/*--

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Περί της Παραδόσεως.

Δεν είναι εύκολο να ορίσουμε την έννοια της Παράδοσης της Εκκλησίας. Για την ακρίβεια, ενώ κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφοροι ορισμοί, κανείς από αυτούς δεν έχει γίνει καθολικά αποδεκτός. Τολμάμε λοιπόν και εμείς να προσθέσουμε στους ήδη υπάρχοντες ακόμη έναν, αφήνοντας το έργο της αξιολόγησής του στην κρίση των αναγνωστών μας. Παράδοση είναι οτιδήποτε δημιουργήθηκε μέσα στην Εκκλησία με το Φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Την έννοια αυτού του ορισμού θα αναπτύξουμε στη συνέχεια του λόγου μας.

Είδαμε πως για τη χριστιανική διδασκαλία ο Θεός είναι το πλήρωμα της Αλήθειας και της Ζωής. Εφόσον όμως ο Θεός είναι από τη Φύση Του άπειρος, άρα και η Αλήθεια και η Ζωή, που ταυτίζονται με την ύπαρξή Του, είναι και αυτές στο πλήρωμά τους άπειρες. Ο άνθρωπος ως πεπερασμένο ον δεν μπορεί να γνωρίσει την Αλήθεια και τη Ζωή στην ολότητά τους, γιατί η κτιστή ανθρώπινη φύση δεν αντέχει το πλήρωμα αυτής της γνώσης. Από την άλλη μεριά ο άνθρωπος κατά τη χριστιανική διδασκαλία έχει την ικανότητα να μετέχει στις άκτιστες Ενέργειες του Θεού και μέσα από την ένωσή του με αυτές να αποκτά την οντολογική γνώση της Αλήθειας και της Ζωής. Πως όμως μπορούν να συνυπάρχουν οι δύο αυτές αντίθετες θέσεις; Πως είναι δυνατόν ο άνθρωπος να αδυνατεί να γνωρίσει την Αλήθεια στο πλήρωμά της, αλλά παράλληλα να είναι και ικανός να τη γνωρίσει;

Η απάντηση του ερωτήματος βρίσκεται στα λόγια που απηύθυνε ο Χριστός προς τους μαθητές κατά το Μυστικό Δείπνο: : «…Ἔτι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ’ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι. Ὅταν δὲ ἔλθῃ Ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν Ἀλήθειαν…» (Ιωάν. 16,13). Ο Κύριος στο σημείο αυτό αναγγέλλει στους μαθητές πως το Άγιο Πνεύμα μετά την Πεντηκοστή θα συνεχίσει το έργο της διδασκαλίας Του. Τους εξηγεί μάλιστα πως το Άγιο Πνεύμα θα τους προσφέρει και άλλες διδασκαλίες που ο Ίδιος δεν τις παρέδωσε, αν και το επιθυμούσε, εξαιτίας της αδυναμίας τους να τις κατανοήσουν. Με τις διδασκαλίες αυτές ο Παράκλητος θα τους οδηγήσει, «…εἰς πᾶσαν τὴν Ἀλήθειαν…». Τι σημαίνουν άραγε αυτά τα λόγια του Κυρίου; 

Ο Θεός σε συνεργασία με τον άνθρωπο μέσα από το Σχέδιο της Θείας Οικονομίας κατεργάζεται τη σωτηρία μας. Για την πραγματοποίησή της ο Θεός φανερώνει στον άνθρωπο την Αλήθεια και τη Ζωή, τον ίδιο δηλαδή τον Εαυτό Του. Η φανέρωση του Θεού νοείται πάντα ως οντολογική μετοχή του ανθρώπου στην Αλήθεια και τη Ζωή. Η διαδικασία αυτής της φανέρωσης ορίζεται ως «αποκάλυψη». Η διαδικασία της αποκάλυψης είναι αχώριστα ενωμένη με την ανάγκη του ανθρώπου για την πραγμάτωση της σωτηρίας. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίσει βαθύτερα την Αλήθεια προκειμένου να εξασφαλίσει τη δυνατότητα της σωτηρίας και ζητά από το Θεό τη γνώση αυτή με υπαρξιακή αγωνία και πόνο ψυχής, τότε ο Θεός, απαντώντας στο αίτημα και την ανάγκη του ανθρώπου για σωτηρία, αίρει το πέπλο που τον εμποδίζει να μετέχει στην Αλήθεια.

 Έτσι ο άνθρωπος κατά το μέτρο της δωρεάς του Θεού γίνεται ικανός να «θεωρεί» την Αλήθεια βαθύτερα και συνεπώς να την γνωρίζει πληρέστερα, έστω και αν το πλήρωμά της παραμένει άπειρο στην ολότητά του. Τελικά το κριτήριο με το οποίο καθορίζεται το μέτρο της γνώσης της Αλήθειας είναι αφενός μεν η ανάγκη του ανθρώπου για την πραγμάτωση της σωτηρίας, αφετέρου δε τα όρια αντοχής της ανθρώπινης φύσης. Πιο απλά, ο Θεός δεν αποκαλύπτει στον άνθρωπο την Αλήθεια και τη Ζωή ούτε περισσότερο από όσο αντέχει η κτιστή φύση του, αλλά ούτε και λιγότερο από όσο είναι αναγκαίο για τη σωτηρία του. Με βάση τα ανωτέρω μπορούμε να κατανοήσουμε ορθά τα λόγια του Κυρίου. Όταν ο Κύριος λέει στους μαθητές πως το Άγιο Πνεύμα θα τους οδηγήσει «…εἰς πᾶσαν τὴν Ἀλήθειαν…» δεν εννοεί πως ο Παράκλητος θα τους χαρίσει το πλήρωμα της Αλήθειας και της Ζωής.
Αυτό άλλωστε θα υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια της ανθρώπινης φύσης. 

Επίσης τα λόγια αυτά δεν προϋποθέτουν κάποια ατέλεια ή έλλειψη στο διδακτικό έργο του Κυρίου που θα διορθωθεί ή θα συμπληρωθεί από το Άγιο Πνεύμα. Αντίθετα, όλα όσα μας δίδαξε ο Κύριος είναι απολύτως γνήσια και τέλεια. Τέλος, δεν σημαίνουν πως το Άγιο Πνεύμα θα διδάξει στους μαθητές «νέες» αλήθειες, διαφορετικές από αυτές που μας δίδαξε ο Χριστός. Εννοεί πως ο Παράκλητος με το Φωτιστικό Του έργο θα βοηθήσει τους μαθητές να γνωρίσουν βαθύτερα την Αλήθεια που τους αποκάλυψε ο Χριστός (την ίδια Αλήθεια και όχι κάποια άλλη) και θα χαρίζει στην Εκκλησία σε κάθε εποχή τη γνώση της Αλήθειας αυτής στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε πως η Αλήθεια ως οντολογικό γεγονός είναι ενιαία. Αυτό σημαίνει πως ο Μωυσής, οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Πατέρες και γενικά όλοι οι Άγιοι γνώρισαν τον ίδιο Θεό, απέκτησαν μέσα από την εμπειρία της Θεώσεως την οντολογική γνώση της ίδιας Αλήθειας και της ίδιας Ζωής. Γι᾽ αυτὸν άλλωστε το λόγο στο χώρο της Θεολογίας δεν έχουμε ποτέ «νέες» αλήθειες. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η ίδια Αλήθεια μέσα στα πλαίσια του Σχεδίου της Θείας Οικονομίας προοδευτικά αποκαλύπτεται βαθύτερα στον άνθρωπο ανάλογα με την ανάγκη της σωτηρίας του, χωρίς όμως ποτέ να εξαντλείται στο πλήρωμά της. Έτσι ο άνθρωπος γνωρίζει την Αλήθεια, αλλά ποτέ δεν εξαντλεί τη γνώση της. Απόδειξη του ενιαίου χαρακτήρα της Αλήθειας είναι πως οι διάφορες κατά καιρούς ορθές γλωσσικές διατυπώσεις της είναι πάντα «ομόλογες» μεταξύ τους. Με τον όρο «ομόλογες» δηλώνεται η απόλυτη συμφωνία όλων των ορθών γλωσσικών διατυπώσεων της Αλήθειας. Αυτό σημαίνει πως όταν αυξάνεται η γνώση της Αλήθειας και συνεπώς διευρύνεται και η γλωσσική της διατύπωση, το «πλέον», δηλαδή το καινούργιο που προστίθεται στα ήδη υπάρχοντα, είναι πάντοτε σύμφωνο με αυτά και κατά αντίστροφη έννοια δεν έρχεται ποτέ σε αντίθεση μαζί τους. 

Το μυστήριο της Αγίας Τριάδας για παράδειγμα εμφανίζεται ελάχιστα και αινιγματικά στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης. Σε αυτήν, αν και η Τριαδικότητα του Θεού υπονοείται ή ακόμη και μαρτυρείται σε καίρια χωρία της, κυριαρχεί η ιδέα της μοναδικότητας του Θεού, γιατί αυτή αντιδιαστέλλει τον Ισραήλ από τους πολυθεϊστικούς και ειδωλολατρικούς λαούς του περιβάλλοντός του. Αυτός ο ιδιαίτερος τονισμός της μοναδικότητας του Θεού δημιουργεί τη λανθασμένη αίσθηση της απόλυτης Υποστατικής μονοθεΐας. Στα χρόνια της Καινής Διαθήκης ο Χριστός μιλά με μεγαλύτερη σαφήνεια για το μυστήριο της Αγίας Τριάδας και τις σχέσεις των Προσώπων Της, ενώ λίγο αργότερα οι Απόστολοι θα αναπτύξουν ακόμη πιο διεξοδικά το θέμα αυτό. Στην περίοδο τέλος της Εκκλησίας οι Πατέρες, αγωνιζόμενοι να αντικρούσουν τις προκλήσεις των αιρέσεων, θα προβούν σε ακόμη λεπτότερες διακρίσεις σχετικά με το μυστήριο της Αγίας Τριάδας και θα μας αναπτύξουν πληρέστερα τα σχετικά με την αιώνια ύπαρξη Της. Όσα όμως μας είπαν για την Αγία Τριάδα οι Πατέρες είναι απόλυτα σύμφωνα με όσα μας είπαν για Αυτήν ο Μωυσής, οι Προφήτες, ο Χριστός και οι Απόστολοι, γιατί όλοι αυτοί γνώρισαν και διατύπωσαν γλωσσικά ο καθένας στην εποχή του την ίδια Αλήθεια. Και κατά αντίστροφη έννοια, η συμφωνία της διδασκαλίας των Πατέρων για την Αγία Τριάδα με την αντίστοιχη διδασκαλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης αποτελεί απτή αντικειμενική απόδειξη της ορθότητάς της και ασφαλή εγγύηση της γνησιότητάς της.

Αξίζει τέλος να διευκρινίσουμε πως ακόμη και μετά τη θεολογική προσφορά των Πατέρων η γνώση του μυστηρίου της Αγίας Τριάδας δεν εξαντλείται. Υπάρχουν και άλλες πτυχές της που τις αγνοούμε, γιατί η γνώση τους δεν είναι αναγκαία για τη σωτηρία μας. Παρόλα αυτά, αν στο μέλλον χρειαστεί να γνωρίσουμε κάποια από αυτές, ώστε να εξασφαλιστεί η σωτηρία μας, τότε ο Παράκλητος θα μας την αποκαλύψει. Ας αποτολμήσουμε ένα παράδειγμα. Γιατί άραγε τα Πρόσωπα της Θεότητας είναι Τρία και όχι δύο ή τέσσερα ή πέντε; Σίγουρα αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά υπάρχει κάποιος λόγος. Αυτός ο λόγος δεν μας αποκαλύφθηκε μέχρι σήμερα, γιατί η γνώση του δεν είναι αναγκαία για τη σωτηρία μας, αφού καμία αίρεση δεν έθεσε ποτέ το ζήτημα αυτό, προσπαθώντας αποτυχημένα να το ερμηνεύσει. 

Αν όμως στο μέλλον εμφανιστεί μια τέτοια αίρεση και η γνώση αυτής της πτυχής του μυστηρίου της Αγίας Τριάδας αποκτήσει σωτηριολογικές διαστάσεις, τότε ο Κύριος θα Φωτίσει έναν Θεολόγο και θα του αποκαλύψει τη γνώση της. Αυτός με τη σειρά του θα διατυπώσει γλωσσικά με ορθό τρόπο τη βαθύτερη Αλήθεια που του χάρισε ο Θεός και θα τη διδάξει στην Εκκλησία. Μέχρι τότε οφείλουμε να αρκούμαστε σε όσα ήδη γνωρίσαμε από τους Πατέρες, αφού αυτά είναι αρκετά για τη σωτηρία μας και αποτελούν ομόλογη συνέχεια της Αλήθειας που αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή και γενικά στην προγενέστερη Παράδοση. Τελικά στο γεγονός της Θεολογίας συνεργάζονται δυο παράγοντες: Ο Θεός που επιθυμεί τη σωτηρία μας και αποκαλύπτει τον Εαυτό Του όσο είναι αναγκαίο και δυνατό, και ο άνθρωπος που αγωνίζεται για τη σωτηρία του και ζητά από το Θεό τη σώζουσα Αλήθεια.

Θα ήταν ίσως παράλειψη αν στο σημείο αυτό δεν προβαίναμε σε μία σημαντική διευκρίνιση. Υπάρχουν μεταξύ των ερευνητών δύο διαφορετικές προσεγγίσεις σχετικά με το ζήτημα της ανάπτυξης της γλωσσικής διατύπωσης της Θεολογίας. Η πρώτη υποστηρίζει πως η ανάπτυξη της γλωσσικής διατύπωσης της Θεολογίας δεν προϋποθέτει βαθύτερη γνώση της Αλήθειας. Σύμφωνα με αυτήν οι εκφραστές της Παράδοσης (Προφήτες, Απόστολοι, Πατέρες) και γενικά όλοι οι Άγιοι γνωρίζουν την Αλήθεια όχι ανάλογα με την ανάγκη πραγμάτωσης της σωτηρίας, αλλά ανάλογα με το μέτρο της προσωπικής τους δεκτικότητας και εντός φυσικά των ορίων αντοχής της ανθρώπινης φύσης. Στη συνέχεια οι Πατέρες, ανταποκρινόμενοι στις ανάγκες της εποχής τους και τις προκλήσεις των αιρέσεων, αναπτύσσουν μόνο τη γλωσσική διατύπωση της Αλήθειας. Σύμφωνα λοιπόν με την προσέγγιση αυτή μέσα στο πλαίσιο της Παράδοσης το μόνο πράγμα που πραγματικά αυξάνει δεν είναι η μετοχή στην Αλήθεια, αλλά η γλωσσική διατύπωση της Αλήθειας.

Η δεύτερη προσέγγιση αντίθετα υποστηρίζει πως η ανάπτυξη της γλωσσικής διατύπωσης της Θεολογίας προϋποθέτει πάντα τη βαθύτερη γνώση της Αλήθειας. Σύμφωνα με αυτή οι Πατέρες μπόρεσαν να αποκτήσουν βαθύτερη γνώση της Αλήθειας σε σχέση με τους προγενέστερους εκφραστές της Παράδοσης (ακόμη και από τους Αποστόλους) και τότε μόνο κατέστησαν ικανοί να προβούν στην ανάπτυξη της γλωσσικής διατύπωσης της Θεολογίας. Σύμφωνα λοιπόν με την προσέγγιση αυτή μέσα στο πλαίσιο της Παράδοσης δεν αυξάνει μόνο η γλωσσική διατύπωση της Αλήθειας, αλλά και η οντολογική της γνώση. Δεν είναι εύκολο να αποφανθεί κανείς με ασφάλεια για το ποια από τις δύο προσεγγίσεις είναι η ορθότερη.

Έτσι περιοριζόμαστε στην παρουσίασή τους, αφήνοντας την κρίση τους στους αναγνώστες. Όσον όμως αφορά την προσωπική μας γνώμη, συντασσόμαστε με τη δεύτερη από αυτές, την οποία αποδεχόταν και υποστήριζε σθεναρά ο μακαριστός καθηγητής της πατρολογίας κ. Στυλιανός Παπαδόπουλος, ενώ εμμέσως φαίνεται να αποδέχεται στα έργα του και ο μακαριστός γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ. Με βάση τα ανωτέρω μπορούμε πλέον να κατανοήσουμε ορθότερα την έννοια και τη λειτουργία της Παράδοσης. 

Η Εκκλησία με πνευματική διάκριση και μεγάλη υπομονή παρακολουθεί και αξιολογεί όλα τα χριστιανικά έργα. Απώτερος σκοπός της είναι να διακρίνει αυτά που δημιουργήθηκαν με το Φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, τα έργα δηλαδή που ανταποκρίνονται στην ορθή γλωσσική διατύπωση της Αλήθειας και της Ζωής. Αφού λοιπόν η Εκκλησία εντοπίσει τα έργα αυτά, τα αναγνωρίζει επίσημα ως γνήσια έκφραση της χριστιανικής πίστης, τα ενσωματώνει στην προγενέστερη Παράδοσή της και τέλος τα προσφέρει στους πιστούς ως ασφαλή οδηγό στην πνευματική τους πορεία προς τη σωτηρία. Η Εκκλησία επιλέγει και εντάσσει στην Παράδοσή της μόνο τα έργα που κατά την κρίση της γράφτηκαν από Θεολόγους, από τους πιστούς δηλαδή που έφτασαν στη Θέωση και απέκτησαν γνήσια οντολογική γνώση της Αλήθειας και της Ζωής. Αυτό άλλωστε είναι και το μόνο ασφαλές κριτήριο που εγγυάται τη γνησιότητα των έργων αυτών και την ορθότητά τους. Ο σημαντικότερος φορέας και εκφραστής της Παράδοσης είναι η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), ενώ μετά από αυτήν ξεχωρίζουν ως προς την αξία τα έργα των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας που καταπολέμησαν τις αιρέσεις. Σε αυτά τα έργα η προγενέστερη Παράδοση επιβεβαιώνεται, αφού η διδασκαλία τους είναι Θεόπνευστη και συνεπώς ισόκυρη και ομόλογη με την Αγία Γραφή, αλλά παράλληλα και αναπτύσσεται δημιουργικά όπου αυτό είναι αναγκαίο για τη σωτηρία των πιστών.

απόσπασμα από : ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Ήτοι, έκθεσις συνοπτική των αρχών της Ορθοδόξου Θεολογίας εις κεφάλαια ΙΒ΄ (12) πονηθείσα υπό Μιχαήλ Κωνσταντίνου Μπερκουτάκη

εν έτει σωτηρίῳ 2013

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...