/*--

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Ὁ Πνευματικὸς πατέρας τῶν ἀνθρώπων τῆς ὀδύνης

Πάντοτε, ὅταν μιλοῦσα γιὰ τὸν Ὅσιο Γέροντα Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη, εἶχα τὴν αἴσθηση ἀλλὰ καὶ τὴ βεβαιότητα, ὅτι ἀναφέρομαι σὲ ἕναν μεγάλο τῆς Ἐκκλησίας μας Θεοφόρο Πατέρα, σὲ ἕναν ἐξόχου σπουδαιότητας χαρισματικὸ Ἅγιο! Ὁ Ὅσιος Πορφύριος θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους ἐπιγόνους τῆς φιλοκαλικῆς παράδοσης στὴν πατρίδα μας, ποὺ μαζὶ μὲ ἄλλες ὁσιακὲς ἡσυχαστικὲς μορφές, ὅπως τοῦ Ἀμφιλοχίου Μακρῆ, τοῦ Φιλοθέου Ζερβάκου, τοῦ Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτη, τοῦ Ἰακώβου Τσαλίκη, τοῦ Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ, τοῦ Ἐφραὶμ τοῦ Κατουνακιώτη κ.ἄ., διετήρησαν ζωντανὴ τὴ λειτουργία τῆς πνευματικῆς πατρότητας.

Ὁ ὅσιος Γέροντας ὑπῆρξε πνευματικὸς πατέρας τῶν νέων ἀνθρώπων καὶ σύμβουλος τῆς οἰκογένειας σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ εἶχε ὡς κύριο χαρακτηριστικό της τὴν ἔντονη παθολογία καὶ τὴν παθογένεια, αὐτὸ ποὺ ὁ Ἅγιος ὅριζε ὡς «παθολογικὴ ἐνδοστρέφεια» τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ὅσιος Πορφύριος ἀκολούθησε τὴν ψυχοπαιδαγωγικὴ καὶ θεραπευτικὴ πορεία τῶν Μεγάλων τῆς Ἐκκλησίας Πατέρων, κυρίως τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, οἱ ὁποῖοι ὁροθέτησαν τὴν «Παιδαγωγικὴ τοῦ προσώπου», ἀναδεικνύοντας τὸ ὑπαρξιακὸ θεμέλιο καὶ μελετώντας τὴ δομὴ καὶ τὶς λειτουργίες τοῦ ἀνθρωπίνου συστήματος. Ὁ Ὅσιος Γέροντας Πορφύριος (1906-1991) ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες πνευματικὲς παρουσίες τοῦ αἰώνα μας. Μορφὲς σὰν κι αὐτὸν ἐμφανίζονται στὸ χῶρο τῆς Θεολογίας, τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ στὴν εὐρύτερη κοινωνία σπανίως. Ὁ σεπτὸς Πατέρας ἦταν μία ἁγία χαρισματικὴ προσωπικότητα ποὺ ἔζησε καὶ συνεχίζει νὰ εἶναι παροῦσα στὴν περιοχὴ τοῦ θαύματος.

Ὁ Ἱερὸς Πορφύριος ἦταν ἕνας ἁπλός, ἀδύναμος καὶ ἀσθενικός, εὔθραυστος ἄνθρωπος. Στὸ πρόσωπό του κατανοοῦσε κανεὶς τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ ἀποστολικοῦ λόγου: «Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν» (2 Κορ. 4, 7). Ἦταν ὁ «νήπιος» καὶ «ἐξουθενωμένος» κατὰ κόσμον ἄνθρωπος (Ματ. 11, 25 καὶ 1 Κορ. 1, 28), ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀφάνειας, ποὺ, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε: «ἦλθε στὸν κόσμο, ἤθελε ὅμως νὰ φύγη, νὰ χαθῆ, νὰ μὴν ὑπάρχη στὸν κόσμο…». Παρατηροῦσε χαρακτηριστικά, ἔχοντας πάντοτε ζωντανὸ στὴν καρδιά του τὸ ἱερὸ πρότυπό του, τὸν Ὅσιο Ἰωάννη τὸν Καλυβίτη: «Θὰ πήγαινα ὡς ρακένδυτος κι ὡς ἄγνωστος σὲ κανένα μοναστήρι νὰ μοῦ δίνανε κανένα παξιμάδι καὶ θὰ ἔτρωγα, χωρὶς νὰ λέω ποῦ κάθομαι καὶ ποῦ μένω καὶ ποιός εἶμαι».

Μὲ μεγάλη συγκίνηση ἀναπολοῦσε μιὰ εὐλογημένη στιγμὴ τῆς παιδικῆς του ζωῆς, τότε ποὺ κάποιοι ἄνθρωποι τὸν χαρακτήρισαν ὡς «ἀλητόπαιδο» καὶ ἔλεγε ἐμφαντικά: «Μὲ πέρασαν γιὰ ἀλητόπαιδο· μὲ εἶπαν ἀλητόπαιδο! Πράγματι, ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἀλήτης, ἕνα ἀλητόπαιδο τοῦ Χριστοῦ!». Ὁ Ὅσιος Πορφύριος ἦταν ὁ σοφὸς τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως συνήθως τὸν ἀποκαλῶ στὶς ὁμιλίες μου, μὲ τὸ ἐνδεικτικὸ τῆς Α΄ Τάξης τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου! Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πῆ πὼς φυσιογνωμικὰ καὶ συμπεριφορικὰ ἔμοιαζε μὲ κάποια ἀπὸ τὶς ἱερὲς μορφὲς τῶν «στάρετς» τοῦ Ντοστογιέφσκι. Ὁ Ὅσιος ἀπὸ πολὺ νωρὶς εἶχε πραγματοποιήσει τὸ ἡσυχαστικὸ «ἔνδον ταξίδι» στὸ χῶρο τῆς «καιομένης καρδίας» (Λουκ. 24, 32), ὅπου συνάντησε «τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον» (Πε. 1, 3, 4) καὶ ἀπέκτησε τὸ χάρισμα νὰ ἀκούη στὴν ἐσωτερική του ἡσυχία «τὸ πνεῦμα τοῦ πατρὸς τὸ λαλοῦν ἐν αὐτῷ» (Ματ. 10, 20). Ἔτσι, ὡς πνευματικὸς πατέρας καὶ παιδαγωγός, ὁ Ὅσιος Γέρων ἦταν ἔμπλεος τῆς σοφίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία τὸν καθοδηγοῦσε στὸ παιδευτικὸ θεραπευτικό του ἔργο.

Δύο μεγάλες ἀρετὲς κοσμοῦσαν τὴν προσωπικότητά του· ἡ «ἁγία ταπείνωση», «τὸ ἔνδυμα τῆς Θεότητος» (Ἰσαὰκ ὁ Σύρος) καὶ ἡ «τρελὴ ἀγάπη» τοῦ Θεοῦ (Παῦλος Εὐδοκίμωφ) ποὺ ἐκφραζόταν σταυροειδῶς· ὁριζόντια ὡς θυσιαστικὴ ἀγάπη στὸ συνάνθρωπο, τὸν ἀδελφό του τὸν ἐλάχιστο (Ματ. 25, 40), καὶ κατακόρυφα ὡς Θεῖος ἔρωτας, ποὺ εἶναι καὶ «ἐκστατικός», κατὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη (περὶ θείων Ὀνομάτων). Ὁ Ὅσιος Πορφύριος  βίωνε ἀπὸ μικρὸς αὐτὴ την Θεία ἔκσταση· «εἶχε σταυρωθεῖ μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν ζοῦσε πλεόν αὐτός, ζοῦσε μέσα του ὁ Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Ὁ Ὅσιος Πορφύριος ἦταν λεπτὴ ποιητικὴ ψυχή, ἡ ὁποία ἀποκωδικοποιοῦσε τὰ ὑπερκόσμια μηνύματα ποὺ δεχόταν ἐνδόμυχα, καθὼς μελετοῦσε τὸ «μυστικὸ Εὐαγγέλιο τῆς φύσης». Ἦταν θεῖες ἀναρριπίσεις ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴ γαλάζια ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα τῶν βράχων, ἀπὸ τὸ κελάηδημα τοῦ ἀηδονιοῦ, ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῆς νοτισμένης γῆς τῶν Καυσοκαλυβίων, ἀπὸ τὴν εὐωδία τῶν λουλουδιῶν, ἀπὸ τὴ μουσικὴ ἁρμονία τοῦ σύμπαντος, ἀπὸ τὴν ἱερότητα τῆς Θείας δημιουργίας. Ὅλα αὐτὰ λετουργοῦσαν μέσα του ὡς «σταλαγματιὲς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ» ὡς οὐράνιες «ἐπιψαύσεις» ποὺ τὸν «ἐνέπνεαν» καὶ ἔτσι «κατενύσσετο τῇ καρδίᾳ» (Πράξ. 2, 37) καὶ «ὅ,τι ἔβλεπε τὸ ἔκανε προσευχή», τὸ ἐξέφραζε ὡς δοξολογία.

Ὁ Ὅσιος Γέροντας, ἡ λεπτὴ αὐτὴ ψυχή, ἐστάλη ἀπὸ τὸ Θεὸν νὰ ζήση ἀναχωρητικὰ στὸ κέντρο τῆς πολύβουης Ἀθήνας, στὴν «ἔρημο τῆς Ὁμονοίας», σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία καταματωμένη πάσχιζε νὰ σταθῆ ὄρθια μέσα στὰ ἐρείπια –ὑλικὰ καὶ ψυχικά– δύο παγκοσμίων πολέμων καὶ ἑνὸς ἐμφύλιου σπαραγμοῦ. Ὅλα αὐτὰ εἶχαν ἐπηρεάσει βαθιὰ τὸν πνευματικὸ καὶ κοινωνικὸ βίο τῶν Ἑλλήνων. Ἔτσι, ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου λειτούργησε ὡς αὔρα θεραπευτικὴ ποὺ διέλυε τὰ σκοτεινὰ νέφη τῆς παθολογικῆς ἐνδοστρέφειας τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ὅσιος Γέρων Πορφύριος, ὁ ἰαματικὸς παιδαγωγὸς καὶ πνευματικὸς πατέρας τῆς Ὁμονοίας, ἦταν καὶ εἶναι καὶ σήμερα, σὲ πολὺ πιὸ δύσκολη περίοδο γιὰ τὴν πατρίδα μας, φῶς παρηγορίας καὶ παράκληση ζωῆς γιὰ μιὰ κατηγορία ἀνθρώπων· γιὰ τοὺς μοναχικοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς μὲ ἀνίατα νοσήματα, γιὰ τοὺς καρκινοπαθεῖς, γιὰ τοὺς παραλυτικοὺς καὶ τοὺς κατακοίτους, γιὰ τοὺς γονεῖς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὶς μητέρες ποὺ σηκώνουν ἀγόγγυστα τὸ σταυρὸ τῆς ἀναπηρίας ἢ τῆς χρόνιας ἀσθένειας τῶν παιδιῶν τους, γιὰ τοὺς νέους ποὺ ἀργοπεθαίνουν στὰ ἀδιέξοδα τῶν ἐξαρτησιογόνων οὐσιῶν. Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρωπους τοῦ πένθους, τῆς ὀδύνης καὶ τῆς ἐλπίδας, ποὺ στὶς ἀτέλειωτες ὧρες τῆς νυχτερινῆς μοναξιᾶς ἐβίωναν ἔντονα τὴ βιολογική τους φθορά, ὁ Ὅσιος Πορφύριος ἀποτελοῦσε στήριγμα καὶ παραμυθία. Πρὸς ὅλους αὐτοὺς ἀπηύθυνε μὲ τὸ εὐλογημένο τηλέφωνό του τὶς νυκτερινὲς ὧρες θεραπευτικὸ καὶ παρακλητικὸ λόγο: «Ψηλὰ τὴν καρδιά, μαζὶ θὰ ἀνεβοῦμε τὸν Γολγοθᾶ…».

Ὁ Ὅσιος Πορφύριος εἶχε ἀφιερώσει τὴ ζωή του στὴν ποιμαντικὴ τῶν ἀνθρώπων τοῦ πόνου. Ἡ ὅλη του προσπάθεια ἦταν θεραπευτική, κατευθυνόμενη ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο «μοιάζει μὲ μία μητέρα γεμάτη τρυφερότητα, ποὺ μᾶς προστατεύει, μᾶς συγχωρεῖ, μᾶς θεραπεύει, μᾶς στερεώνει, μᾶς εὐφραίνει…», ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Σιλουανός. Ὁ Ὅσιος πίστευε πὼς ἡ πιὸ σημαντικὴ βοήθεια ποὺ μπορεῖς νὰ δώσης σὲ κάποιον πονεμένο ἄνθρωπο ἔγκειται σὲ τοῦτο: στὸν νὰ τὸν ἀκούης, ὅταν ἐπιθυμῆ νὰ σοῦ μιλήση γιὰ τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ προβλήματά του, ὅταν θέλη νὰ σοῦ ἐμπιστευθῆ τὸν πόνο του, ὅταν ἐπιθυμῆ νὰ τὸν συντροφεύσης, γιὰ νὰ μὴ νιώθη τὴν καταλυτικὴ μοναξιὰ καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀπόρριψη ποὺ συντρίβει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ στοργικὴ πατρικὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Ὁσίου Γέροντα ἦταν πάντοτε ἀνοικτὴ σὲ κάθε πονεμένο, σὲ κάθε ψυχικὰ συντετριμμένο ποὺ κινδύνευε νὰ καταρρεύσει. Ἔτσι, πνευματικὸς πατέρας καὶ παιδὶ ἀποτελοῦσαν μία συνένωση ὑπάρξεων, δύο καρδιῶν ποὺ ἔπαλλαν στοὺς ἴδιους ρυθμούς, ποὺ πόνεσαν καὶ πονοῦν μαζί («ἐνσυναίσθηση», τὸ «συναλγεῖν» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου), ποὺ συμπάσχουν καὶ προσδοκοῦν μαζί.

Ἡ συμβουλευτικὴ πόνου ποὺ ἀσκοῦσε ὁ Ὅσιος Πορφύριος εἶχε ὡς ἐπίκεντρο ἕναν αἰσιόδοξο φιλοσοφικὸ προσανατολισμὸ ποὺ ὁδηγοῦσε τὴν πεπονημένη ψυχὴ στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Κυρίου: «Πολλὴ ὠφέλεια ἔχουμε ἀπὸ τὶς ἀσθένειες, ἀρκεῖ νὰ τὶς ὑπομένουμε χωρὶς γογγυσμὸ καὶ νὰ δοξάζουμε τὸ Θεό, ζητώντας τὸ ἔλεός του… Περιφρονοῦμε τὴν ἀσθένεια, δὲν τὴν σκεπτόμαστε, σκεπτόμαστε τὸν Χριστὸ ἁπαλά, ἀνεπαίσθητα, ἀνιδιοτελῶς κι ὁ Θεὸς κάνει τὸ θαῦμα του πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μας…». «Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἀλλάζει τὸν ἄνθρωπο… Πᾶνε τότε ὅλες οἱ ἀρρώστιες…». Ἰδιαίτερη εὐαισθησία ἔδειχνε ὁ Ὅσιος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βασανίζονταν ἀπ’ τὸν καρκίνο. Καρκινοπαθεῖς μὲ μακροχρόνιες χημειοθεραπεῖες θεραπεύονταν τελείως καὶ θεραπεύονται καὶ σήμερα μὲ θαυματουργικὸ τρόπο. Ἡ θεραπευτική του συμβουλευτικὴ ἀνεπτέρωνε τὸ καταρρακωμένο ἠθικὸ τῶν καρκινοπαθῶν: «Ὅταν πάθης κάτι καὶ σοῦ ποῦν ὅτι εἶναι καρκίνος, πρέπει νὰ δοθῆς πολὺ.» Ὁ Ὅσιος Γέροντας διακρινόταν γιὰ τὴν σπάνια χαρισματική του πολυμέρεια. Μὲ τὸ διορατικὸ καὶ προορατικό του χάρισμα ἦταν σὲ θέση νὰ διερευνᾶ τοὺς λογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων, τὴν προσωπική τους ἱστορία καὶ τὸν ἀσυνείδητο ψυχικό τους κόσμο. στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νὰ ἠρεμήσεις, νὰ ἡσυχάσης, ν’ ἀγαπήσης τὸν κόσμο, νὰ τ’ ἀγαπήσης ὅλα. Νὰ εἶσαι ὅλο ἀγάπη καὶ δοξολογία στὸ Θεό. Νὰ ἁγιάση ἡ ψυχή σου… Καὶ τότε ὁ καρκίνος, ἂν δὲν θεραπευτῆ, τουλάχιστον θὰ μείνη ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται…». Μὲ ἀπέραντη ἀγάπη ἀντιμετώπιζε τὶς «ταλαιπωρημένες» ψυχές, ποτὲ δὲν τὶς ἀπέρριπτε, τὶς δεχόταν ὅπως ἦσαν: «Οἱ ψυχὲς οἱ πεπονημένες, οἱ ταλαιπωρημένες, ποὺ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὰ πάθη τους, αὐτὲς κερδίζουν πολὺ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ. Κάτι τέτοιοι γίνονται Ἅγιοι καὶ πολλὲς φορὲς ἐμεῖς τοὺς κατηγοροῦμε».

Ὁ Ὅσιος Πορφύριος ἀγαποῦσε ἐπίσης ἰδιαιτέρως τοὺς νέους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι συνήθως ἀγνοοῦν τὴ σημασία τοῦ παιδαγωγικοῦ τους ρόλου στὴν οἰκογένεια. Ἡ ἄγνοιά τους αὐτὴ ὁδηγεῖ συνήθως σὲ σοβαρὰ παιδαγωγικὰ λάθη, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουν τὴν «ὁμοιόσταση» (ἰσορροπία) τοῦ οἰκογενειακοῦ συστήματος καὶ δημιουργοῦν τραύματα στὴν ψυχικὴ κυρίως ὑγεία τῶν παιδιῶν μὲ ἀπρόβλεπτες μελλοντικὲς συνέπειες. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἀναλύοντας τὴν παιδαγωγικὴ τῆς οἰκογένειας, ἔλεγε συμβουλευτικὰ στοὺς γονεῖς: «Ἐκεῖνο ποὺ σώζει καὶ φτιάχνει καλὰ παιδιὰ εἶναι ἡ ζωὴ τῶν γονέων μέσα στὸ σπίτι. Οἱ γονεῖς πρέπει νὰ δοθοῦνε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ γίνουνε ἅγιοι κοντὰ στὰ παιδιὰ μὲ τὴν πραότητά τους, τὴν ὑπομονή τους, τὴν ἀγάπη τους… Καὶ ἡ χαρὰ ποὺ θὰ τοὺς ἔλθη, ἡ ἁγιοσύνη ποὺ θὰ τοὺς ἔχη ἐπισκεφθῆ, θὰ ἐξακοντίση στὰ παιδιὰ τὴν Χάρι. Γιὰ τὴν κακὴ συμπεριφορὰ τῶν παιδιῶν φταῖνε γενικὰ οἱ γονεῖς. Δὲν τὰ σώζουν οὔτε οἱ συμβουλὲς οὔτε ἡ πειθαρχία, οὔτε ἡ αὐστηρότητα».

Ὁ Ὅσιος Γέροντας διακρινόταν γιὰ τὴν σπάνια χαρισματική του πολυμέρεια. Μὲ τὸ διορατικὸ καὶ προορατικό του χάρισμα μποροῦσε νὰ προχωρῆ σὲ διαγνώσεις ὁρισμένων καταστάσεων ποὺ ἀφοροῦσαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τὸν εἶχαν ἐπισκεφθῆ ἢ βρίσκονταν μακριά του, ἀκόμη καὶ σὲ ἄλλη ἤπειρο. Εἶχε τὴ δυνατότητα ἐπίσης νὰ βλέπη καὶ νὰ προσδιορίζη καταστάσεις σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ὑγείας, νὰ προβαίνη σὲ διάγνωση ἀσθενειῶν, νὰ ἐξετάζει τὸ γενετικὸ προγραμματισμὸ καὶ τὶς κληρονομικὲς καταβολὲς κάποιου προσώπου. Ἦταν σὲ θέση ἀκόμη νὰ διερευνᾶ τοὺς λογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων, τὴν προσωπική τους ἱστορία καὶ τὸν ἀσυνείδητο ψυχικό τους κόσμο. Μὲ τὸ πολυδιάστατο αὐτὸ θεῖο χάρισμα ὁ Ἅγιος, ὅταν εἶχε τὴν «ἐκ τῶν ἄνω» πληροφορία, παρενέβαινε μὲ ποικίλους τρόπους· μιλοῦσε ἢ σιωποῦσε, συμβούλευε, ἀπέτρεπε, ἀπεκάλυπτε, παρενέβαινε μὲ τρόπο ἀνεπαίσθητο θεραπευτικά, συγκλόνιζε συνήθως τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων.

Ἐπιφανεῖς γιατροί, Ἕλληνες καὶ ξένοι, ἐσέβοντο καὶ τιμοῦσαν τὴ φωτισμένη «διαγνωστικὴ» τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου, ἡ ὁποία λειτούργησε πολλὲς φορὲς λυτρωτικὰ καὶ συνέβαλε στὴν ἄρση πολλῶν ἀδιεξόδων. Μὲ τὰ χαρίσματά του αὐτὰ προλάβαινε ὁ Ὅσιος ἐπώδυνες καταστάσεις, ἰατρικὰ λάθη ἢ παραλείψεις καὶ πρότεινε συνήθως τὴν ἐνδεδειγμένη θεραπευτικὴ τακτική. Ὅταν ἀντίκριζες τὸν Ὅσιο Πορφύριο καθισμένο στὸ κρεβάτι του μέσα στὸ μικρό του κελλί, εἶχες τὴν αἴσθηση πὼς ζοῦσες σὲ ἕναν ἄλλο κόσμο, στὸν πνευματικὸ κόσμο τοῦ θαύματος, ἐκεῖ ὅπου αἴρεται ἡ ἰσχὺς τῶν φυσικῶν νόμων καὶ καταργεῖται τὸ ὅριο μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Τὰ πάντα ἐδῶ ἦσαν «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «ὑπὲρ λόγου». Ὁ χρόνος καὶ οἱ ἀποστάσεις ἐκμηδενίζονταν. Ἐσὺ στεκόσουν ἔκθαμβος καὶ ἐνεὸς μέσα σὲ μία «ὑπερουράνια» κατάσταση γαλήνης, ὑπερκόσμιας ἡσυχίας καὶ συγκίνησης. Ἐδῶ ἀντιλαμβανόσουν τὸ βαθύτερο νόημα τῶν λόγων μιᾶς ἄλλης ὁσιακῆς φυσιογνωμίας, τοῦ πατρὸς Ἐφραὶμ τοῦ Κατουνακιώτη: «Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο δὲν ὁρᾶται, ἀλλὰ ἡ χάρις ὁρᾶται»!

Αἰσθανόσουν λοιπὸν τὴ Θεία Χάρη, ὑπαρκτὴ στὸν περίγυρο, νὰ πλημυρίζει τὴν καρδιά σου. Ἔνιωθες ἕνα ἐκχείλισμα, μία περίσσεια Χάριτος! Δυστυχῶς, γιὰ πάρα πολλοὺς ἀπὸ μᾶς ποὺ κυριαρχούμεθα ἀπὸ τὸ σύγχρονο πνεῦμα τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τοῦ ἐπιστημονισμοῦ καὶ τῆς τεχνοκρατίας, οἱ καταστάσεις αὐτὲς ἀνήκουν στὴν κατηγορία τοῦ παραλόγου, τῆς «τρέλας» ἢ τουλάχιστον τῆς «μωρίας» (1 Κορ. 1, 18, 21). Ἀλλ’ ὅπως ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ Ὅσιος Γέροντας: «…ὑπάρχει καὶ τρέλα… Ἔ, καὶ ἅμα τρελαίνεται κανεὶς ἀρχίζει καὶ μιλάει…». Καὶ συνέχιζε παρὰ πέρα: «Αὐτὸ εἶναι κατάληψις ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ δὲν ἐξηγοῦνται κι ἅμα τὰ ἐξηγήσεις, πέφτεις πολὺ ἔξω. Ὄχι, δὲν ἐξηγοῦνται, οὔτε στὰ βιβλία ἀποδίδονται, οὔτε γίνονται καταληπτά. Πρέπει νὰ εἶσαι ἄξιος νὰ τὰ καταλάβεις»(Βλ. Ἱ. Μ. Χρυσοπηγῆς, Βίος καὶ Λόγοι, σ. 80)

Τοῦ Γεωργίου Σ. Κρουσταλάκη

πηγή : πειραϊκή εκκλησία
ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...