/*--

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Γνωρίσματα τοῦ αὐθεντικοῦ χριστιανικοῦ βιώματος

Ἀφορμή θά πάρουμε ἀπό τό τέλος τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ κατά Ἰωάννην εὐαγγελίου ἀπό τήν περικοπή τῆς κλήσεως τῶν μαθητῶν. Αὐτή ἡ περικοπή ἔχει ἕνα ἐνδιαφέρον ἰδιαίτερο. Καί τοῦτο διότι ἀποτελεῖ μία εἰκόνα του πῶς καλεῖ ὁ Χριστός τόν κάθε χριστιανό ξεχωριστά καί τί τελικά μας προσφέρει ἡ χάρις καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέσα στήν κιβωτό τῆς σωτηρίας, τήν Ἐκκλησία. Στήν συγκεκριμένη εὐαγγελική περικοπή παρουσιάζονται τρεῖς κλήσεις, τρία προσκλητήρια πρός τρεῖς μαθητές. Τό ἕνα εἶναι τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, τό δεύτερό του Φιλίππου καί τό τρίτο του Ναθαναήλ. 

Κατ’ ἀρχάς καί οἱ τρεῖς ἀνταποκρίνονται στήν κλήση μέ μία ἔκ- ρηξη πνευματικοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Ὁ Ἀνδρέας ἀναφωνεῖ ὅτι «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», ὁ Φίλιππος τρέχει στόν Ναθαναήλ καί τοῦ λέγει: «ὅν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καί οἱ προφῆται εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν», ὁ δέ Ναθαναήλ ἀπευθύνεται στόν Κύριο καί τοῦ λέγει: «σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ». Τό πρῶτο γνώρισμα τοῦ αὐθεντικοῦ βιώματος εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἐκ θεοῦ κλήσεως καί ἡ αὐθόρμητη ἀνταπόκριση σ΄ αὐτήν, κάτι πού ἑδράζεται στό ἄδολόν της ψυχῆς. Εὐθέως, ἀμέσως, χωρίς δεύτερο λόγο, χωρίς δισταγμό, χωρίς ὀρθολογιστικές σκέψεις, ἡ ψυχή ἀναγνωρίζει τό θεϊκό πρόσωπο καί ἀνταποκρίνεται στήν κλήση Του. Τό εἶπε ὁ Κύριος: «ἴδε ἀγαθός Ἰσραηλίτης ἐν ὧ δόλος οὐκ ἐστι», δέν ὑπάρχει πονηρία, δέν ὑπάρχει μπέρδεμα, σύγχυση, πολυπλοκότητα, ἀλλά αὐτό πού κυριαρχεῖ στήν καρδιά τοῦ Ναθαναήλ εἶναι ἡ καθαρότητα καί ἡ ἁπλοϊκότητα. 

Ἡ χριστιανική ζωή δέν εἶναι προσωπική ἀνακάλυψη ἤ ἐπιλογή, ἀλλά φιλότιμη ἀνταπόκρισησέ θεϊκό κάλεσμα. Δέν εἶναι τρόπος ζωῆς ἀλλά κατάσταση χάριτος. Δέν φανερώνει ἕναν καλό ἄνθρωπο μέ ὀρθό κριτήριο καί καλό χαρακτήρα, ἀλλά ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί τοῦ θεϊκοῦ προορισμοῦ τοῦ τελευταίου. Αὐτές οἱ αὐθόρμητες πνευματικές ἐκρήξεις, σύμφωνα μέ τό ὑπόμνημα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου, εἶναι ἀποτέλεσμα «ψυχῆς ὠδινούσης» καί «προσδοκώσης» «τήν παρουσίαν Ἐκείνου». Αὐτό μας ὁδηγεῖ σέ δυό ἑπόμενα γνωρίσματα. Τό ἕνα εἶναι ὁ ἔμπονος πόθος, ἡ ἐπιθυμία γιά τόν Θεό, ἡ αἴσθηση ἀνάγκης Του. Καί τό ἄλλο, ἡ προσδοκία τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου καί τῆς ἐπισκέψεώς Του. Αὐτή ἡ ὀδύνη τῆς ψυχῆς καί ἡ ἐσωτερική λαχτάρα καί ἀναμονή, ἡ βαθιά ἐνδόμυχη προσδοκία, αὐτό πού οἱ Πατέρες ὀνομάζουν «τρῶσιν», φάγωμα τῆς ψυχῆς, ἡ διαρκής ἑτοιμότητα ὅτι ἔρχεται ὁ Κύριος νά ἐπισκεφθεῖ καί τή δική μου ψυχή, νά μπεῖ καί στή δική μου ζωή, ἔρχεται νά ἀλλάξει, νά μεταστρέψει, νά μεταμορφώσει, νά ἀνακαινίσει τά χαρακτηριστικά καί τοῦ δικοῦ μου βίου, καί τά ἰδιώματα καί τοῦ δικοῦ μου προσώπου, αὐτές οἱ ἐμπειρίες ἀποτελοῦν ἀπόδειξη αὐθεντικοῦ χριστιανικοῦ βιώματος. 

Δέν εἶναι ἡ ἀλλαγή πού προκαλεῖ τό γνήσιο χριστιανικό βίωμα. Αὐτή θά μποροῦσε νά γεννήσει καί ἔπαρση καί ὑπερηφάνεια. Ἀλλά εἶναι ὁ ἐνεργῶν τήν ἀλλαγή, Αὐτός πού ἀποτελεῖ τήν ἐγγύηση τοῦ βιώματος καί τήν ἀπόδειξη τοῦ παράλληλου μεγαλείου του, Αὐτός πού φανερώνεται μέσα ἀπό αὐτήν. Στό σημεῖο αὐτό, ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ ἐνθουσιασμός τῶν ἀποστόλων δέν ἦταν μία ἁπλή ἔκφραση χαρᾶς καί ἔκπληξης ἤ ἁγνῆς διαθέσεως, ἀλλά εἶχε τά στοιχεῖα μίας μεγαλειώδους ὁμολογίας πίστεως, ὁμολογίας τήν ὁποία κρατάει ἡ Ἐκκλησία ὡς θησαυρό στά χέρια Της. Τόν ὁμολόγησαν ἀπό τήν ἀρχή ὡς Θεό. Ὡς τόν Μεσσία ὁ Ἀνδρέας ὡς Αὐτόν γιά τόν ὁποῖο ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆτες ὁ Φίλιππος, ὡς τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὡς τόν Χριστό, ὁ Ναθαναήλ. Καί ὄχι μόνο αὐτό. Ἔκαναν ἀκόμη ἕνα βῆμα: κατέστησαν κοινωνούς τῆς δικῆς τους πίστεως καί τούς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός τους. Διέδωσαν ἀμέσως τό μήνυμα, τό κοινοποίησαν. Ὁ Ἀνδρέας «ἤγαγε τόν Σίμωνα πρός τόν Ἰησοῦν», ὁ Φίλιππος ἀπευθύνεται στό Ναθαναήλ: «ἔρχου καί ἰδέ», ἔλα καί σύ νά δεῖς, ἔλα κι ἐσύ νά γευθεῖς. Αὐτό τό στοιχεῖο τῆς κοινωνίας τοῦ θησαυροῦ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού ξεχειλίζει ἀπό μέσα μας καί ἐκφράζεται ὡς ἡ πιό λεπτή καί ἡ πιό ὡραία ἐκδήλωση τῆς δικῆς μας ἀγάπης πρός τούς συνανθρώπους καί τούς ἀδελφούς μας, αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη γνώρισμα τοῦ αὐθεντικοῦ χριστιανικοῦ βιώματος. 

Θά κλείσουμε μέ ἕνα ἐπιπλέον γνώρισμα˙ τη διάθεση τοῦ μαρτυρίου. Ὅλοι αὐτοί οἱ ἀπόστολοι μαρτύρησαν. Ἐπισφράγισαν τήν κλήση τους μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματός τους. Εἶχαν τέτοια πηγαιότητα πού, ἐνῶ ἦταν πολύ εὔκολη ἡ ἀρχή -«εὐθέως» δέχθηκαν τό μήνυμα καί τήν πρόσκληση τοῦ Κυρίου - ἦταν ἐξίσου εὔκολο καί τό τέλος - πρόθυμα ἔχυσαν τό αἵμα τούς γι΄ Αὐτόν. Τοῦ ἔδωσαν τή ζωή τους καί, ὅσο εὔκολα Τόν ἀκολούθησαν στήν ἐπίγεια πορεία Του, τόσο πρόθυμα Τόν ἀκολουθοῦν αἰωνίως ἑνωμένοι μαζί Του καί στή Βασιλεία του. Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ βιώματος δέν ταυτίζεται μέ πομπώδη ἔκφραση, πληθωρικό ἐντυπωσιασμό, αἰφνιδιασμό καί ἔκπληξη ἤ κοσμικό θαυμασμό. Τό χριστιανικό βίωμα εἶναι μυστικό, εἶναι βαθύ καί ἐσωτερικό. Τό βίωμα τῆς Χαναναίας, ἡ ὁποία δέχθηκε ὁ Κύριος νά τή συγκρίνει μέ τά σκυλάκια, τοῦ Ζακχαίου πού ὁμολόγησε δημόσια τίς ἀδικίες του, τῆς αἱμορροούσης πού κρυφά ἀπέσπασε δύναμη ἀπό τό Θεό, ἀποτελοῦν ὑποδείγματα αὐθεντικότητας. Κανείς δέν πρόσεξε αὐτούς τούς ἀνθρώπους. Οὔτε οἱ μαθητές. 

Ὁ Κύριος ὅμως ἀκούει τίς κραυγές τῆς Χαναναίας, βλέπει καί καλεῖ ὁ ἴδιος τόν Ζακχαῖο, αἰσθάνεται τό ἄγγιγμα τῆς αἱμορροούσης. Γι΄ αὐτό καί ξεχώρισε τή Χαναναία παρακάμπτοντας τούς ἀποστόλους, τόν Ζακχαῖο διακρίνοντας τόν μέσα ἀπό τό πλῆθος, τήν αἱμορροοῦσα αἰσθανόμενος τήν ἰδιαιτερότητα τοῦ ἀγγίγματός της. Τό αὐθεντικό βίωμα πείθει καί ἐπιβάλλεται καί στίς δυσκολότερες καί πιό ἀντίξοες συνθῆκες. Ἐπισύρει ἐπάνω τοῦ τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ξεχωρίζει τόν ἄνθρωπο κι ὅταν αὐτός σκεπάζεται ἀπό τό πλῆθος, τήν ἀδιαφορία τοῦ κόσμου, τή δική του ἀσημαντότητα. Ὁ γνήσιος χριστιανός εἶναι ἀσφαλής δέν φοβᾶται τίποτε, ἐμπιστεύεται εὔκολα, συμπαθεῖ, ἀναδίδει σιγουριά καί αἴσθηση καθαρότητος.

Νικολάου, Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυριωτικής 

πηγή : ΕΠΙ ΤΗΝ ΠΗΓΗΝ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΑΤΟΣ
Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΓΙΑΣΜΑΤΟΣ ΒΟΪΟΥ 
ΕΝΤΥΠΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ-ΕΚΦΡΑΣΙΣ, ΜΕΣΟΝ ΚΑΙ ΜΕΣΩ ΤΟΥ Ε.Π.Π.Ι ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...