/*--

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι μόνη παρατημένη με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους για να μη σκέφτονται βάσανα και πόνους γιορτάσιμες ημέρες που ήσαν, αφού είχαν περάσει τα Χριστούγεννα και περίμεναν την πρωτοχρονιά.

Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξε τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιαζόταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε. Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί θα έβλεπαν ότι η γριά δε φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι, σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας σοβαρός κύριος, που κρατούσε μια ακριβή τσάντα, περίμενε και αυτός στη στάση αλλά κρατούσε απόσταση.

Μια κοπέλα περίμενε και αυτή. Κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας αλλά δε μίλησε. Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα.

Ο άνδρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύρισε στο κάθισμα κι’ έπαιζε με τα δάκτυλά του. «Γεροντική άνοια» κλέφτηκε.

Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και είπε από μέσα του « αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχια. Θα ζητήσω να με βάλουν σε άλλη γραμμή».

Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά «κοίταξε μαμά αυτή τη γριούλα είναι ξυπόλυτη». 

Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους Ανδρέα. Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». 

«Αυτή έχει μεγάλα παιδιά» είπε μια κυρία, που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.

Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της.

«Φταίνε οι δεξιοί» απάντησε η φίλη της «παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». 
«Όχι φταίνε οι άλλοι» μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς».

«Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος, που έμοιαζε μορφωμένος. « Αν αυτή η γριά αποταμίευε, όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα».

Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους, που έβγαλε τέτοια βαθειά ανάλυση.

Ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε κυρία ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.

Μια καλοντυμένη κυρία πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε δεν έχω χρήματα. Μπορώ όμως να απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το «μάνα» εξ ουρανού και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τις γιορτές».

Στην επόμενη στάση ένα παλληκάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσικής. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουγε. Πήγε και κάθισε απέναντι από τη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό, για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλληκάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα.

«Γιαγιά» είπε «βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω και άλλα.» Προσεκτικά και απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες και ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.

Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι! Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;» ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος» είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος» είπε ένας άλλος. «Κοίτα έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπς η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι που είχε δείξει με το δάκτυλο τη γιαγιά είπε. «όχι μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν «ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

ΓΡΑΦΕΙ: Ο Παναγιώτης Κ. Ματθαίου
υποστράτηγος ε.α.

πηγή : εφημερίδα Η ΒΥΤΙΝΑ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...