/*--

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

ΕΙΚΟΝΕΣ, ΟΝΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟ «ΚΡΑΤΥΛΟΝ»


Ὁ Πλατωνικὸς διάλογος «Κρατύλος» (ἢ περὶ ὀρθότητος ὀνομάτων, λογικός) συνεγράφη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 385 καὶ 379 π.Χ. καὶ εἰς αὐτὸν διαλέγονται μὲ τὸν Σωκράτη ὁ Ἡρακλείτειος φιλόσοφος Κρατύλος καὶ ὁ γνωστὸς ἀπὸ τὸν «Φαίδωνα» Σωκρατικὸς μαθητὴς Ἑρμογένης. Ὁ «Κρατύλος» εἶναι τὸ πρῶτο σύγγραμμα γλωσσοανα- λυτικῆς Φιλοσοφίας, στὸ ὁποῖο ἐξετάζεται τὸ πρόβλημα τῆς ἀφετηρίας τῆς γλώσσας, ἐὰν δηλαδὴ ἡ προέλευσή της εἶναι φυσική («φύσει») ἢ ἔχει προκύψει κατὰ συνθήκην («θέσει» ἢ «νόμῳ καὶ ἔθει»)1 , ὡς ἀποτέλεσμα δηλαδὴ τῆς δημιουργικῆς παρεμβάσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Τὴν πρώτην ἐκδοχὴ ὑποστηρίζει ὁ Κρατύλος καὶ τὴν δεύτερη ὁ Ἑρμογένης. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς συζητήσεως ἀναγκάζονται βεβαίως νὰ δεχθοῦν καὶ οἱ δύο ὅτι στὴν γλῶσσα περιλαμβάνονται τόσον στοιχεῖα ἠχομιμητικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν μιὰ φυσικὴ ἀφετηρία, ὅσον καὶ στοιχεῖα συμβατικά, προϊόντα μιᾶς σιωπηρῆς κοινωνικῆς ἀποδοχῆς. Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ ἐπιχειρήσῃ βέβαια νὰ προσεγγίσῃ τὸ προφανῶς ἄλυτο πρόβλημα τῆς ἀρχικῆς προελεύσεως αὐτοῦ τοῦ βασικοῦ και ἀποκλειστικοῦ προνομίου τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, τοῦ ὁποίου ἡ διερεύνηση δὲν εἶναι πλέον, γιὰ προφανεῖς λόγους, ἀντικείμενο τῆς γλωσσικῆς ἐπιστήμης. Ἀπὸ τὴν μακρὰ ὅμως συζήτηση, ὅπως τὴν ἔχει σχεδιάσει ἡ λογοτεχνικὴ ἰδιοφυΐα τοῦ Πλάτωνος, προκύπτουν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως καὶ οἱ περὶ τῶν (ζωγραφικῶν) εἰκόνων ἀπόψεις τοῦ Φιλοσόφου καὶ αὐτὲς θὰ ἀποτελέσουν τὸ ἀντικείμενο τοῦ παρόντος σημειώματος. 

Ὁ Πλάτων χρησιμοποιεῖ ἐν προκειμένῳ τὴν εἰκόνα ὡς λογικὸν «Μέσον Ὅρον» (Μ), μεταξὺ τοῦ «Ὑποκειμένου» (Υ) καὶ τοῦ «Κατηγορουμένου» (Κ), ἀναλογικῶν συλλογισμῶν. Εἶναι δὲ ὁ αναλογικὸς συλλογισμὸς2 τύπος πιθανολογικοῦ συλλογισμοῦ, συνήθης στὴν διαλεκτικὴ καὶ τὴν Ρητορική, μέσῳ τοῦ ὁποίου συμπεραίνουμε ἀπὸ μερικῶν περιπτώσεων περὶ ἐπίσης μερικῶν, δηλαδὴ ἐπεκτείνουμε αὐτὸ ποὺ ἀληθεύει περὶ ἑνὸς σὲ κάποιο ἄλλο, ὅμοιο, ἀνώτερο, κατώτερο ἢ συγγενές3. Στὸν «Κρατύλον», καὶ ὄχι μόνον ἐκεῖ, τὸ ὄνομα, καὶ ὁ λόγος ἐν γένει, παραβάλλονται πρὸς τὴν εἰκόνα, διότι καὶ τὰ δύο θεωροῦνται ἀποτελέσματα «μιμήσεως»: «Ἔστιν δέ που τὸ ὄνομα μίμημα, ὥσπερ ζωγράφημα»4 . Διότι τὰ «πράγματα» εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφρασθοῦν διὰ ποικίλων τρόπων μιμήσεως, εἴτε δηλαδὴ διὰ κινήσεων τοῦ σώματος εἴτε διὰ τῆς μουσικῆς5 (τῆς ἠχητικῆς μιμήσεως) εἴτε διὰ χρωμάτων (ζωγραφική) εἴτε διὰ γραμμάτων καὶ συλλαβῶν, δηλαδὴ λέξεων. Ὁ Πλάτων προφανῶς εὑρίσκει τὴν εἰκόνα κώδικα ἐπικοινωνίας συγγενέστερον πρὸς τὴν γλῶσσα ἀπὸ τὴν παντομίμα καὶ τὴν μουσική6. Ἡ ἀναλογικὴ αὐτὴ σχέση μεταξὺ λόγου καὶ εἰκόνας, μεταξὺ ποιήσεως π.χ. καὶ ζωγραφικῆς (ut pictura poesis), ἦταν γενικῶς ἀποδεκτή7 , πρᾶγμα ποὺ καθιστᾷ καὶ τοὺς στηριζόμενους στὴν ἀντιστοιχία αὐτὴ πιθανολογικοὺς συλλογισμοὺς ἀξιόπιστους. Χρησιμοποιεῖ λοιπὸν ὁ Φιλόσοφος ὡς παράδειγμα τὴν εἰκόνα, προκειμένου νὰ ἐρευνήσῃ κυρίως τὴν σχέση τοῦ ὀνόματος, τῆς λέξεως δηλαδή, ἀλλὰ καὶ τοῦ λόγου, πρὸς τὴν οὐσία τῶν πραγμάτων ποὺ αὐτὰ ἐκφράζουν, ἀφοῦ ἔχει γίνει προηγουμένως δεκτὸν ὅτι «τὸ ὄνομα μίμημά τι εἶναι τοῦ πράγματος» καὶ τὰ «ζωγραφήματα τρόπον τινὰ ἄλλον μιμήματα πραγμάτων τινῶν». Ἡ διατύπωση εἶναι βεβαίως πολὺ προσεκτική, διότι τὰ ὀνόματα ὁρίζονται ὡς μιμήματα τῶν πραγμάτων, στὰ ὁποῖα ἀποδίδονται, ἀλλὰ μὲ κάποιαν ἐπιφύλαξη ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῆς μιμήσεως, ἐνῶ τὰ ζωγραφήματα ὀνομάζονται μιμήσεις, μὲ ἕναν ἄλλον τρόπο, κάποιων πραγμάτων, ὄχι ὅμως προφανῶς ὅλων8.  

Τίθεται λοιπὸν ἐν συνεχείᾳ τὸ ζήτημα ἂν εἶναι δυνατὸν ὀρθῶς νὰ ἀποδοθοῦν ἀντιστοίχως τόσον οἱ εἰκόνες, ὅσον καὶ τὰ ὀνόματα στὰ πράγματα, τῶν ὁποίων εἶναι μιμήματα, δηλαδή, π.χ., τὸ ζωγράφημα καὶ ἡ λέξη «γυναίκα» στὴν πραγματικὴ γυναίκα, καὶ βεβαίως στὸν ἄνδρα τὰ ἀντίστοιχα. Ὅ Σωκράτης δέχεται ὅτι ἡ κατανομὴ αὐτὴ εἶναι ὀρθή, καὶ προφανῶς ἐσφαλμένη ἡ ἀντίστροφη, δηλαδὴ ἡ ἀπόδοση τοῦ ζωγραφήματος καὶ τῆς λέξεως τῆς γυναικὸς στὸν ἄνδρα καὶ τοῦ ἀνδρὸς στὴν γυναίκα. Τὸ παράδοξο αὐτὸ ἐρώτημα ἀπευθυνόμενο στὸν Κρατύλο ἀποσκοπεῖ μᾶλλον στὸ νὰ ἀποκλείσῃ τυχὸν ἀντίρρηση ὡς πρὸς τὴν ἀληθινὴ ὕπαρξη τῶν μιμήσεων τῆς πραγματικότητας, ἡ ὁποία ὕπαρξη ἀμφισβητεῖται καὶ ἀπὸ τὸν ὑποθετικὸ Σοφιστὴ στὸν ὁμώνυμο Πλατωνικὸ διάλογο ποὺ ἀφορᾷ τὸ γνωστὸ πρόβλημα τοῦ «μὴ ὄντος»9. Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι παραπλήσιος προβληματισμὸς εἶχε ἀναπτυχθῆ ὡς πρὸς τὴν εἰκόνα κυρίως τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας. Οἱ εἰκονομάχοι εἶχαν ἐπίσης ἀμφισβητήσει τὴν δυνατότητα νὰ κατασκευασθῇ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀποδοθῇ σ’αὐτὴν τὸ ὄνομά του, ἰσχυριζόμενοι ὅτι στὴν περίπτωση αὐτή, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι «φύσει» καὶ ἡ εἰκόνα «θέσει», δὲν διαφέρει σὲ τίποτε τὸ «φύσει» ἀπὸ τὸ «θέσει» καί, ἑπομένως, «συγκέχυται τὸ πᾶν»10. Ἔκριναν λοιπὸν ὅτι συνιστᾷ προφανῆ παραλογισμὸν ἡ ἀπόδοση τοῦ αὐτοῦ ὀνόματος στὴν «ἀλήθεια» καὶ τὴν «σκιά», στὸν Χριστὸ δηλαδὴ καὶ στὴν εἰκόνα11. Ὅτι βεβαίως ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς εἶναι σοφιστικὸς εὐκόλως ἀπεδείχθη σὲ μιὰν ἐποχὴ ποὺ ἡ Ἀριστοτελικὴ «Λογικὴ» ἦταν ἀντικείμενο τῆς ἀνωτέρας παιδείας. Τὴν ἄγνοιαν αὐτὴν τῆς Λογικῆς καὶ τῶν ἐννοιῶν αἰτίου καὶ αἰτιατοῦ, μετέχοντος καὶ μετεχομένου, ἑτερότητος καὶ διαφορᾶς, ἐπισημαίνει καὶ ὁ λόγιος ὁμολογητὴς Πατριάρχης Νικηφόρος12. Διότι ὁ Ἀριστοτέλης ὀνομάζει «ὁμώνυμα ὧν ὄνομα μόνον κοινόν, ὁ δὲ κατὰ τοὔνομα λόγος (δηλ. ὁ ὁρισμός) τῆς οὐσίας ἕτερος,»13

 Ἑπομένως ἐν προκειμένῳ τὸ ὄνομα πράγματος καὶ εἰκόνας εἶναι κοινό, ἀλλὰ ὁ ὁρισμός των εἶναι διαφορετικὸς ἤ, κατὰ τὸν Πατριάρχη Νικηφόρον, «εἰ γὰρ καὶ ἄλλο καὶ ἄλλο τῇ φύσει ἑκάτερον, ἀλλ’ οὐκ ἄλλος καὶ ἄλλος», δηλαδή, μολονότι διαφέρουν κατὰ τὴν φύση ὁ Χριστὸς καὶ ἡ εἰκόνα του, ὅμως ἡ εἰκόνα ὀρθῶς φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ εἰκονιζόμενος δὲν εἶναι κάποιος  ἄλλος14. Διότι, κατὰ τὸ περιβόητο χωρίο τοῦ Μ. Βασιλείου, «βασιλεὺς λέγεται καὶ ἡ τοῦ βασιλέως εἰκὼν καὶ οὐ δύο βασιλεῖς»15. Αὐτὸ ἀκριβῶς δέχεται καὶ ὁ Σωκράτης στὸν «Κρατύλον». Ὁ Σωκράτης λοιπὸν χαρακτηρίζει τὴν κατανομὴ αὐτή, δηλαδὴ τὴν ἀπόδοση τῶν μιμημάτων στὰ ἀντίστοιχα πράγματα, ὡς πρὸς μὲν τὰ ζωγραφήματα «ὀρθήν», «ἐπὶ δὲ τοῖς ὀνόμασι πρὸς τῷ ὀρθὴν καὶ ἀληθῆ» καὶ ἀντιστοίχως τὴν ἀναφερόμενη στὰ ἀνόμοια «οὐκ ὀρθήν, καὶ ψευδῆ, ὅταν ἐπ’ ὀνόμασιν ᾖ»16. Χαρακτηρίζοντας ὁ Σωκράτης τὴν διὰ τῶν ὀνομάτων, δηλαδὴ διὰ γραμμάτων (φθόγγων) καὶ συλλαβῶν, μίμηση τῆς πραγματικότητος ὄχι μόνον «ὀρθήν», ὅπως στὴν περίπτωση τῶν εἰκόνων, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ «ἀληθῆ», λαμβάνει προφανῶς ὑπ’ ὄψιν του τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς «ἄνδρας» ἢ «γυναίκα», ὡς πρὸς τὴν εἰκόνα γυναικὸς ἢ ἀνδρὸς ἀντιστοίχως, εἶναι μὲν ὀρθός, ἀλλὰ κατὰ κατάχρησιν ἢ ὁμωνυμικῶς, ὅπως ἤδη ἐσημειώσαμε καὶ περὶ τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ διὰ τοῦ λόγου ὅμως χαρακτηρισμὸς ἀπευθύνεται ἀμέσως στὸ πραγματικὸ ἀντικείμενο (γυναίκα ἢ ἄνδρας) καὶ ἑπομένως εἶναι καὶ ἀληθής, ἡ δὲ ἔναντι τῆς ζωγραφικῆς ὑπεροχὴ τοῦ λόγου προφανής. Αὐτὴ δη- λαδὴ ἡ λεπτὴ διάκριση μεταξὺ ὀρθῆς καὶ ἀληθοῦς μιμήσεως ὑπενθυμίζει ἴσως τὴν ἐκδοχὴ τῆς ἀλήθειας ὡς ἀντιστοιχίας μεταξὺ διανοίας καὶ πραγματικότητος (adaequatio rei et intellectus) ποὺ ἐκφράζεται μέσῳ τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα17.  

Σημειωτέον ὅτι αὐτὴ ἡ εὐνοοῦσα τὸν λόγον ἀντίληψη ἐτονίσθη ἀπὸ τὴν Εἰκονομαχία καὶ συνοδικῶς διὰ τῆς παραθέσεως σχετικῶν «χρήσεων», χωρίων δηλαδὴ ἀπὸ πατερικὰ συγγράμματα ἢ ἔργα ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, μέσῳ τῶν ὁποίων ἐζητήθη νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ἀληθινὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων προκύπτει ἀπὸ τὴν μελέτη τῶν Γραφῶν καὶ τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων, διὰ τῶν ὁποίων «πολλῷ μᾶλλον τῆς τῶν ἁγίων ἀπολαύομεν συνουσίας, οὐχὶ τῶν σωμάτων αὐτῶν, ἀλλὰ τῶν ψυχῶν τὰς εἰκόνας ἔχοντες. Τὰ γὰρ παρ’ αὐτῶν εἰρημένα τῶν ψυχῶν αὐτῶν εἰκόνες εἰσί»18. Ἡ ἀντίδραση τῶν ὀρθοδόξων, ἤδη ἀπὸ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀναφέρεται στὴν προτεραιότητα τῆς ὁράσεως ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει στὴν ἰσότητα πρὸς τὴν ἀκοή: «Πρώτη γὰρ αἰσθήσεων ὅρασις, ὥσπερ καὶ τοῖς λόγοις ἡ ἀκοή, ὑπόμνημα γάρ ἐστιν εἰκών· καὶ ὅπερ τοῖς γράμμασι μεμνημένοις ἡ βίβλος, τοῦτο καὶ τοῖς ἀγραμμάτοις ἡ εἰκών· καὶ ὅπερ τῇ ἀκοῇ ὁ λόγος, τοῦτο τῇ ὁράσει ἡ εἰκών· νοητῶς δὲ αὐτῇ ἑνού- μεθα»19. Ἑπομένως συμπεραίνεται ὅτι «Χριστὸς γραφόμενός (δηλαδὴ εἰκονιζόμενος) ἐστιν ὡς ἀναγινωσκόμενος»20. Ὁ Κρατύλος δέχεται μὲν ὅτι οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοὶ τοῦ Σωκρά- τους μπορεῖ νὰ ἀληθεύουν στὴν περίπτωση τῶν εἰκόνων καὶ ὅτι τὰ ὀνόματα καὶ ὁ λόγος γενικῶς ἐκφράζουν κατὰ φυσικὴν ἀντιστοιχίαν τὴν ἀληθινὴ οὐσία τῶν πραγμάτων, ἀρνεῖται ὅμως νὰ δεχθῇ τὴν ὕπαρξη μὴ ὀρθῶν καὶ ψευδῶν ὀνομάτων, διότι, ὅπως προηγουμένως εἶχε ὑποστηρίξει, τὸ ψευδὲς εἶναι ἀνύπαρκτο καὶ ἑπομένως δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφρασθῇ21. Γιὰ νὰ ὑποδείξῃ ὁ Σωκράτης τὴν προφανῆ αὐτὴν ἀντίφαση τοῦ Κρατύλου, προσφεύγει πάλι στὴν ἀναλογικὴ ἀντιστοιχία εἰκόνας καὶ λόγου ἀναγκάζοντάς τον νὰ δεχθῇ τὸ ἐπίσης προφανές, ὅτι, ὅπως ἡ εἰκόνα μπορεῖ νὰ εἶναι πλήρης ἢ ἐλλιπής, ἀναλόγως τῆς προσθήκης ἢ μὴ ἀπὸ τῶν ζωγράφο τῶν προσηκόντων χρωμάτων καὶ σχημάτων, ἔτσι καὶ «τὰ μὲν καλῶς εἰργασμένα ἔσται τῶν ὀνομάτων, τὰ δὲ κακῶς». Διότι ἂν μὲν «ὁ διὰ τῶν συλλαβῶν καὶ τῶν γραμμάτων τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων ἀπομιμούμενος πάντα ἀποδῷ τὰ προσήκοντα, καλὴ ἡ εἰκὼν ἔσται· τοῦτο δ’ ἐστὶν ὄνομα· ἐὰν δὲ σμικρὰ ἐλλείπῃ ἢ προστιθῇ ἐνίοτε, εἰκὼν μὲν γενήσεται, καλὴ δὲ οὔ»22. Δηλαδή, δὲν στερεῖ ἀπὸ τὸ ὄνομα τὴν ἰδιότητα τοῦ ὀνόματος ἡ τυχὸν κακὴ ὀνοματοποιία, ὅπως ἀκριβῶς δὲν παύει ἕνα ζωγράφημα λόγῳ τῆς κακῆς του ποιότητος νὰ εἶναι εἰκόνα. Ὁ Κρατύλος ἐκφράζει βέβαια τὴν εὔλογη μᾶλλον ἐπιφύλαξη ἂν αὐτὴ ἡ ἀπὸ τῶν εἰκόνων ἀναλογία μπορεῖ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ στὸν λόγο, λέγοντας ὅτι, ἂν προσθέσουμε ἢ ἀφαιρέσουμε ἢ μεταθέσουμε στὴν λέξη «τότε ἄλφα καὶ τὸ βῆτα καὶ ἕκαστον τῶν στοιχείων», ὄχι μόνον ὀρθῶς δὲν γράφεται τὸ ὄνομα, «ἀλλὰ τὸ παράπαν οὐδὲ γέγραπται, ἀλλ’ εὐθὺς ἕτερόν ἐστιν, ἐάν τι τούτων πάθῃ»23. Δηλαδὴ στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν ὑπάρχει κἂν ἡ λέξη.   

Βεβαίως σκοπὸς τοῦ παρόντος κειμένου δὲν εἶναι νὰ παρακολουθήσῃ τὶς γλωσσικὲς ἀναζητήσεις τοῦ Σωκράτους, ὁ ὁποῖος ἀναγκάζει τὸν Κρατύλο νὰ δεχθῇ ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ἐν πολλοῖς ἕνα συμ- βατικό, κατ’ ἔθος, δηλαδὴ κατὰ συνθήκην, κατασκεύασμα, ἀλλ’ ὅσα περὶ τῆς ἐπίσης συμβατικῆς χρήσεως τῶν εἰκόνων παραβολικῶς ἀναφέρει. Ὑποδεικνύει λοιπὸν στὸν Κρατύλο, ὅτι ἡ ὕπαρξη ἢ μὴ τῆς λέξεως, ὅπως καὶ τῆς εἰκόνας, διαφέρει ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ἐνὸς ἀριθμοῦ, στὸν ὁποῖον ἂν προστεθῇ ἢ ἀφαιρεθῇ ἔστω μία μονάδα, παύει νὰ εἶναι ὁ ἴδιος. Διότι ἡ εἰκόνα ὑπάρχει, μολονότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδοθοῦν σ’ αὐτὴν ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ πράγματος ποὺ ἀπεικονίζει. Ἐν προκειμένῳ φέρει τὸ παράδειγμα μιᾶς ὑποτιθέμενης εἰκόνας τοῦ Κρατύλου καὶ τὸν ἐρωτᾷ ποιό θὰ ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα, ἂν κάποιος θεὸς ἀπεφάσιζε νὰ μιμηθῇ, ὄχι μόνον τὸ χρῶμα καὶ τὸ σχῆμα του, ὅπως οἱ ζωγράφοι, «ἀλλὰ καὶ τὰ ἐντὸς πάντα {...} καὶ μαλακότητας καὶ θερμότητας, καὶ κίνησιν καὶ ψυχὴν καὶ φρόνησιν {...} καὶ ἑνὶ λόγῳ πάντα ἅπερ σὺ ἔχεις». Θὰ ἦταν τότε «Κρατύλος καὶ εἰκὼν Κρατύλου τὸ τοιοῦτον, ἢ δύο Κρατύλοι; Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κρατύλου εἶναι ἡ ἀναμενόμενη: «Δύο ἔμοιγε δοκοῦσιν, ὦ Σώκρατες, Κρατύλοι»24! Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν εἶναι ὅτι στὴν περίπτωση τῶν εἰκόνων πρέπει νὰ ἀναζητῆται ἄλλου εἴδους ὀρθότητα καί, ὅταν παρατηρῆται σ’ αὐτὲς κάποια ἔλλειψη ἢ προσθήκη, νὰ μὴν θεωρῆται κατ’ ἀνάγκην ὅτι ἔπαυσαν νὰ εἶναι εἰκόνες, διότι ἐκ τῶν πραγμάτων οἱ εἰκόνες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλαμβάνουν τὸ σύνολο τῶν στοιχείων ποὺ διαθέτουν τὰ εἰκονιζόμενα25. Μολονότι ὅμως ὡς παραδοξολογία μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ ἀντίθετο, παρὰ ταῦτα ἡ ἀντίρρηση αὐτὴ εἶχε προβληθῆ ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους προκειμένου περὶ τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὁ Χριστός, ὡς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰκονισθῇ, ἀφοῦ κατὰ τὴν θεότητα εἶναι ἀπερίγραπτος καὶ ἑπομένως ἀνεικόνιστος ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ στοιχεῖο τῆς ὑποστάσεώς του26. Ἡ ἀπάντηση στὴν ἔνσταση αὐτὴ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ συμπέρασμα, στὸ ὁποῖο κατέληξε καὶ ὁ Σωκράτης. Ὁ Πατριάρχης Νικηφόρος π.χ. παρατηρεῖ ὅτι, ἂν ἡ εἰκόνα δὲν διαφέρει σὲ κάτι, δὲν εἶναι εἰκόνα, οὔτε κάτι ἄλλο, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ πρωτότυπο27. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐπισημαίνει ἐπίσης ὅτι «Εἰκὼν μὲν οὖν ἐστιν ὁμοίωμα χαρακτηρίζον τὸ πρωτότυπον, μετὰ τοῦ καί τινα διαφορὰν ἔχειν πρὸς αὐτό. Οὐ γὰρ κατὰ πάντα ἡ εἰκὼν ὁμοιοῦται πρὸς τὸ ἀρχέτυπον»28. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης προσθέτει: «Παντὸς εἰκονιζομένου οὐχ ἡ φύσις, ἀλλ’ ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται»29 καὶ «μηδὲ ἐγὼ σώματι περιγραφόμενος ἐξ ἀνάγκης καὶ κατὰ τὴν ἀθέατον ψυχὴν συμπεριγέγραμμαι· οὐδέ, ἐπειδὴ τὸ μὲν σῶμά μου περιγραπτόν, ἡ δὲ ψυχὴ ἀπερίγραπτος, ὁ εἷς εἰς δύο τέτμημαι»30.  

Ἑπομένως καὶ οἱ παρατηρούμενες διαφορὲς ὡς πρὸς τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς εἰκονιζόμενης μορφῆς τοῦ Χριστοῦ δὲν σημαίνουν τὴν παραδοχὴ περισσοτέρων πρωτοτύπων (δηλ. Χριστῶν!) οὔτε διασποῦν τὴν ἑνότητα τῆς προσκυνήσεως, διότι κατὰ Θεόδωρον ἐπίσης τὸν Στουδίτην «οὐχ ᾗ ὑπολέλειπται τῆς ἐμφερείας, ἀλλ’ ᾗ ὡμοίωται ἡ προσκύνησις», δηλαδὴ ἡ εἰκόνα προσκυνεῖται ὄχι κατὰ τὸ μέρος ποὺ ὑστερεῖ σὲ ὁμοιότητα, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέρος ποὺ ὁμοιάζει πρὸς τὸ πρωτότυπο31. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπερθεματίζει ὁ Μ. Φώτιος, ὅταν διατυπώνει τὴν ἄποψη ὅτι, καὶ ἕνα μόνον στοιχεῖο ἂν δηλώνει τὴν ὁμοιότητα, ὅπως π.χ. ἡ ἐπιγραφή, εἶναι ἐν προκειμένῳ ἀρκετὸ γιὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀποδεκτὴ εἰκόνα32! Ἡ ἁγιογραφία ἔχει βεβαίως ἀφομοιώσει τὶς διδαχὲς αὐτὲς καὶ ὡς πρὸς τὶς εἰκόνες τῶν συγχρόνων ἁγίων. Κατὰ τὸν Φώτη Κόντογλου «ὁ ἁγιογράφος, κι ἂν ἀκόμα εἶδε μὲ τὰ μάτια του ζωντανὸ τὸν ἅγιο, δὲν τὸν ζωγραφίζει μὲ φυσικότητα, ὑλικά, ἀλλὰ μὲ πνευματικὸ τρόπο, φωτισμένος ἀπὸ τὴ Θεία Χάρη»33. Πρακτικὴ συνέπεια τῶν ἀπόψεων αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ ἀπουσία προσ- κυνητῶν φωτογραφιῶν νεωτέρων ἁγίων στοὺς ναούς. Ὅσα λοιπὸν κατὰ τῶν εἰκονομαχικῶν θέσεων ἀντέτειναν τότε οἱ ὀρθόδοξοι θὰ εὕρισκαν σύμφωνο τὸν Σωκράτη καὶ ἀσφαλῶς δὲν ξενίζουν τὸν σύγχρονον ἄνθρωπο ποὺ εἶναι ἐξοικειωμένος μὲ τὸ πολὺ πιὸ ρηξικέλευθο καλλιτεχνικὸ ρεῦμα τῆς μοντέρνας ζωγραφικῆς τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Στὸν «Κρατύλον» ἔχει γίνει ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψη ὅτι διὰ τῶν ὀνομάτων «διδάσκομέν τι ἀλλήλους καὶ τὰ πράγματα διακρίνομεν ᾗ ἔχει (διακρίνουμε δηλαδὴ τὰ πράγματα μέσῳ τῆς διακρίσεως τῶν ὀνομάτων). Ὄνομα ἄρα διδασκαλικόν τί ἐστιν ὄργανον καὶ διακρι- τικὸν τῆς οὐσίας» καὶ «διδασκαλίας ἕνεκα τὰ ὀνόματα λέγεται»34.   

Κατ’ ἀναλογίαν ἑπομένως ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἔχει νομίμως ἐπεκταθῆ καὶ στὶς εἰκόνες, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀποκληθῆ «βίβλοι τῶν ἀγραμμάτων»35. Ἡ παραδοχὴ περὶ τῆς διδακτικῆς ἀξίας τῶν ὀνομάτων ἀπο- δίδεται ἀπὸ τὸν Ἐπίκτητο ὄχι μόνον στὸν Σωκράτη, ἀλλὰ καὶ στοὺς Στωικοὺς Χρύσιππον, Ζήνωνα καὶ Κλεάνθην καὶ στὸν Κυνικὸν Ἀντισθένη, στὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ γνωστὴ ἀπόφανση «ἀρχὴ παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις»36. Πρὸς τὸ τέλος ὅμως τοῦ διαλόγου ὁ Πλάτων ἀμφισβητεῖ τὴν ὀρθότητα τῆς ἀπόψεως αὐτῆς37. Ὁ Κρατύλος ἀποφαίνεται ὅτι «ὃς ἂν τὰ ὀνόματα εἰδῇ εἴσεται καὶ τὰ πράγματα», ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀλήθεια μπορεῖ νὰ κατακτηθῇ μέσῳ τῆς γλώσσας καὶ ὅτι «ὁ τρόπος οὗτος τῆς διδασκαλίας τῶν ὄντων» εἶναι ὁ «μόνος καὶ βέλτιστος»38. Ὁ Σωκράτης ἀντιθέτως ἐκμαιεύει διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων τὴν συγκατάνευση τοῦ Κρατύλου ὅτι ἡ κατανόηση τῶν πραγμάτων πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς ἀφετηρία ὄχι τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ τὰ ἴδια τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα προηγοῦνται προφανῶς τῆς ὀνοματοθεσίας. Πρὸς τοῦτο χρησιμοποιεῖ καὶ τὴν ὁμολογηθεῖσα ἀναλογικὴ σχέση τοῦ ὀνόματος πρὸς τὴν εἰκόνα ἐρωτῶντας ρητορικῶς «ποτέρα ἂν εἴη καλλίων καὶ σαφεστέρα ἡ μάθησις, ἐκ τῆς εἰκόνος μανθάνειν αὐτήν τε αὐτήν, εἰ καλῶς εἴκασται, καὶ τὴν ἀλήθειαν, ἧς ἦν εἰκών, ἢ ἐκ τῆς ἀληθείας αὐτήν τε αὐτὴν καὶ τὴν εἰκόνα αὐτῆς, εἰ πρεπόντως εἴργασται»39. Ὁ Κρατύλος δὲν μπορεῖ προφανῶς νὰ ἔχῃ ἀντίρρηση ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ ὅτι δηλαδὴ ἡ διαπίστωση τῆς πιστότητας τῆς εἰκόνας, ὡς ἀντιγράφου κάποιου πρωτοτύπου, ἀλλὰ καὶ ἡ γνώση τοῦ πρωτοτύπου, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ ἔχουν ὡς ἀφετηρία τὸ ἴδιο τὸ πρωτότυπο, δηλαδὴ τὴν ἀλήθεια, καὶ ὄχι τὴν εἰκόνα της. Γίνεται λοιπὸν ἐν τέλει δεκτὸν καὶ περὶ τοῦ ὀνόματος ὡς εἰκόνας ὅτι ὄχι μόνον χρονικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀξιολογικῶς προηγοῦνται τὰ πράγ- ματα, διότι ἡ εἰκόνα εἶναι μίμηση τοῦ πράγματος καὶ ὄχι τὸ πρᾶγμα μίμηση τῆς εἰκόνας. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση θὰ εἶχαν παραλόγως ἀντιστραφῆ τὸ «φύσει», δηλαδὴ τὸ πρωτότυπο, καὶ τὸ «θέσει», δηλαδὴ ἡ εἰκόνα, ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον, ὅπως ἤδη ἐσημειώσαμε, εἶχαν ἐπικαλεσθῆ προκειμένου περὶ τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ οἱ εἰκονομάχοι καταγγέλλοντας, μᾶλλον ὑποκριτικῶς, τὴν ὁμωνυμία πρωτοτύπου καὶ εἰκόνας ὡς συνωνυμία (μὲ τὴν Ἀριστοτελικὴ σημασία τῶν ὅρων40) ὁπότε βεβαίως «συγκέχυται τὸ πᾶν»41.  

Αὐτὴ ἡ κοινὴ πλέον παραδοχή, ὅτι «οὐκ ἐξ ὀνομάτων (καὶ ἑπομένως οὔτε ἐξ εἰκόνων) δεῖ μανθάνειν ἢ εὑρίσκειν τὰ ὄντα, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον αὐτὰ ἐξ αὐτῶν καὶ μαθητέον καὶ ζητητέον ἢ ἐκ τῶν ὀνομά- των»42, στρέφει τὴν ἔρευνα καὶ ἐξαρτᾷ τὴν γνώση κυρίως ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγματα, τοῦ βάθους τῶν ὁποίων ἡ τελεία ἀνάπτυξη δὲν εἶναι προφανῶς δυνατὴ μέσῳ ἀτελῶν ὀνοματικῶν ὁρισμῶν καὶ εἰκονικῶν περιγραφῶν. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ εἶχε βέβαια ὀρθοδόξως διατυπωθῆ καὶ περὶ τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εἶχε εὑρεθῆ στὸ κέντρο τῶν διαξιφισμῶν κατὰ τὴν εἰκονοκλαστικὴ κρίση. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γράφει σχετικῶς: «Δῆλον ὡς, ὅταν ἴδῃς διὰ σὲ γενό- μενον ἄνθρωπον τὸν ἀσώματον, τότε δράσεις τῆς ἀνθρωπίνης μορφῆς τὸ ἐκτύπωμα· ὅταν ὁρατὸς σαρκὶ ὁ ἀόρατος γένηται, τότε εἰκονίσεις τὸ τοῦ ὁραθέντος ὁμοίωμα43. Οἱ εἰκονομάχοι ὅμως εἶχαν διατυπώσει, μεταξὺ ἄλλων ἀπαξιωτικῶν κρίσεων περὶ τῶν εἰκόνων, καὶ τὸν ἀκραῖο χαρακτηρισμό των ὡς «ἀχρήστων», διότι ἐθεωροῦσαν τὶς εἰκόνες ὡς «μηδεμίαν ὄνησιν φερούσας», σύμφωνα μὲ τὴν διατύπωση τῆς ἐν Ἱερείᾳ (754) εἰκονομαχικῆς Συνόδου44. Αὐτὴ ἡ Πλατωνικὴ θεωρία, ἤδη στὸν Κρατύλον45, ἐναργέστερα δὲ σὲ διαλόγους ὅπως ὁ Φαῖδρος, ὁ Παρμενίδης, ἡ Πολιτεία ἢ ὁ Τίμαιος, ὑπερβαίνει βεβαίως τὸν ἱστορικὸ Σωκράτη46, διότι τὰ ὄντως ὄντα τοποθετοῦνται πλέον πέραν τῆς συνεχοῦς ροῆς καὶ μεταβολῆς, στὸν αἰώνιο καὶ μὴ μεταβαλλόμενο κόσμο τῶν «εἰδῶν» (τῶν ἰδεῶν), τῶν «παραδειγμάτων» (τῶν πρωτοτύπων δηλ.), τῶν ὁποίων καὶ ἡ αἰσθητὴ πραγματικότητα εἶναι ὁμοίωμα47, δηλαδὴ εἰκόνα.  

Ὅταν λοιπὸν ὁ Πλάτων διατυπώνει ἐν τέλει στὸν «Κρατύλον» τὴν συνεπῆ πρὸς αὐτὴ τὴν θεωρία γνωσιολογικὴ πεποίθηση ὅτι ἀσφαλῆ γνώση πορι- ζόμεθα ὄχι ἀπὸ τὰ ὀνόματα – εἰκόνες, στὰ ὁποῖα ἐνυπάρχει πλῆθος συμβατικῶν στοιχείων, ἀλλὰ διὰ τῆς στροφῆς τοῦ πνεύματος πρὸς τὰ ἴδια τὰ πράγματα, ἐννοεῖ πλέον προφανῶς αὐτὰ τὰ «παραδείγματα», τὰ αἰώνια δηλαδὴ καὶ ἀμετάβλητα πρότυπα, τῶν ὁποίων τὰ ἐδῶ ρέοντα ἀντικείμενα εἶναι μιμήσεις. Ἐξ αὐτοῦ κατ’ ἀνάγκην προκύπτει ὅτι τὰ ὀνόματα καὶ τὰ ζωγραφήματα εἶναι μιμήσεις μιμήσεων, «τρίτα ἀπὸ τῆς ἀληθείας»48. Περὶ τὸ τέλος λοιπὸν τοῦ διαλόγου ὑποδεικνύει ὁ Σωκράτης στὸν Κρατύλο ὅτι, ἂν τυχὸν ὑποτεθῇ πὼς ἀνεξαιρέτως σὲ ὅλα τὰ ὄντα ἐπικρατεῖ, κατὰ τὴν Ἡρακλείτειο θεωρία, ρευστότητα καὶ ἀστάθεια, τότε προφανῶς ἀκυρώνεται ἡ δυνατότητα νὰ ἐρευνηθῇ ἢ νὰ κατανοηθῇ ὁτιδήποτε, καθὼς ἡ συνεχὴς αὐτὴ μεταβολὴ συμπαρασύρει τόσον τὸ ἀντικείμενο, ὅσον καὶ τὸ ὑποκείμενο τῆς γνώσεως49. Ὁ Κρατύλος, μολονότι ἀντιφατικῶς ἐδέχθη κάποιαν ὀρθότητα, καὶ ἑπομένως σταθερότητα, στὰ ὀνόματα (καὶ τὰ ζωγραφήματα)50, παρὰ ταῦτα δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Ἡρακλείτου καὶ εὐσχήμως διακόπτει, ἀναβάλλοντας, τὸν περαιτέρω διάλογο51. Ἡ διατύπωση ἑπομένως τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, ὅτι «ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει» (Mansi 13, 377E), φαίνεται νὰ φέρῃ, ὄχι κατὰ τὴν οὐσίαν ἀσφαλῶς, ἀλλὰ κατὰ τὸ λογικὸ σχῆμα, μακρινή, ἔστω, καὶ ἀκούσια, Πλατωνικὴ ἐπίδραση. Οἱ εἰκονομάχοι ὅμως ὀνομάζοντες «ψευδώνυμον»52 τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τὴν θεωροῦν κατὰ συνέπειαν, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ ἁγιασμοῦ, ὅπως ἤδη ἐσημειώσαμε, ἀλλὰ καὶ γνωσιολογικῶς «ἄχρηστον»53, ἀρνούμενοι προφανῶς καὶ τὴν κατὰ Πλάτωνα «μέθεξιν» ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ εἰκονιζομένου, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀριστοτέλης θεωρεῖ ταυτόσημη πρὸς τὴν «μίμησιν»54. Ἑπομένως οὔτε «αἴσθησιν» ἢ «δόξαν» (γνώμην δηλ.) μπορεῖ νὰ σχηματίσῃ κανεὶς περὶ τοῦ Χριστοῦ μέσῳ τῆς εἰκόνας του. Ἀντιθέτως Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ὁρίζει τὶς εἰκόνες καὶ ὡς «τὰ ὁρατὰ τῶν ἀοράτων καὶ ἀτυπώτων, σωματικῶς τυπουμένων πρὸς ἀμυδρὰν κατανόησιν»55, ἄποψη τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑπέγραφε καὶ ὁ Πλάτων. Τόσον ὅμως Ἰω. ὁ Δαμασκηνός, ὁσον καὶ Θ. ὁ Στουδίτης ὑπαινίσσονται καὶ τὴν ὕπαρξη εἰκονομάχων, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν, μᾶλλον γενικῶς, τὴν μέσῳ ὑλικῶν ἐφαλτηρίων ἀναγωγὴν «ἐπὶ τὴν ἀρχέτυπον αὐτοψίαν». Ἡ τάση αὐτὴ ἤδη ἀναγνωρίζεται βέβαια στὴν παλαιά, καὶ ὄχι μόνον Ὠριγενική, διάκριση μεταξὺ «ἀτελῶν» καὶ «τελείων» πιστῶν, καὶ ἴσως ἐπιχειρεῖται νὰ θεμελιωθῇ, στὰ πρακτικὰ τῶν εἰκονομαχικῶν συνόδων, ἐπὶ τοῦ εὐαγγελικοῦ (Ἰω. 4:24) «πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν»56. Ἡ τάση αὐτὴ ἀντιμετωπίζεται εἰρωνικὰ ἀπὸ τὸν ἱερὸ Δαμασκηνό, ὁ ὁποῖος προφανῶς δὲν διαβλέπει σ’ αὐτὴν κάποιον νεοπλατωνικῆς ἀφετηρίας μυστικισμὸ ἢ ἔκφραση ἀκραίου χριστιανικοῦ ἀσκητισμοῦ, πνεῦμα ποὺ δὲν φαίνεται νὰ χαρακτηρίζῃ γενικῶς τοὺς εἰκονομάχους, ἀλλὰ μᾶλλον μιὰ προφανῆ ἀλαζονεία: «Σὺ μέν, ὡς τυχὸν ὑψηλός τε καὶ ἄυλος καὶ ὑπὲρ τὸ σῶμα γενόμενος, καὶ οἷον ἄσαρκος, καταπτύεις πᾶν τὸ ὁρώμενον· ἀλλ’ ἐγώ, ἐπεὶ ἄνθρωπός εἰμι καὶ σῶμα περίκειμαι, ποθῶ καὶ σωματικῶς ὁμιλεῖν καὶ ὁρᾶν τὰ ἅγια· συγκατάβηθι τῷ ταπεινῷ μου φρονήματι ὁ ὑψηλός, ἵνα σου τηρήσῃς τὸ ὑψηλόν»57. Ἀντιθέτως ὑποδεικνύει «τὴν καθ’ ἡμᾶς ἀναλογίαν ἀδυνατοῦσαν ἀμέσως ἐπὶ τὰς νοητὰς ἀνατείνεσθαι θεωρίας καὶ δεομένην οἰκείων καὶ συμφυῶν ἀναγωγῶν»58. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀρνεῖται ἐπίσης κατηγορηματικῶς τὴν δι- αίρεση τοῦ βασιλείου ἱερατεύματος «εἰς δύο τμήματα ἄνισα {...} καὶ τὸ μὲν εἶναι τῆς ἐντελεστέρας μοίρας, τὸ δὲ τῆς ὑφειμενεστέρας»59 καὶ καταγγέλλει τὴν «ἀριστοκρατικὴ» αὐτὴ ἀλαζονεία ὡς αἵρεση: «Εἴ τις τὴν διὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἐπὶ τὰ πρωτότυπα ἀναγωγὴν τοῖς χαμαιπετέσιν ἀπονέμοι, ὡς ἄνευ αὐτῶν δῆθεν ἐξ ἀκοῆς ἀναγόμενος ἐπὶ τὴν ἀρχέτυπον αὐτοψίαν καὶ μὴ τὸ ἴσον τῇ λογικῇ ἱστορίᾳ δίδοι τῇ γραφικῇ διὰ σιωπῆς ἀναμιμνήσει, ὡς ὁ μέγας Βασίλειος, αἱρετικός ἐστιν»60.  

Ἀσφαλῶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φαντασθῇ ὁ Πλάτων, ὅταν ἔγραφε τὸν «Κρατύλον», πόσες συζητήσεις καὶ ἔριδες σφοδρὲς θὰ εἶχαν ὡς ἔναυσμα τὴν σχέση τῶν μιμημάτων (εἰκόνων καὶ ὀνομάτων) πρὸς τὰ πρωτότυπα. Πάντως μικρὲς ἴσως θὰ διετύπωνε, νομίζω, παρατηρήσεις ἀκούοντας τὴν ὀρθόδοξη περὶ τῶν εἰκόνων ἄποψη, ὅπως διατυπώνεται στοὺς στίχους Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου: …ἴσον λόγου γὰρ ἡ γραφὴ βοᾷ μέγα, ὡς· Ἡ τιμή μου δόξα τῆς αὐτοψίας, δι’ ἣν παρήχθην εἰς ὑπόμνησιν μόνον...61 Προφανῶς ὅμως θὰ εἶχε πολλὲς ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὴν εὐστοχία τοῦ made in China ἀφορισμοῦ «μιὰ εἰκόνα, χίλιες λέξεις»! 


Κωνσταντῖνος Ἰω. Δάλκος

Σημειώσεις : 

1. Πλάτων, Κρατύλος, 384D-E.
2. Συλλογισμὸς «ἀπὸ τοῦ ὁμοίου εἰς τὸ ὅμοιον» ἢ «κατὰ τὸ ἀνάλογον» ἢ «ἀναλογία». Ὁ Ἀριστοτέλης τὸν ὀνομάζει «παράδειγμα» (Ἀναλυτικὰ Πρότερα, 68b, 38 – 69a, 19 καὶ Ρητορικὴ 1357b, 26 - 36). Βλ. καὶ Θεόφ. Βορέας, Λογική, ΟΕΔΒ, ἐν Ἀθήναις 19722. σ. 162 κ. ἑξ. Ἕνα παράδειγμα παρομοίου συλλογισμοῦ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἐν προκειμένῳ τὸ ἑξῆς: Ἡ εἰκόνα εἶναι μίμηση τοῦ ὄντος. Μ - Κ Ὁ λόγος παρουσιάζει ἀναλογία πρὸς τὴν εἰκόνα. Υ - Μ Ἑπομένως πιθανῶς ὁ λόγος εἶναι μίμηση τοῦ ὄντος. Υ - Κ 
3. Ἀπὸ τῶν ζώων, π.χ., στὸν ἄνθρωπο ἢ ἀπὸ τῆς οἰκογένειας στὴν Κοινωνία καὶ ἀντιστρόφως. 
4. Κρατύλος, 430E, 8. 
5. Οὐκοῦν μουσικήν γε πᾶσάν φαμεν εἰκαστικήν τε εἶναι καὶ μιμητικήν (Πλάτων, Νόμοι, 668A, 6 - 7). 6. Κρατύλος, 423A, 1 – E, 9, 424E - 425A. 
7. Βλ. π.χ. Πλάτων, Θεαίτητος, 206D, 1 - 4 καὶ Ζ΄ Ἐπιστολή, 342A, 7 κ. ἑξ. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπίσης δέχεται ὅτι «τὰ ὀνόματα μιμήματά ἐστιν, ὑπῆρξεν δὲ καὶ ἡ φωνὴ πάντων μιμητικώτατον τῶν μορίων ἡμῖν» (Ρητορική, 1404a, 20) ἀλλὰ καὶ ὅτι «μιμητὴς ὁ ποιητής, ὡσπερανεὶ ζωγράφος ἤ τις ἄλλος εἰκονοποιός» (Περὶ Ποιητικῆς, 1450b, 8). Καὶ ὁ Πλούταρχος θεωρεῖ τὴν «ποιητικὴν μιμητικὴν τέχνην καὶ ἀντίστροφον (ἀντίστοιχον δηλ.) τῇ ζωγραφίᾳ», διασώζει δὲ καὶ τὸ τοῦ Σιμωνίδου «ζωγραφίαν μὲν εἶναι φθεγγομένην τὴν ποίησιν, ποίησιν δὲ σιγῶσαν τὴν ζωγραφίαν» (Πῶς δεῖ τὸν νέον ποιημάτων ἀκούειν, 17F, 16 - 18A, 2). Βλ. ἐπίσης, τοῦ αὐτοῦ, Περὶ Ἴσιδος καὶ Ὀσίριδος, 372F, 5: «Εἰκὼν γάρ ἐστιν οὐσίας ἡ ἐν ὕλῃ γένεσις καὶ μίμημα τοῦ ὄντος τὸ γινόμενον», ἀλλὰ καὶ «λόγος μὲν ἔργου καὶ λόγου δὲ μῦθος εἰκὼν καὶ εἴδωλόν ἐστι» (Πότερον Ἀθηναῖοι κατὰ πόλεμον ἢ κατὰ σοφίαν ἐνδοξότεροι 348B, 1). 
8. Κρατύλος, 430A, 10 – B, 3. Νικηφόρος Α΄, ὁ Κων/πόλεως, παρατηρεῖ ἐν προκειμένῳ: «Καὶ ὁ λόγος εὐπερίγραπτος μὲν λέγεται, οὐδαμῶς δὲ εἰκονίζεται· οὐ γὰρ σῶμα οὐδὲ εἶδος αὐτῷ ἢ σῶμα περίεστι· πῶς γὰρ ὅ γε κατὰ τὴν προφορὰν χεόμενος καὶ λυόμενος; Εἴρηται δὲ ἐφ’ οὗ τὸ γράφεται ἐπὶ πάντων τούτων ἐκληπτέον. Κατὰ γὰρ τὸν ἕτερον τῶν σημαινομένων τρόπον, ἤγουν συλλαβικῶς, πάντα γραφήσεται (Ἀντιρρητικὸς Β΄, ιε΄, PG 100, 361D). Ἰω. ὁ Δαμασκηνὸς δηλώνει σχετικῶς ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀλισθήσουν διὰ τῶν εἰκόνων στὴν εἰδωλολατρία ὡς «λαβόντες τὴν διακριτικὴν ἕξιν παρὰ Θεοῦ, καὶ εἰδότες τί τὸ εἰκονιζόμενον καὶ τί τὸ εἰκόνι μὴ περιγραφόμενον (Λόγος Γ΄ Ἀπολογητικὸς πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας, η΄, PG 94, 1328C).
9. Πλάτων, Σοφιστής, 239D – 240C. 
10. Θ. Στουδίτης, Ἀντιρρητικὸς Γ΄, PG 99, 425A. 
11. Θ. Στουδίτης, Ἀντιρρητικὸς Α΄, PG 99, 341B. 
12. Νικηφόρος Α΄ Κων/πόλεως, Ἀντιρρητικὸς Α΄, ιη΄, PG 100, 229B. 
13. Ἀριστοτέλης, Κατηγορίαι, 1a. Ἐπίσης: «Τὸ ἐν πίνακι γεγραμμένον ζῷον, καὶ ζῷόν ἐστι καὶ εἰκών» (Ἀριστοτέλης, Περὶ μνήμης καὶ Ἀναμνήσεως, 450b, 21). «Ἀπὸ διανοίας οὖν ἄνθρωπόν τε τὸν ζῶντα καὶ τὸν ἀνδριάντα ἢ τὴν εἰκόνα καλῶ ἄνθρωπον» (Πορφύριος, Εἰς τὰς Ἀριστοτέλους Κατηγορίας, 4,1, 65,29). Βλ. σχετικῶς καὶ Κ. Ἰ. Δάλκος, Θ. Στουδίτου, Λόγοι Ἀντιρρητικοὶ Κατὰ Εἰκονομάχων, Α΄ Ἀντιρρητικός, σημ. 60 - 61.
14. Νικηφόρος Α΄ Κων/πόλεως, Refutatio et eversio definitionis anni 815, 67, 15 καὶ Ἰω. Δαμασκηνός (Κατὰ Ἰακωβιτῶν ξδ΄, PG 94, 1468D): «Τὸ ἄλλος καὶ ἄλλος ὑποστάσεων ἀντωνυμίαι· φύσεων δὲ τὸ ἄλλο καὶ ἄλλο κατὰ τὸν θεολόγον Γρηγόριον». (Βλ. Γρηγόριος Θεολόγος, Πρὸς Κληδόνιον, ἐπιστολὴ 101, 21, 4. PG 37, 180B). 
15. Μ. Βασίλειος, Πρὸς Ἀμφιλόχιον, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 18, 45, 
16. PG 32, 149C. 16. Κρατύλος, 430D. 
17. «Πρώτην ἔχει τάξιν τὰ πράγματα, δευτέραν δὲ τὰ νοήματα, τρίτην αἱ φωναὶ καὶ τελευταίαν τὰ γράμματα· τὰ μὲν γὰρ νοήματα τέλος (σκοπὸ δηλ.) ἔχει τὴν τῶν πραγμάτων κατάληψιν, καὶ τότε νοήματά ἐστιν, ὅταν αὐτοῖς ὥσπερ ἐφαρμοσθῇ τοῖς πράγμασιν· εἰκόνες γάρ εἰσιν ἐν τῇ ψυχῇ τῶν πραγμάτων. αἱ δὲ φωναὶ τῶν νοημάτων εἰσὶν ἐξαγγελτικαί {...} τὰ δὲ γράμματα τέλος ἔχει τὸ διαφυλάττειν τὴν μνήμην τῶν φωνῶν». (Ἀμμώνιος, ὁ Ἑρμείου, Ὑπόμνημα εἰς τὸ Περὶ Ἑρμηνείας τοῦ Ἀριστοτέλους, 18, 23 κ. ἑξ.).
Κωνσταντῖνος Ἰω. Δάλκος
 18. Τὸ χωρίο εἶναι Χρυσοστομικό (Ὁμιλία εἰς τὸν 145 Ψαλμόν, PG 55, 521, 26), περιλαμβάνεται στὸν «Ὅρον» τῆς εἰκονομαχικῆς Συνόδου τῆς Ἱερείας (Mansi 13, 300A) καὶ εἶχε συζητηθῆ μεταξὺ ἄλλων στὴ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἡ ἄποψη αὐτὴ μᾶλλον ἀπηχεῖ τὸν Ἀριστοτέλη: «Ἔστι μὲν οὖν τὰ ἐν τῇ φωνῇ τῶν ἐν ψυχῇ παθημάτων σύμβολα, καὶ τὰ γραφόμενα τῶν ἐν τῇ φωνῇ» (Ἀμμώνιος, ὁ Ἑρμείου, ἔ. ἀ. 17, 15). Βλ. καὶ ἀνωτ. σημ. 17. 
19. Ἰω. Δαμασκηνός, Λόγος Α΄ ‘Aπολογητικὸς πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας, ιζ΄, PG 94, 1248C. Βλ. καὶ Ἀριστοτέλης ΜΤΦ, 980a καὶ Σούδα, ἐν λ. αἰσθήσεις: «τρανεστέρα ἡ ὄψις τῆς ἀκοῆς, καὶ αὐτὴ τῆς ὀσφρήσεως, ἡ δὲ ὄσφρησις τῆς γεύσεως καὶ τῆς ἁφῆς». Κατὰ Θεόδωρον τὸν Στουδίτην «Ἴσον ὄψεως ἀκοή, καὶ οὐχ οἷόν τε μὴ τὰ δύο εἶναι. Ὁ γὰρ τὸ ἓν ἀναιρῶν, συναναιρήσειε πάντως καὶ τὸ θάτερον» (Ἀντιρρητικὸς Α΄, PG 99, 348C). Δέχεται πάντως ὅτι: «Πολλοὶ τῶν ἱερῶν διδασκάλων τῆς εἰκονικῆς θέας τὴν διὰ λόγων ἱστορίαν προὐργιαιτέραν τίθενται οὐ διαβάλλοντες τὴν θατέραν· ἕτεροι δὲ τὸ ἔμπαλιν· ἔχοι δὲ τὸ ἴσον, καθά φησιν ὁ μέγας Βασίλειος· «Ἃ γὰρ ὁ λόγος τῆς ἱστορίας δι’ ἀκοῆς παρίστησι, ταῦτα γραφικὴ σιωπῶσα διὰ μιμήσεως δείκνυσι.» Καὶ οὐ πάντες ζωγράφοι, οὐδὲ πάντες λογογράφοι· ἀλλ’ ἑκάστῳ ὁ Θεὸς ἐμέρισε μέτρον χάριτος» (Ἐπιστολὴ Ναυκρατίῳ τέκνῳ, PG 99, 1217C, Fat. 380, 125 κ. ἑξ.). Ἡ αἴσθηση τῆς ἀκοῆς ἀναφέρεται στὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία, προφανῶς λόγῳ τῆς προφορικῆς της ἀφετηρίας, ἀλλὰ καὶ στὰ ἀναγνώσματα κατὰ τὴν λατρεία. Κατὰ Ἰω. τὸν Δαμασκηνὸν «αἱ εἰκόνες ἐν ἀήχῳ φωνῇ τοὺς ὁρῶντας διδάσκουσι» (ἔ. ἀ. 1268A). Βλ. καὶ Βασ. Ν. Γιαννόπουλος, Αἱ χριστολογικαὶ ἀντιλήψεις τῶν εἰκονομάχων, σ. 91 - 92.
20. Θεόδωρος Στουδίτης, Ἐπιστολὴ Ναυκρατίῳ τέκνῳ, PG 99, 1213A, Fat. 380, 34. 
21. «Πῶς γὰρ ἂν λέγων γέ τις τοῦτο, ὃ λέγει, μὴ τὸ ὂν λέγοι; ἢ οὐ τοῦτό ἐστιν τὸ ψευδῆ λέγειν, τὸ μὴ τὰ ὄντα λέγειν;», δηλ. Πῶς εἶναι δυνατὸν μιλῶντας κάποιος νὰ μὴν ἔχῃ ἀντικείμενο τοῦ λόγου του αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει; Ἢ μήπως αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ψεύδους, δηλαδὴ τὸ νὰ ὁμιλῇ κανεὶς γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ὑπάρχουν; (Κρατύλος, 429D, 4). Ὅτι ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ λογικὴ κρίση ψευδής (δόξα), ποὺ ἐκφράζει δηλ. τὸ μὴ ὄν, εἶναι προφανές.
 22. Κρατύλος, 431D. 
23. Κρατύλος, 431E, 9 – 432A, 4
24. Κρατύλος, 432A, 8 – C, 6. 
25. «Ἄλλην χρὴ εἰκόνος ὀρθότητα ζητεῖν {...} καὶ οὐκ ἀναγκάζειν, ἐάν τι ἀπῇ ἢ προσῇ, μηκέτι αὐτὴν εἰκόνα εἶναι», διότι «ἐνδέουσιν αἱ εἰκόνες τὰ αὐτὰ ἔχειν ἐκείνοις ὧν εἰκόνες εἰσίν» (Κρατύλος, 432C, 7 – D, 3). Βεβαίως, γιὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ μίμησις πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ «στοιχεῖα ὅμοια τοῖς πράγμασιν» καὶ ἐν προκειμένῳ, περὶ τῶν εἰκόνων, «φαρμακεῖα», χρώματα δηλαδὴ «ὅμοια ὄντα ἐκείνοις ἃ μιμεῖται ἡ ζωγραφική (Κρατύλος, 434A). Ἡ ἄρνηση ἑπομένως τῆς μεταξὺ πράγματος καὶ ὀνόματος σχέσεως εἶναι ὑποκριτικὴ ἀπόρριψη αὐτῆς τῆς συνθήκης, τοῦ ὅτι δηλαδὴ «ὅταν τοῦτο φθέγγωμαι, διανοοῦμαι ἐκεῖνο, σὺ δὲ γινώσκεις ὅτι ἐκεῖνο διανοοῦμαι» (Κρατύλος, 434E, 6). Αὐτὸ ἰσχύει προφανῶς καὶ ὡς πρὸς τὴν σχέση πρωτοτύπου καὶ εἰκόνας. 
26. Βλ. προχ. Θ. Στουδίτης, Ἀντιρρητικὸς Γ΄, PG 99, 405A. 
27. «εἰ γὰρ μὴ διαφέρει ἔν τινι, οὐκ εἰκών, οὐδὲ ἄλλο τι, παρὰ τὸ ἀρχέτυπόν ἐστι» (Νικηφόρος Α΄ Κων/πόλεως, Ἀντιρρητικὸς Α΄, PG 100, 277A). Ἐπίδραση ἀσφαλῶς τοῦ Πλατωνικοῦ «Κρατύλου» φέρει τὸ «σχῆμα τοῦ ἀδυνάτου» στὸ Ἀρεοπαγιτικὸ χωρίο: «Καὶ καθάπερ ἐπὶ τῶν αἰσθητῶν εἰκόνων, εἰ πρὸς τὸ ἀρχέτυπον εἶδος ὁ γραφεὺς ἀκλινῶς εἰσορᾷ, πρὸς τὸ μηδὲν ἄλλο τῶν ὁρατῶν ἀνθεκλόμενος ἢ κατά τι μεριζόμενος, αὐτὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἐστί, τὸν γραφόμενον (εἰ θέμις εἰπεῖν) διπλασιάσει, καὶ δείξει τὸ ἀληθὲς ἐν τῷ ὁμοιώματι καὶ τὸ ἀρχέτυπον ἐν τῇ εἰκόνι καὶ τὸ ἑκάτερον ἐν ἑκατέρῳ παρὰ τὸ τῆς οὐσίας διάφορον». ΨΔιονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, PG 3, 473A - C. 
28. Ἰωάννης Δαμασκηνός, Λόγος Α΄ Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας, 9,3. PG 94, 1240C, 3. 
29. Θ. Στουδίτης, Ἀντιρρητικὸς Γ΄, PG 99, 405A. 
30. Θ. Στουδίτης, Ἐπιστολὴ Νικολάῳ τέκνῳ, PG 99, 1304B, 10. Fat. 416, 13.
31. Θ. Στουδίτης, Ἀντιρρητικὸς Γ΄, PG 99, 421C 8.
32. Μ. Φώτιος, Ἀμφιλόχεια, ἐρώτ. ΣΕ΄, Περὶ διαμορφώσεως καὶ χαρακτῆρος τῶν ἁγίων εἰκόνων (PG 101, 948C-D καὶ 952A-B). Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἀποφαίνεται: «Ἡ εἰκὼν ἕως ἂν ἐν μηδενὶ λείπηται τῶν κατὰ τὸ ἀρχέτυπον νοουμένων, κυρίως ἐστὶν εἰκών, καθ’ ὃ δ’ ἂν διαπέσῃ τῆς πρὸς τὸ πρωτότυπον ὁμοιότητος, κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος εἰκὼν οὐκ ἔστιν» (Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 156, 13). Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἐπίσης διδάσκει ὅτι «ὅσοις ὀνόμασι κέκληται Ἰησοῦς ὁ Χριστός, τοσούτοις καὶ τὸ αὐτοῦ ἀπεικόνισμα εἴρηται» (Β΄ Ἀντιρρητικός, PG 99, 361C, 4), ἐνῶ ἀποδοκιμάζει, ὡς ἀναντίστοιχες πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἐπιγραφές, ὅπως «Θειότης, Κυριότης, Βασιλεία», διότι «αἱ τοιαῦται φωναὶ κοινῶς ἐπὶ τῆς Τριάδος· οὐκ ἐφ’ ἑνὸς προσώπου διακεκριμένως νενόηνται» Ἐπιστ. Ναυκρατίῳ τέκνῳ, PG 99, 1296A, Fat. 411, 42. Στὴν ὀρθόδοξη ἑπομένως εἰκόνα ἐπιβάλλεται ὁ συνδυασμός, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντιστοιχία μορφῆς καὶ ὀνόματος.
33. Λεων. Οὐσπένσκη, Ἡ Εἰκόνα, μτφρ. Φ. Κόντογλου, Ἀστὴρ 1952, σ. 43, σημ. 1.
34. Κρατύλος, 388B, 10 – C, 2 καὶ 428E, 5.
35. Ἰω. Δαμασκηνός, Λόγος Α΄ Ἀπολογητικὸς πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας, ιζ΄, PG 94, 1248C καὶ 1268A, 1293C.
36. Ἐπίκτητος, Dissertationes ab Arriano digestae, 1, 17, 10,3 καὶ ἑξ.
37. Καὶ στὸν «Κρατύλον» ἐφαρμόζεται ἐπίσης ἡ γνωστὴ Πλατωνικὴ τακτικὴ τῶν συνεχῶν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ διαλόγου ἀνατροπῶν ὑπὸ τὴν διαρκῆ παρουσία τῆς Σωκρατικῆς εἰρωνείας.
38. Κρατύλος, 435D – 436A.
39. Κρατύλος, 439A – B.
40. «Ὁμώνυμα λέγεται ὧν ὄνομα μόνον κοινόν, ὁ δὲ κατὰ τοὔνομα λόγος (ὁ ὁρισμὸς δηλ.) τῆς οὐσίας ἕτερος {...} Συνώνυμα δὲ λέγεται ὧν τό τε ὄνομα καὶ ὁ κατὰ τοὔνομα λόγος τῆς οὐσίας ὁ αὐτός». Ἀριστοτέλης, Κατηγορίαι, 1a 1 – 7. 
41. Βλ. ἀνωτέρω σημ. 10 – 15. 
42. Κρατύλος, 439Β. 
43. Ἰω. Δαμασκηνός, Λόγος Α΄, Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας, PG 94, 1240A. 
44. Mansi 13, 345C. 
45. Κρατύλος, 389A, 5 – B, 3 καὶ 437D κ. ἑξ.
 46. «Δύο γάρ ἐστιν ἅ τις ἂν ἀποδοίη Σωκράτει δικαίως, τούς τ’ ἐπακτικοὺς λόγους καὶ τὸ ὁρίζεσθαι καθόλου· (ταῦτα γάρ ἐστιν ἄμφω περὶ ἀρχὴν ἐπιστήμης) ἀλλ’ ὁ μὲν Σωκράτης τὰ καθόλου οὐ χωριστὰ ἐποίει οὐδὲ τοὺς ὁρισμούς· οἱ δ’ ἐχώρισαν, καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν ὄντων ἰδέας προσηγόρευσαν» (Ἀριστοτέλης ΜΤΦ, 1078b, 27). 
47. «Τὰ μὲν εἴδη ταῦτα (ἔμοι γε καταφαίνεται) ὥσπερ παραδείγματα ἑστάναι ἐν τῇ φύσει, τὰ δὲ ἄλλα τούτοις ἐοικέναι καὶ εἶναι ὁμοιώματα, καὶ ἡ μέθεξις αὕτη τοῖς ἄλλοις γίγνεσθαι τῶν εἰδῶν οὐκ ἄλλη τις ἢ εἰκασθῆναι αὐτοῖς» (Πλάτων, Παρμενίδης, 132D, 1). 
48. Πλάτων, Πολιτεία, 596E – 599A. 
49. «Εἰ μεταπίπτει πάντα τὰ χρήματα καὶ οὐδὲν μένει {...} οὐκ ἂν εἴη γνῶσις, καὶ ἐκ τούτου τοῦ λόγου οὔτε τὸ γνωσόμενον οὔτε τὸ γνωσθησόμενον ἂν εἴη» (Κρατύλος, 440A – B). 
50. Ὡς πρὸς τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Ἡρακλείτου περὶ τῶν ὀνομάτων εἶναι, νομίζω, ἀποκαλυπτικὸ τὸ ἑξῆς ἀπόσπασμα: «Ὁ Θεὸς ἡμέρη εὐφρόνη, χειμὼν θέρος, πόλεμος εἰρήνη, κόρος λιμός, ἀλλοιοῦται δὲ ὅκωσπερ <πῦρ>, ὁπόταν συμμιγῇ θυώμασιν ὀνομάζεται καθ’ ἡδονὴν ἑκάστου». Δηλαδὴ ὁ θεὸς εἶναι ἡμέρα καὶ νύχτα, χειμώνας καὶ καλοκαίρι, πόλεμος καὶ εἰρήνη, χορτασμὸς καὶ πεῖνα καὶ ἀλλοιώνεται, ὅπως ἀκριβῶς ἡ φωτιά, ὅταν ἀναμιχθῇ μὲ ἀρωματικὲς οὐσίες· λαμβάνει τὸ ὄνομα ποὺ ἀρέσει στὸν καθένα. (Ἀπ. 67, DK 1, 165, 8 – 10). 
51. Κρατύλος, 440D – E. 
52. Βλ. Mansi, 13, 260B καὶ Νικηφόρος Α΄ Κων/πόλεως, Refutatio et eversio definitionis synodalis anni 815, 66, 7 καὶ 166, 11. 
53. Νικηφόρος Α΄ Κων/πόλεως, ἔ. ἀ. 7,3, 10,44 καὶ ἀλλοῦ. 
54. Ἀριστοτέλης, ΜΤΦ, 987b, 8. 
55. Ἰω. Δαμασκηνός, Λόγος Α΄ Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας κλπ., ια΄. PG 94, 1241A.
56. Βλ. Νικηφόρος Α΄ Κων/πόλεως, Refutatio et eversio κλπ. 7,4. Ἡ ἐν Ἱερείᾳ εἰκονομαχικὴ Σύνοδος τοῦ 754 χαρακτηριστικῶς «ἐξεβόησε {...} πάντες νοερῶς τῇ νοερᾷ θεότητι λατρεύοντες προσκυνοῦμεν» (Mansi 352E – 353A). 
57. Ἰω. Δαμασκηνός, ἔ. ἀ., PG 94, 1264C. Πλὴν αὐτῶν ὅμως ἀποδίδει στοὺς εἰκονομάχους καὶ μανιχαϊκῆς ἀφετηρίας περιφρόνηση τῆς ὕλης, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἄλλο ζήτημα. 
58. Ἰω. Δαμασκηνός, ἔ. ἀ. ια΄, PG 94, 1241A. 
59. Θ. Στουδίτης, Ἐπιστολὴ Νικήτᾳ μονάζοντι, PG 99, 1537C. Fat. 499, 22 κ. ἑξ. 
60. Θ. Στουδίτης, Α΄ Ἀντιρρητικός, PG 99, 349D – 351A. Μετάφραση: Ἂν κάποιος πιστεύει ὅτι ἡ μέσῳ τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀναγωγὴ στὰ πρωτότυπα ἁρμόζει στοὺς πνευματικὰ κατώτερους, διότι τάχα ἐκεῖνος χωρὶς αὐτὲς ἀνάγεται διὰ τῆς ἀκροάσεως στὴν θεωρία τῶν ἀρχετύπων, καὶ δὲν ἀναγνωρίζει, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Μ. Βασιλείου, τὴν δυνατότητα ἀναγωγῆς ἐξ ἴσου στὴν σιωπηλὴ ζωγραφικὴ καὶ στὴν διὰ λόγου ἀφήγηση, αὐτὸς εἶναι αἱρετικός.
61. Θεόδωρος Στουδίτης. Ἴαμβοι εἰς διαφόρους ὑποθέσεις, ΛΒ΄, στ. 5 -7. PG 99, 1792D. Μετάφραση: ...γιατί, λαλιὰ σὰν νἄχῃ, ἡ ζωγραφιὰ φωνάζει: Δοξάζεις τὸ πρωτότυπο ἐμὲ τιμῶντας κι αὐτὸ στάθηκα ἐδῶ γιὰ νὰ θυμίζω... Ὁ χρησιμοποιούμενος ἐδῶ ὅρος «ὑπόμνησις» εἶναι εὐστοχώτερος ἴσως τοῦ προηγουμένου σπανίου «ἀναμίμνησις» (ἀνάμνησις), ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπενθυμίσῃ τὴν Πλατωνικὴ περὶ προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, καὶ περὶ τῆς γνώσεως ἑπομένως, ὡς ἀναμνήσεως, θεωρία (βλ. προχ. Πλάτ. Φαίδων,72E, 5). Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συνήθη σημασία «ἀνάμνησις καὶ ὑπόμνησις διαφέρει. ἀνάμνησις μὲν γάρ ἐστιν, ὅταν τις ἔλθῃ εἰς μνήμην τῶν παρελθόντων, ὑπόμνησις δέ, ὅταν ὑφ’ ἑτέρου εἰς τοῦτο προαχθῇ» («Ἀμμώνιος», Γραμμ., Περὶ ὁμοίων καὶ διαφόρων λέξεων, 43, 1). Προφανῶς ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὑπενθυμίζει τὸ πρωτότυπο, τὸ ὁποῖο ἔτσι μέσῳ αὐτῆς καὶ τιμᾶται.

πηγή : EIKONOΣTAΣΙON
ΠEPIOΔIKH EKΔOΣH KENTPOY EIKONOΛOΓIAΣ IEPAΣ MONHΣ XPYΣOPPOΓIATIΣΣHΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...