ γιά τό κάθε φύλο ἀσχολίες πού προσιδιάζουν καί ἀνταποκρίνονται περισσότερο στό καθένα. Ἔτσι καί ἡ ἰσότητα διασφαλίζεται, ἀλλά καί ἡ οἰκογενειακή καί κοινωνική ἁρμονία καί συμβίωση ἐπιτυγχάνεται. Εὐτυχῶς πολλές γυναῖκες καί σύλλογοι πού ἀγωνίζονται γιά τήν ἐξύψωση τῶν γυναικῶν ἔχουν ἀντιληφθεῖ πολλά ἀπό τά λάθη στά ὁποῖα ἔφθασαν καί παίρνουν μετριοπαθέστερη στάση σέ παράλογες καί ἐξεζητημένες ἐπιδιώξεις καί διεκδικήσεις. 

Εὐχή μας εἶναι νά τά ἀντιληφθοῦν καί ὅλα τά φεμινιστικά κινήματα καί πρό παντός οἱ ἴδιες οἱ γυναῖκες, ἐξετάζοντας νηφαλιότερα, συνετότερα καί ἀντικειμενικότερα τά πράγματα, γιά νά μήν καταλήγουν σέ ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ καί ἀντίθετα πρός τούς σκοπούς γιά τούς ὁποίους ἀγωνίζονται. Πάντως, εἴτε τό ἀντιληφθοῦν εἴτε ὄχι, οἱ πραγματικοί καί ἀληθινοί χριστιανοί σύζυγοι, θά καταυγάζονται καί θά καθοδηγοῦνται ἀταλάντευτα – ὅπως πάντα – ἀπό τό λόγο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά παρασύρονται ἀπό τίς κενοφωνίες τοῦ νεωτερίστικου πνεύματος καί θά ἀποτελοῦν φωτεινά παραδείγματα σταθεροῦ, ἁρμονικοῦ κι εὐτυχισμένου βίου.

τοῦ Χαράλαμπου Μελεούνη, συνταξιούχου θεολόγου

πηγή : Η ΟΔΟΣ
Τετραμηνιαία ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ρόδου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...