/*--

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΟ ΘΑΒΩΡ ὅπως ἑρμηνεύτηκαν στήν πατερική γραμματεία

Στὴν Dragica

Στὴ διάρκεια τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου, ὅταν τὸ πρόσωπό του ἄρχισε νὰ ἀκτινοβολεῖ τὸ θεῖο φῶς καὶ ἐμφανίσθηκαν στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, δέος κατέλαβε τοὺς μαθητές. Ἔκπληκτος ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ θέαμα ποὺ ἀντίκρυζε μπροστά του, ὅπως μᾶς διηγοῦνται οἱ εὐαγγελιστές, στράφηκε πρὸς τὸ μέρος τοῦ Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπε: «Κύριε, ὡραία θὰ ἤτανε νὰ μείνουμε ἐδωπέρα! Κι ἂν θέλεις, θὰ στήσω ἐδῶ τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία»1. Μὲ ταυτόσημες, μάλιστα, ἐκφράσεις ὁ Μάρκος καὶ ὁ Λουκᾶς ἀναφέρουν ὅτι ὁ Πέτρος «δὲν ἤξερε τί νὰ πεῖ» ἢ «δὲν ἤξερε τί ἔλεγε», μιὰ καὶ τὰ εἶχε ἐντελῶς χαμένα (Μκ 9,6· Λκ 9,33). Ὅμοια μὲ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη ἦταν τρομοκρατημένος ἀπὸ τὸ ὑπερκόσμιο φῶς ποὺ ἐξέχεε ἡ μορφὴ τοῦ δασκάλου του καὶ τὴν παρουσία πλάι του τῶν πιὸ ξακουστῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης2.

Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι στὴν μακραίωνη ἐξηγητικὴ παράδοση τοῦ χωρίου τῆς Μεταμόρφωσης καμιὰ λεπτομέρεια τῆς διήγησης τῶν Συνοπτικῶν δὲν ἔχει προκαλέσει τόσα πολλὰ καὶ ἀντιφατικὰ σχόλια ὅσο ἡ φράση παραπάνω τοῦ κορυφαίου τῶν ἀποστόλων. Πολλοὶ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἰδιαίτερα αὐστηροὶ ἀπέναντι στὸν Πέτρο: τὸν ἐπικρίνουν γιὰ ὅ,τι λέει στὸν Ἰησοῦ, θεωρώντας τὰ λόγια του μία ἐπιπόλαιη ἀντίδραση ποὺ ὀφείλεται σὲ ἀμηχανία, σύγχυση καὶ ἀνθρώπινο λάθος. Ἀφιερώνουν, μάλιστα, ἕνα σημαντικὸ μέρος τῆς ὁμιλίας ἢ τοῦ πανηγυρικοῦ λόγου τους γιὰ νὰ ἐξηγήσουν γιατί ὁ ἀπόστολος, ὅπως ἀναφέρει ὁ Λουκᾶς, «δὲν ἤξερε τί λέει» (9, 33). Ἄλλοι, ὡστόσο, πατέρες ἑρμηνεύουν τὰ λόγια τοῦ Πέτρου ἀπὸ μία τελείως διαφορετικὴ ὀπτικὴ γωνία: ὁ ἀπόστολος, κατὰ τὴ γνώμη τους, διατυπώνει μία ὑψηλὴ θεολογικὴ ἀλήθεια, ποὺ ἀνεβαίνει αὐθόρμητα στὰ χείλη του ἀπὸ τὸν φωτισμὸ ποὺ δέχεται τὴ στιγμὴ τῆς μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου. 

Ἐρμηνεύοντας ἐλεύθερα τὸ μὴ «εἰδὼς ὃ λέγει» τοῦ Λουκᾶ ἢ τὸ «οὐ γὰρ ᾔδει τί ἀποκριθῇ» τοῦ Μάρκου, ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Πέτρος βρίσκεται σὲ μία κατάσταση ἔκστασης ἢ πνευματικῆς μέθης: ἔχει καταληφθεῖ ὁλότελα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ ὁποῖο μιλᾶ μὲ τὸ δικό του στόμα! Τὰ κίνητρα, παρόμοια, ποὺ σπρώχνουν τὸν Πέτρο νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸν Ἰησοῦ διαφέρουν ἀπὸ πατέρα σὲ πατέρα. Ὁ ἕνας καταλογίζει στὸν ἀπόστολο φόβο, μικροψυχία καὶ ὑπολογισμὸ ἐνῶ ὁ ἄλλος, ἀντίθετα, πλέκει τὸ ἐγκώμιό του γιὰ τὸν θεῖο ἔρωτα ποὺ νιώθει πρὸς τὸν Ἰησοῦ καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν ἐπιγείων. Ἡ προσπάθεια, τέλος, ἑνὸς συγκερασμοῦ ἀνάμεσα στὶς διαφορετικὲς ἀπόψεις χαρακτηρίζει τὴν ἑρμηνεία ἀρκετῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο τὰ λόγια τοῦ Πέτρου κατανοήθηκαν στὴν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς θὰ μᾶς ἀποσχολήσει διεξοδικὰ στὴ συνέχεια τῆς ἐργασίας.

Ὁ πρῶτος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ πατέρες ἐπικρίνουν συνήθως τὸν Πέτρο εἶναι ὅτι προσπαθεῖ μὲ τὰ λόγια του νὰ ἐμποδίσει τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου. Ἡ πρότασή του νὰ παραμείνουν στὸ Θαβὼρ καὶ νὰ κατασκηνώσουν στὴν ἀπόμερή του κορυφὴ μαζὶ μὲ τὸν Ἠλία καὶ τὸν Μωυσῆ ἑρμηνεύεται στὸ ὑπόβαθρο, κυρίως, τῶν προρρήσεων τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὸ μελλοντικό του πάθος, οἱ ὁποῖες προηγοῦνται στὴ διήγηση τῶν Συνοπτικῶν της Μεταμόρφωσης στὸ ὄρος (Μτ 16, 21-27 μὲ πρλλ). Ἀπὸ ἀνθρώπινη ἀδυναμία ὁ Πέτρος ἐπιδιώκει νὰ πείσει τὸν δάσκαλό του νὰ μὴ μεταβεῖ στὰ Ἱερὸσόλυμα ὅπου, σύμφωνα μὲ ὅσα ὁ ἴδιος εἶχε πεῖ, θὰ θανατωθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου (Μτ 16, 21). 

«Ἐπειδὴ γὰρ εἶδεν ὄρος καὶ πὸλλὴν τὴν ἀναχώρησιν καὶ τὴν ἐρημίαν», γράφει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γιὰ τὸν ἀπόστολο, «ἐνενόησεν ὅτι ἔχει πολλὴν ἀσφάλειαν τὴν ἀπὸ τοῦ τόπου, οὐ μόνον δὲ τὴν ἀπὸ τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ τοῦ μηκέτι ἀπελθεῖν αὐτὸν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα». «Ἐπιθυμία του εἶναι ὁ Ἰησοῦς νὰ μείνει ἐκεῖ παντοτινά· γι’ αὐτὸ θυμήθηκε καὶ τὶς σκηνές», συμπληρώνει ὁ Χρυσόστομος, ἐξηγώντας μας τὶς μύχιες σκέψεις τοῦ ἀπὸστόλου. «Ἂν γινόταν αὐτό, συλλογίζεται, δὲν θὰ ἀνεβοῦμε στὰ Ἱεροσόλυμα· ἐὰν δὲν ἀνεβοῦμε δὲν θὰ θανατωθεῖ· γιατί ἐκεῖ εἶπε ὅτι οἱ γραμματεῖς θὰ τοῦ ἐπιτεθοῦνε»3. Τὸ ἀποτέλεσμα, ὡστόσο, τῆς πρότασης τοῦ Πέτρου νὰ παραμείνουν μὲ τὸν δάσκαλό του στὸ Θαβὼρ θὰ ἦταν ἡ ματαίωση τοῦ σχεδίου τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Χωρὶς τὴ θυσία στὸν σταυρὸ δὲν θὰ εἶχε συμβεῖ ἡ Ἀνάσταση καὶ ὁ θάνατος θὰ συνέχιζε νὰ κυριαρχεῖ στὸ ἀνθρώπινο γένος. 

Ὁ σκοπός, οὐσιαστικά, γιὰ τὸν ὁποῖο πραγματοποιήθηκε ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ - Λόγου θὰ εἶχε ἀποτύχει. Καὶ ἐὰν ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δικαιολογεῖ τὸν Πέτρο ἕως ἕνα βαθμό, τονίζοντας ὅτι ἡ ἐπιθυμία του νὰ ἀποτρέψει ἀπὸ τὸ πάθος τὸν Ἰησοῦ ἔχει ὡς βαθύτερο κίνητρο τὴν ἀγάπη4, ἄλλοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπρόθυμοι νὰ βροῦν ὁποιοδήποτε ἐλαφρυντικὸ γιὰ τὴ στάση τοῦ ἀποστόλου. Τὸν κατηγοροῦν εὐθέως ὅτι στέκεται ἀναίτια ἐμπόδιο στὴν ὁλοκλήρωση τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. «Πῶς οὖν ἡμᾶς ὧδε εἶναι καλόν;» ρωτᾶ ὁ Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως σὲ μία ρητορικὴ ἀποστροφὴ πρὸς τὸν Πέτρο· «Εἰ ἐνταῦθα Χριστὸς κατελίμπανεν ἡμᾶς, τίνος χάριν ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη; εἰ ἐνταῦθα Χριστὸς κατελίμπανεν ἡμᾶς, τίνος χάριν ἐκοινώνησεν ἡμῖν αἵματος καὶ σαρκός; εἰ ἐνταῦθα Χριστὸς κατελίμπανεν ἡμᾶς, τίνος χάριν συγκατέβη τῷ πεσόντι, καὶ τὸν κείμενον ἤγειρεν;»5. 

Μὲ ἀκόμα πιὸ γλαφυρὸ τρόπο ὁ Τιμόθεος Ἀντιοχείας μᾶς παρουσιάζει στὴν ὁμιλία του τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ νὰ ἐπιπλήττει τὸν Πέτρο γιὰ τὰ λόγια του, σὲ ἕνα φανταστικὸ διάλογο ποὺ ἐκτυλίσσεται ἀναμεταξύ τους. «Πέτρο, τί ἔβαλες στὸν νοῦ;», ρωτάει ὁ Θεάνθρωπος τὸν μαθητή του. «Καταπιάνεσαι μὲ πράγματα γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχεις ἰδέα; Δίχτυα δὲν ἔμαθες νὰ πλέκεις ἤ, μήπως, νὰ στήνεις καὶ σκηνές; Γιὰ πές μου, ἐσένα νὰ ἀκούσω ἢ νὰ σώσω τὸν κόσμο; Ἐδῶ πρέπει νὰ μείνω; Καὶ ποιὸς θὰ ξυπνήσει τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν θάνατο; Ποιὸς θὰ ἐλευθερώσει τὴν Εὕα; Ποιὸς θὰ ἐξαγοράσει μὲ τὸ αἷμα τοῦ τὸν κόσμο; Γιὰ τὸν ἑαυτό σου μοναχὰ γνοιάζεσαι καὶ ἀδιαφορεῖς γιὰ ὅλον τὸν κόσμο;»6.

Σύμφωνα, ἐπίσης, μὲ τοὺς πατέρες, ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀκούγεται ἀργότερα ἀπὸ τὴ νεφέλη: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα. ἀκούετε αὐτοῦ» (Μτ 17,5 μὲ πρλλ.) ἀπευθύνεται, κυρίως, πρὸς τὸν ἀνυπάκουο καὶ ξεροκέφαλο μαθητή, προτρέποντας τὸν νὰ συμμορφωθεῖ μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Ἰησοῦ καὶ νὰ μὴν στέκεται ἐμπόδιο στὸν δρόμο του πρὸς τὸ πάθος.7 Μὲ ὅσα λέει, ὡστόσο, ὁ Πέτρος στὸ Θαβὼρ πέφτει καὶ σὲ ἕνα ἄλλο σφάλμα, βαρύτερο, ἀκόμα, καὶ ἀπὸ τὴν ἀνόητη ἐπιθυμία του νὰ ἀποτρέψει τὴ νομοτελειακὴ φορὰ τῶν γεγονότων τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου: ἐξισώνει τὸν Ἰησοῦ μὲ τὸν Ἠλία καὶ τὸν Μωυσῆ, καθὼς προτείνει νὰ κατασκευαστοῦν τρεῖς σκηνές, ὅπου θὰ μείνει ὁ κάθε ἕνας. 

Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Δεσπότης νὰ ἔχει τὴν ἴδια μεταχείριση μὲ τοὺς ταπεινοὺς δούλους του; Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἄναρχος καὶ προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ διάστημα, ἀκόμα, τῆς ἔνσαρκης παρουσίας του στὴ γῆ παραμένει ἀχώριστος μὲ τὸν Πατέρα, νὰ κατοικήσει στὸν ἴδιο τόπο μὲ τὰ δημιουργήματά του; Ἕνα τόσο σοβαρὸ ἀτόπημα, ποὺ θίγει τὸν πυρήνα τῆς πίστης τοῦ χριστιανισμοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρέσει οὔτε ὁ Χρυσόστομος, παρὰ τὸν θαυμασμό του γιὰ τὸν κορυφαῖο ἀπόστολο καὶ τὴ διάθεσή του νὰ τὸν ὑπερασπιστεῖ ἀπὸ τὸν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας: «Μὰ τί λὲς Πέτρο; Ἐσὺ πρὶν ἀπὸ λίγο δὲν τὸν ξεχώρισες ἀπὸ τὸν συρφετὸ τῶν δούλων; Καὶ τώρα πάλι τὸν μετρᾶς σὰν ἕναν ἀπὸ τοὺς δούλους»; ρωτάει ὁ πατέρας τὸν Σίμωνα Κηφά,8 θυμίζοντάς του τὴν ὁμολογία πίστης ποὺ διατύπωσε πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀσυνέπεια καταλογίζει στὸν ἀπόστολο καὶ ὁ Θεοφάνης Κεραμέας, συγκρίνοντας, ὅμοια μὲ τὸν Χρυσόστομο, τὴν ὁμολογία πίστης του πρὸς τὸν Ἰησοῦ μὲ τὰ λόγια ποὺ προφέρει τώρα στὸ Θαβὼρ στὴ διάρκεια τῆς Μεταμόρφωσης: «Ὁ πρότερον δεδεγμένος τὴν τοῦ Πατρὸς ἀποκάλυψιν10, καὶ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος ὀνομάσας τὸν Κύριον, καὶ τῆς γενητῆς πάσης φύσεως ὑπεράρας αὐτόν, νῦν τοῖς δούλοις συναριθμεῖς, καὶ τοῖς προφήταις ὁμότιμον τέθεικας;» ἀκοῦμε τὸν Θεοφάνη νὰ λέει μὲ ἐπιτιμητικὸ τόνο στὸν ἀπόστολο γιὰ νὰ προσθέσει ἀμέσως: «Τὸ γὰρ ποιήσωμεν τρεῖς σκηνὰς ἰσοτιμίας λόγος ἐστίν, ὅπερ ἀπέοικος ἦν τῆς σῆς θεσπεσίας γλώττης, καὶ παντάπασιν ἀνεπίσκεπτον»11. Πιὸ αἰχμηρός, ἀκόμα, ἀπέναντι στὸν ἀπόστολο εἶναι ὁ Τιμόθεος Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος –οὔτε λίγο οὔτε πολὺ– τὸν κατηγορεῖ γιὰ φιλοαρειανισμὸ καὶ ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ δόγμα τοῦ «ὁμοουσίου»! Στὸν φανταστικὸ διάλογο ποὺ μᾶς παρουσιάζει στὴν ὁμιλία του ἀνάμεσα στὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰησοῦ, ὁ Θεάνθρωπος λέει στὸν μαθητή του: «Μὰ τί λές, Πέτρο; Σοῦ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλὸ τρεῖς σκηνὲς νὰ φτιάξεις; Βάζεις ἐμένα σὰν ὑποτακτικὸ κι ἀπὸ κοινὴ γενιὰ μαζὶ μὲ τοὺς δούλους;

Στὸν
Ἄρειο καὶ τὸν Εὐνόμιο δίνεις λαβὴ νὰ βλαστημοῦν, ἔτσι ποὺ θὲς μὲ κτίσματα νὰ κατοικῶ κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη. Γιὰ πές μου, νὰ μείνω ἐδωπέρα μόνιμα καὶ νὰ βρεθῶ ἔξω ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα;»12 Ἀναμφίβολα, λοιπόν, τὰ λόγια τοῦ Πέτρου εἶναι ἕνα παραλήρημα χωρὶς καμιὰ σημασία. Βεβαιώνουν τὸν κλονισμὸ ποὺ δέχθηκε ὁ ἀπόστολος στὸ Θαβὼρ ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἠλία καὶ τοῦ Μωυσῆ καὶ τὸ θεῖο φῶς ποὺ ἄρχισε νὰ ἀκτινοβολεῖ ἄξαφνα τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου. «Τὰ γὰρ τῶν πραγμάτων ἐξαίσια ἄφνω προσπεσόντα παρατρέπειν εἴωθε τὸ λογιστικόν», σημειώνει ὁ Θεοφάνης Κεραμεὺς γιὰ τὸν Πέτρο στὸν πανηγυρικὸ λόγο του, μιλώντας οὐσιαστικὰ ἐξ ὀνόματος μίας ὁλόκληρης ἐξηγητικῆς παράδοσης ποὺ συνεχίζεται ἀδιάσπαστα γιὰ αἰῶνες13. Σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα της, οἱ συνοπτικοὶ εὐαγγελιστὲς ἔχουν ἀπόλυτα δίκαιο καὶ οἱ παρατηρήσεις τους πρέπει νὰ ἐκληφθοῦν κατὰ γράμμα: ὁ ἀπόστολος στὴ διάρκεια τῆς Μεταμόρφωσης τὰ εἶχε τελείως χαμένα ἀπὸ τὸν φόβο του καὶ «δὲν ἤξερε τί λέει»14.

Παρὰ ταῦτα, τὰ λόγια τοῦ Πέτρου δὲν εἶναι μονοσήμαντα, ἀλλὰ ἐπιδέχονται διαφορετικὲς ἑρμηνεῖες. Στὰ μάτια, ἰδίως, ἑνὸς πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, συνηθισμένου νὰ ἀναζητεῖ κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς εὐαγγελικῆς διήγησης μία βαθύτερη πνευματικὴ οὐσία, ἡ φράση τοῦ ἀποστόλου πρὸς τὸν Ἰησοῦ «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει τὸ νόημα τὸ ὁποῖο τῆς ἀποδίδει μὲ τὴν πρώτη ἀνάγνωση κανένας. Ἴσως τὸ ὧδε νὰ μὴν δηλώνει ἕναν τοπικὸ προσδιορισμό, ἀλλὰ τὴν ἰδιαίτερη ψυχικὴ κατάσταση ποὺ βιώνουν οἱ μαθητὲς στὴ διάρκεια τῆς μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου. Τί σημαίνει, ἐξάλλου, ἡ ἄνοδος στὸ Θαβὼρ ἐὰν ὄχι τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανὸ καὶ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὶς βιωτικὲς μέριμνες καὶ τὰ πάθη; Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀκόμα, νὰ δεῖ κανεὶς τὸ ἄκτιστο θεῖο φῶς, χωρὶς νὰ μεταστρέψει τὴν ὕπαρξή του ὁλάκερη ἀπὸ τὴ σάρκα στὸ πνεῦμα;

Παρόμοιες σκέψεις –σύμφυτες, βέβαια, μὲ τὴν ἀλληγορικὴ μέθοδο ἀνάλυσης τῆς Ἁγίας Γραφής– βλέπουμε νὰ παρεμβάλλονται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ Πέτρου σὲ μία ὁμιλία τοῦ 6ου/7ου αἰώνα μ.Χ. ποὺ παραδίδεται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀναστάσιου Ἀντιοχείας. «ᾜσθετο Πέτρος τῆς διαφορᾶς τῶν νοητῶν, ὅσα ἔχει πρὸς τὰ αἰσθητά· καὶ αἱρεῖται μᾶλλον τὰ κρείττονα τῶν χειρόνων. Πλὴν οὐδέπω τελεία γεγόνει τῶν ὀφθέντων αὐτῷ ἡ γνῶσις. ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐφρόντισεν ἐν τοῖς νοουμένοις σκηνῶν», γράφει ὁ Ἀναστάσιος σχολιάζοντας τὴν πρόταση τοῦ Πέτρου στὸν Ἰησοῦ νὰ παραμείνουν στὸ Θαβὼρ καὶ νὰ κατασκηνώσουν μαζὶ μὲ τοὺς δύο προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.15

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἰωάννη Χρυσόστομο, τὸν Τιμόθεο καὶ ἄλλους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, ὁ Ἀναστάσιος, ὅπως βλέπουμε, βρίσκει τὰ λόγια τοῦ Πέτρου μεστὰ ἀπὸ νόημα καὶ θεολογικὴ ἀξία: μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ Ἰησοῦ ποὺ ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς, ὁ ἀπόστολος συνειδητοποιεῖ τὴν ἀνωτερότητα τῶν νοητῶν ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ πράγματα καὶ τὴν ἐκφράζει μὲ τὸν παρορμητικό του χαρακτήρα – ἔχοντας, φυσικά, ἀπόλυτη ἐπίγνωση τοῦ τί λέει. Μόνον ἡ γνώση του εἶναι ἀκόμη ἀτελής, ἐπειδὴ πιστεύει ὅτι ἡ ὀπτασία τοῦ νοητοῦ κόσμου ποὺ περνάει μπροστὰ ἀπὸ τὰ μάτια του μπορεῖ νὰ κρατήσει γιὰ πάντα. Ἔστω, ὅμως, καὶ μὲ τὴν ἐπιφύλαξη αὐτή, τὸ ἀποφαστικὸ βῆμα γιὰ τὴν ἐπαναξιολόγηση τῶν λόγων τοῦ Πέτρου ἔχει γίνει, καὶ θὰ ὁλοκληρωθεῖ σταδιακὰ ἀπὸ τοὺς μεταγενέστερους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ υἱοθετοῦν πρόθυμα στὴν πλειοψηφία τοὺς τὴν ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία τοῦ Ἀναστάσιου Ἀντιοχείας16.

Σὲ μία ὁμιλία πάνω στὴ Μεταμόρφωση, ποὺ σώζεται μόνον ἀποσπασματικὰ καὶ χρονολογεῖται περίπου τὸν 7ο μ.Χ. αἰώνα, συναντοῦμε μία πρώτη ἔνδειξη γιὰ τὸν θετικὸ ἀντίκτυπο ποὺ εἶχε στοὺς λόγιους κύκλους τῶν Βυζαντινῶν ἡ ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ Πέτρου. Ὁ ἄγνωστος συγγραφέας της παραθέτει μὲ σεβασμὸ τὴ φράση τοῦ «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» κι ἀφήνει τὸν ἀπόστολο –μὲ μία φανταστικὴ ἐξομολόγηση ποὺ βάζει στὰ χείλη του πρὸς τὸν Ἰησοὺ– νὰ μᾶς ἐξηγήσει μόνος του ποιὸ εἶναι τὸ βαθύτερο νόημά της. «Ὁ Πέτρος», γράφει στὴν ὁμιλία του μὲ φανερὰ ποιητικὴ διάθεση, «καθὼς κοιτοῦσε τὸν Ἰησοῦ νὰ λάμπει σὰν τὸν ἥλιο καὶ πιὰ νὰ μὴν τὸν καταφρονεῖ τὸ ἀνθρώπινο κοπάδι ἀλλά, κατὰ πῶς εἶναι φυσικό, πανώριες νὰ τὸν περιστοιχίζουνε ἀνώτερες δυνάμεις καὶ οἱ προφῆτες οἱ πιὸ τρανοὶ νὰ συζητοῦν στὸ πλάι, λέει στὸν Χριστὸ τότε: ‘Κύριε, ὡραία θὰ ἤτανε νὰ μείνουμε ἐδωπέρα, στὸν τόπο αὐτὸν ποὺ τὴν ἀξία σου τὴ βλέπουμε, φῶς πάναγνο καὶ καθαρὸ ποὺ ἀστράφτει. Γιατί κάτω εἶναι ὅλα θεοσκότεινα γεμάτα μοχθηρία. Τὸ σύγνεφο τῆς ἄγνοιας ἁπλώνεται πυκνὸ ἐδῶ κι ἐκεῖ ὅπου λάχει καὶ συσκοτίζει τῆς ψυχῆς τὸ νοερὸ μάτι· πλανιόμαστε αἰχμάλωτοι ἀπ’ τὴν πολλὴ κακία καὶ τὸ νὰ δοῦμε ἀληθινὰ ποτὲ δὲν ἀξιωνόμαστε, τούτη τῆς βασιλείας σου τὴ λαμπερὴ τὴν ὄψη».17

Οἱ μαρτυρίες, ἔπειτα, γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ἀλληγορικῆς ἑρμηνείας τῶν λόγων τοῦ Πέτρου πληθαίνουν ἀπὸ τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ., ἐποχὴ στὴν ὁποία ὁ ἑορτασμὸς τῆς Μεταμόρφωσης ἀρχίζει νὰ ἐξαπλώνεται μὲ γοργοὺς ρυθμοὺς στὶς διάφορες ἐπαρχίες τοῦ βυζαντινοῦ κράτους.18 Ἡ ἔνταξη τῆς Μεταμόρφωσης στὸ ἑορτολόγιο ἐπηρεάζει, προφανῶς, τὴν ἑρμηνευτική της προσέγγιση ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι, ἄραγε, σύμπτωση ὅτι στὸν πρῶτο γνωστὸ σὲ μᾶς πανηγυρικὸ λόγο ποὺ ἐκφωνεῖται γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμόρφωσης καὶ ὑπογράφεται ἀπὸ τὸν Ἀναστάσιο Σιναΐτη οἱ ὅροι ἔχουν τελείως ἀντιστραφεῖ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀξιολόγηση τῆς στάσης τοῦ Πέτρου; Ἡ φράση τοῦ καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι μετατρέπεται ἀπὸ ἕνα παραλήρημα κενὸ περιεχομένου στὴν «μακαρίαν ἐκείνην καὶ πανύμνητον πρὸς τὸν δεσπότην φωνήν», τὴν ὁποία ὁ ἀπόστολος προφέρει στὸ Θαβὼρ ἐκστατικῶς «ἐκπλαγεὶς τῇ ἀληθείᾳ [καὶ] λήθην παντελῆ κόσμου καὶ τῶν ἐν τῷ κόσμω λαβών».19 

Ἀκοῦμε, μάλιστα, τὸν Σιναΐτη νὰ προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ καταληφθοῦν ἀπὸ τὴν ἴδια πνευματικὴ ἔκσταση, στὴν ὁποία βρίσκεται ὁ ἀπόστολος τὴ στιγμὴ τῆς Μεταμόρφωσης καὶ νὰ ἐπαναλάβουν μαζί του τὴ φράση καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι. «Παράτα τον τὸν κόσμο! Ξέχνα την τὴ σάρκα! Φῦγε μακριὰ ἀπὸ τὴ γῆ! Ἄφησε τὴ δημιουργία καὶ ἔλα στὸν δημιουργό της, σ’ αὐτὸν ποὺ ὁ Πέτρος ἔλεγε σὲ ἔκσταση ριγμένος: Κύριε, ὡραία θὰ ἤτανε νὰ μείνουμε ἐδῶ», λέει ὁ Ἀναστάσιος ἀπὸ τὸν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας καὶ προσθέτει, ἔπειτα, σὲ ὑψηλοὺς ρητορικοὺς τόνους: «Ναί, βέβαια, Πέτρο, πράγματι θὰ ἦταν ὄμορφα νὰ μείνουμε ἐδωπέρα καὶ νὰ μὴν φύγουμε ποτὲ καὶ νὰ εἴμαστε παντοτινὰ μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων (…) Ἔτσι, λοιπόν, ἂς πεῖ καὶ ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ κέρδισε τὸν Θεὸ μέσα του καὶ νοιώθει ἀγαλλίαση καθὼς μεταμορφώνεται πρὸς τὴ μορφὴ ἐκείνη τὴ θεία: Ὡραία θὰ ἤτανε νὰ μείνουμε ἐδωπέρα! Ἐδῶ ὅπου εἶναι ὅλα φωτεινά, ἐδῶ ὅπου εἶναι ἡ χαρά, ἡ ἀγαλλίαση κι ἡ εὐφροσύνη! Ἐδῶ ποὺ γαληνεύει κι ἠρεμεῖ καὶ παύει τὴ μάχη ἡ καρδιὰ μέσα της, ἐδῶ ποὺ βλέπουμε τὸν Θεό!»20

Τὸ ἐγκώμιο τοῦ Πέτρου γιὰ ὅσα λέει στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Θαβὼρ πλέκουν, παρόμοια μὲ τὸν Ἀναστάσιο Σιναΐτη, καὶ οἱ κατοπινοὶ συγγραφεῖς πανηγυρικῶν λόγων γιὰ τὴ Μεταμόρφωση, ὁ Ἀνδρέας Κρήτης, ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁ Γρηγόριος Σιναΐτης, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς καί, στὸ λυκόφως τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς, ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος.21 Ὅλοι ἐπιμένουν, ἀνεξαιρέτως, ὅτι [ο]ὐκ ἀτόπως (…) ὁ Πέτρος ἐφθέγξατο22, ἔχοντας ὡς σημεῖο ἐκκίνησης γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ στίχου Μτ 17,4 μὲ πρλλ. τὴν ἀλληγορία. Ἡ μεταστροφή, παράλληλα, τοῦ νοήματος τῶν λόγων τοῦ ἀποστόλου μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἀλληγορικῆς μεθόδου ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἑρμηνευτοῦν ἐκ νέου οἱ προϋποθέσεις τους, τὸ πῶς γεννιοῦνται, δηλαδή, πρῶ τα σὰν σκέψη μέσα του, γιὰ νὰ ἀνεβοῦν κατόπιν στὰ χείλη του καὶ νὰ ἐκφραστοῦν πρὸς τὸν Θεάνθρωπο. Ὁ φόβος, ἡ ἀγωνία ἢ ἡ σύγχυση δὲν μποροῦν νὰ γίνουν πλέον δεκτὰ ὡς πιθανὰ κίνητρα τοῦ ἀποστόλου. «Ἀλλ’ ὁ Πέτρος ὑπὸ τῆς μακαριωτάτης θέας ἐκείνης καταυγασθεὶς τὴν διάνοιαν, καὶ πρὸς ἔρωτα θεῖον καὶ πόθον ἐπαρθεὶς μείζονα, τοῦ φωτὸς ἐκείνου διαστῆναι μηκέτι θέλων, Καλὸν ἐστιν ἠμᾶς ὧδε εἶναι, πρὸς τὸν Κύριον ἔλεγε», ὑποστηρίζει ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς σὲ πεῖσμα τῆς ἐξηγητικῆς παράδοσης ποὺ προσκολλᾶται στὸ «γράμμα» τῶν Συνοπτικῶν καὶ δὲν βλέπει στὰ λόγια τοῦ Σίμωνα τίποτα περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀδυναμία καὶ τὸ ἀνθρώπινο λάθος.23

Γιὰ τὸν ἡσυχαστὴ πατέρα, ἀντίθετα, ὁ ἔρωτας πρὸς τὸν Θεὸ ἔχει λαβώσει τὴν καρδιὰ τοῦ Πέτρου, ὥστε νὰ μὴν θέλει νὰ ἀποχωριστεῖ τὸ ἄκτιστο θεῖο φῶς ποὺ ἀντικρύζει μπροστά του. Καὶ τὸ συναίσθημα αὐτὸ ποὺ πλημμυρίζει τὸ «εἶναι» τοῦ μαρτυρεῖ, βέβαια, μιὰ ὑψηλὴ χάρη. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἀνδρέας Κρήτης, ὁ ἀπόστολος «μιλᾶ ἔνθους ὅλος γενόμενος»,24 ἤ, σύμφωνα μὲ τὴν πιὸ σαφῆ διατύπωση τοῦ Ἰωάννη Δαμασκηνοῦ, «ἔνθους τῷ πνεύματι», μὲ τὴν ἐπενέργεια, συνεπῶς, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ σείει τὰ φρένα του καὶ τοῦ κινεῖ τὴν γλώσσα.25 Ἡ ἀλληγορικὴ μέθοδος ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς προσέφερε μία δόκιμη λύση στοὺς πατέρες τῆς μέσο- καὶ ὑστεροβυζαντινῆς ἐποχῆς γιὰ νὰ ἐξωραΐσουν τὴ μορφὴ τοῦ Πέτρου στοὺς πανηγυρικοὺς λόγους τους καὶ νὰ ἐπενδύσουν μὲ ἕνα ὑψηλὸ θεολογικὸ μήνυμα τὴ φράση τοῦ Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι. Πῶς, ὅμως, θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ πρότασή του νὰ κατασκευαστοῦν τρεῖς σκηνὲς στὸ Θαβώρ, ὅπου θὰ κατοικήσουν ὁ Ἰησοῦς, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας;

Εἴδαμε καὶ προηγουμένως ὅτι, κυρίως, ἐνάντια στὸ δεύτερο αὐτὸ σκέλος τῶν λόγων τοῦ ἀποστόλου ἐκφράζουν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς τῆς Μεταμόρφωσης, ὅπως ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμέας ἢ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τὴν ἔντονη ἀντίρρησή τους. Θεωροῦν –ὄχι ἄδικα– ὅτι ἡ πρόταση τοῦ Πέτρου ἀποτελεῖ ἀσέβεια πρὸς τὸν Κύριο, ἐπειδὴ τὸν ἐξισώνει μὲ τοὺς προφῆτες τοῦ Ἀρχαίου Ἰσραὴλ καὶ δίνει λαβή, ἐπιπλέον, γιὰ μία παρερμηνεία τοῦ προσώπου του ὅμοια μὲ τοῦ Ἄρειου, τοῦ Εὐνόμιου καὶ τῶν ἄλλων αἱρετικῶν θεολόγων.26 Ἀκόμη κι ἕνας Ἀναστάσιος Ἀντιοχείας, ὅπως εἴδαμε, παρὰ τὸ ἑρμηνευτικὸ ταπεραμέντο του, ἄφησε τὶς τρεῖς σκηνὲς ἔξω ἀπὸ τὸ πεδίο ἐφαρμογῆς τῆς ἀλληγορικῆς του μέθοδου, χρεώνοντάς τες στὴν «ἀτελῆ γνώση» τοῦ Πέτρου.27

Ἡ ἀλήθεια εἶναι, βέβαια, ὅτι οἱ διθύραμβοι ποὺ ἀκοῦμε ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸν ἀπόστολο, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀφοροῦν τὴ φράση του πρὸς τὸν Ἰησοῦ Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι. Σποραδικά, ὡστόσο, καταβάλλονται προσπάθειες νὰ ἐξομαλυνθοῦν καὶ οἱ ἑρμηνευτικὲς δυσκολίες ποὺ παρουσιάζει ἡ πρόταση τοῦ Σίμωνα γιὰ τὴν κατασκευὴ τῶν σκηνῶν, οἱ ὁποῖες μένουν συνήθως χωρὶς συνέχεια. Ὁ ἄγνωστος συγγραφέας π.χ. τῆς ὁμιλίας γιὰ τὴν Μεταμόρφωση ἀπὸ τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ., γιὰ τὴν ὁποία ἔγινε λόγος προηγουμένως, υἱοθετεῖ ἕνα τελείως διαφορετικὸ σκεπτικὸ γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὴν πρόταση τοῦ Πέτρου. Ὁ ἀπόστολος, ὑποστηρίζει, δὲν ζητᾶ μία σκηνὴ καὶ γιὰ τοὺς τρεῖς ἀλλὰ ἀπὸ μία γιὰ τὸν καθένα, ἐπειδὴ συνειδητοποιεῖ τὴν διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν Ἰησοῦ, τὸν Ἠλία καὶ τὸν Μωυσῆ καὶ πιστεύει ὅτι εἶναι ἀνεπίτρεπτο «τὸν δεσπότην ἅμα τοῖς δούλοις ἐν μιᾷ σκηνῇ κατοικεῖν».28

Ὁ Ἀνδρέας Κρήτης, πάλι, καταφεύγει σὲ ἕναν ἀρκετὰ ἐξεζητημένο συλλογισμό, προκειμένου νὰ φέρει στὴν ἐπιφάνεια τὸ μυστικὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Πέτρου. «Καλὸν γὰρ καὶ τὸ τελευτῆσαν γράμμα τοῦ νόμου, γράφει, ὃ διὰ τοῦ Μωσέως σημαίνεται, καὶ τὸν ζῶντα νόμον τῆς φύσεως, τὸν διὰ τοῦ ζῶντος προφήτου δηλούμενον,29 ἐνταύθα παρὰ σοὶ [τῷ Ἰησοῦ] κατασκηνῶσαι, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Λόγον, καὶ ἐν ἀνθρώποις σκηνώσαντα, τὴν ὄντως ἀνάπαυσιν, τὸν ζωῆς καὶ θανάτου Κυρίον, ᾧ πάντες ζῶσιν οἱ ἅγιοι, κἂν τῇ διακρίσει τῶν συμπληρούντων μερῶν τὸ ἀνθρώπινον σύγκριμα, τὸν φυσικὸν πεπόνθασι θάνατον, τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων, καὶ συνοχέα, καὶ αἴτιον».30

Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀνδρέα, λοιπόν, ἐὰν καταλαβαίνω σωστὰ τὴν ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία του, ἡ συγκατοίκηση τοῦ Ἰησοῦ μὲ τοὺς προφῆτες στὸ Θαβὼρ σημαίνει τὴν ἐκπλήρωση τοῦ γραπτοῦ καὶ τοῦ φυσικοῦ νόμου τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ συμβολίζονται ἀπὸ τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία ἀντίστοιχα, στὸ πρόσωπο τοῦ ἐνσαρκωμένου Θεοῦ-Λόγου. Ὅταν ὁ Πέτρος παρακαλεῖ τὸν δάσκαλό του νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ φτιάξει τρεῖς σκηνὲς ὅπου θὰ μείνει ἐκεῖνος μὲ τοὺς προφῆτες τοῦ Ἰσραήλ, ἐννοεῖ ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση –ποὺ ἔχει τὸν Ἠλία σὰν σύμβολο μυστικὸ– ἀποθανατίζεται μὲ τὴν πρόσληψή της ἀπὸ τὴν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ καὶ οἱ διατάξεις τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου παραχωροῦν τὴ θέση της στὸν νόμο τῆς χάριτος τοῦ Εὐαγγελίου!31

Περισσότερο ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τὰ λόγια τοῦ Πέτρου γιὰ τὶς τρεῖς σκηνὲς μιὰ πρόρρηση, σὲ τυπολογικὰ μᾶλλον παρὰ ἀλληγορικὰ πλαίσια, γιὰ τὴν Ἐκκλησία.32 Ἡ ἀνέγερση πλῆθος χριστιανικῶν ναῶν, ἀφιερωμένων εἴτε στὴ μνήμη τοῦ Παντοκράτορα, εἴτε τοῦ Μωυσῆ εἴτε τοῦ Προφήτη-Ἠλία, δίνουν τὸ ἔναυσμα στὸν Δαμασκηνὸ νὰ πεῖ σὲ μία ρητορικὴ ἀποστροφὴ πρὸς τὸν Πέτρο: «Οὐ σκηνῶν ὁ Δεσπότης, ἀλλ’ Ἐκκλησίας παγκοσμίου κατέστησέ σε κοσμήτορα. Οἱ σοὶ μαθηταί, τὰ σὰ πρόβατα, ἅ σοι ὁ καλὸς ἀρχιποίμην ἐνεχείρισε, τοὺς σοὺς λόγους εἰς ἔργον προήγαγον, τῷ Χριστῷ σκηνὴν τεκτηνάμενοι, Μωϋσῆ τε καὶ Ἠλία τοῖς τούτου θεράπουσι, ἐν οἶς πανηγυρίζομεν».33

Σὲ μία κατάσταση ἔκστασης ὁ Πέτρος στὴν κορυφὴ τοῦ Θαβὼρ συλλαμβάνει ἐνοραματικᾶ μὲ τὸν νοῦ του τὸ μέλλον: τὴν Ἐκκλησία ποὺ ἔχει ἐξαπλωθεῖ ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη στὴ γῆ καὶ τοὺς ἀμέτρητους ναούς, ὅπου οἱ πιστοὶ γιορτάζουν τὶς πανηγύρεις τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς προάγγελούς του τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Καὶ τὰ λόγια τοῦ Πέτρου, λοιπόν, πρὸς τὸν Κύριο «εἰ θέλεις, ποιήσω ὧδε τρεῖς σκηνάς», δὲν εἶναι λιγότερο θεόπνευστα γιὰ τὸν Δαμασκηνὸ ἀπὸ τὴ φράση τοῦ «ὡραία θὰ ἦταν νὰ μείνουμε ἐδωπέρα». «Αὐτὰ ποὺ λέει δὲν τὰ ἔβγαλε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ δικό του τὸ μυαλό», τονίζει μὲ ἔμφαση ὁ πατέρας στὸν ἑορταστικό του λόγο. «Τὸ Πνεῦμα τοῦ τὰ ἐνέπνευσε, προαναγγέλοντας τί θὰ συμβεῖ στὸ μέλλον».34 Ἡ παρατήρηση τοῦ Λουκᾶ ὅτι ὁ ἀπόστολος «δὲν ἤξερε τί ἔλεγε» ἀποτελεῖ ἕνα ἀδιάσειστο τεκμήριο, σύμφωνα μὲ τὸν Δαμασκηνό, ὅτι ἡ προσωπικότητά του εἶχε καταληφθεῖ ὁλότελα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸ δικό του στόμα.35

Φθάσαμε ἤδη στὸν ἐπίλογο. Φοβᾶμαι, ὅμως, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐργασίας δὲν ἔχει ἐξαντληθεῖ ἀκόμα. Γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κατανοήθηκαν τὰ λόγια τοῦ Πέτρου στὴν πατερικὴ παράδοση πολλὰ περισσότερα θὰ μποροῦσε νὰ γράψει κανένας· νὰ προσκομίσει μαρτυρίες καὶ ἀπὸ ἄλλα ἀρχαῖα κείμενα ἢ νὰ θίξει ζητήματα ποὺ ἀφοροῦν τὸν εἰδικὸ ἐπιστήμονα: τὴν ἐξάρτηση π.χ. τοῦ ἑνὸς πατέρα ἀπὸ τοὺς προηγούμενους, τὶς φιλοσοφικὲς προϋποθέσεις τῆς ἑρμηνείας του ἢ τὴν προσωπικὴ σφραγίδα του στὸ ὑλικὸ ποὺ παραλαμβάνει. Εἰδωμένη, ἐπίσης, σὰν σύνολο ἡ ἐξηγητικὴ παράδοση τῆς Μεταμόρφωσης παρουσιάζει ἐπαναλήψεις, τομὲς καὶ χάσματα ποὺ δὲν θὰ ἦταν ἄσκοπο, φυσικά, νὰ ἐξετασθοῦν μὲ προσοχὴ στὴν ἱστορικὴ συνάφειά τους. Ὡστόσο, μία τελεία θὰ πρέπει ὁριστικὰ νὰ βάλουμε ἐδωπέρα. Πιστεύω ὅτι ὅσα ἀναφέρθηκαν στὶς προηγούμενες σελίδες διαγράφουν –ἔστω σχηματικὰ– τὴν ἀνέλιξη τῶν διάφορων μοτίβων ποὺ συνδέονται μὲ τὴν πατερικὴ ἑρμηνεία τῆς Μεταμόρφωσης καὶ μᾶς βοηθοῦν, παράλληλα, νὰ διατυπώσουμε κάποια βασικὰ συμπεράσματα.

Ἀπὸ τὸν 4ο ἕως καὶ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. ὁ στίχος τοῦ Ματθαίου 17,4 μὲ πρλλ., ὅπως καὶ ὁλόκληρη ἡ περικοπὴ τῆς Μεταμόρφωσης, ἑρμηνεύεται κατὰ γράμμα, στὸ ὑπόβαθρο τῶν διαδοχικῶν προρρήσεων τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὸ ἐπερχόμενο πάθος του στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ προτροπὴ τοῦ Πέτρου στὸν Θεάνθρωπο νὰ κατασκηνώσουν στὸ βουνὸ μαζὶ μὲ τὸν Ἠλία καὶ τὸν Μωυσῆ θεωρεῖται μία ἀκόμη ἀνόητη προσπάθεια ἀπὸ μέρους του νὰ ματαιώσει τὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας36 καὶ ἀντιμετωπίζεται μὲ περίσκεψη ἀπὸ τοὺς ἐξηγητές. Ὁ κίνδυνος, ἰδίως, ὅσα λέει στὸν Ἰησοῦ νὰ παρεξηγηθοῦν ἀπὸ τὴν ἀρειανικὴ παράταξη καὶ νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς ἐπιχείρημα ἐνάντια στὸ ὁμοούσιόν του Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα, ὑποχρεώνει τοὺς πατέρες νὰ ἐπικρίνουν σφοδρὰ τὴ στάση τοῦ ἀπόστολου καὶ νὰ τὴν καταδικάσουν. Λίγο ἢ πολὺ ὁ Πέτρος στὶς ἑρμηνευτικὲς ὁμιλίες τους εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τῆς ἄγνοιας καὶ τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος – κάθε ἄλλο παρὰ ἕνα παράδειγμα πρὸς μίμηση γιὰ τοὺς πιστοὺς τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὸν 6ο/7ο μ.Χ. αἰώνα,ὡστόσο, τὰ πράγματα ἀλλάζουν.

Τότε ἐμφανίζονται οἱ πρῶτες μαρτυρίες στὰ πατερικὰ κείμενα μιᾶς θετικῆς ἀποτίμησης τῶν λόγων τοῦ Πέτρου στὸ Θαβὼρ μὲ τὸν Ἀναστάσιο Ἀντιοχείας, κατ’ ἀρχήν, τὸν συνονόματό του ἀπὸ τὸ Σινά, ἔπειτα, κι ἀκόμα, τὸν ἄγνωστο συγγραφέα τῆς ὁμιλίας πάνω στὴ Μεταμόρφωση ποὺ ἐξέδωσε ὁ Aubineau, χρονολογώντας τὴν τὸν 7ο αἰώνα.37 Ἡ ἐπούλωση τῶν πληγῶν ποὺ ἄνοιξε στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα ἡ ἀρειανικὴ διένεξη, φαίνεται, καὶ ἡ ἄνοδος, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τοῦ μοναστικοῦ κινήματος, ποὺ τείνει πρὸς τὴ θεοπτία,38 συνέβαλαν ὥστε τὰ λόγια τοῦ Πέτρου νὰ εἰδωθοῦν ἀπὸ ἕνα ὀπτικὸ πρίσμα τελείως διαφορετικὸ ἀπὸ ὅ,τι τοὺς προηγούμενους αἰῶνες. Ἡ κατὰ γράμμα ἑρμηνεία τοὺς σιγὰ-σιγὰ ἀτονεῖ κι ἔρχεται στὸ προσκήνιο ἡ ἀλληγορία. Ἡ φράση τοῦ Πέτρου Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι δὲν ἔχει σὰν στόχο νὰ ἀποτρέψει τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὸ πάθος του, ἀλλὰ νὰ καταδείξει, ἀντίθετα, πόσο ἀνώτερο ἀπὸ κάθε σαρκικὴ ἡδονὴ καὶ ἀπόλαυση εἶναι τὸ φῶς ποὺ διαχέεται ἀπὸ τὸ πρόσωπό του τὴ στιγμὴ τῆς μεταμόρφωσης στὸ ὄρος. Ἀκόμα καὶ τὰ τρία ἀντίσκηνα, γιὰ τὰ ὁποῖα μιλᾶ ὁ ἀπόστολος, ἔχουν ἕνα ἄλλο νόημα ἀπόκρυφο καὶ παραγνωρισμένο. Προεικονίζουν τοὺς ἀμέτρητους χριστιανικοὺς ναοὺς ποὺ θὰ ἀνεργεθοῦν στὸ μέλλον πρὸς τιμὴν τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ Ἠλία καὶ τοῦ Μωυσῆ, παντοῦ στὴν ὑδρόγειο σφαίρα.

Ἀξίζει, τέλος, νὰ σημειώσουμε ἀκόμα μιὰ φορὰ ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Μεταμόρφωσης στὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο τὸν 7ο μ.Χ. αἰώνα θὰ συντελέσει μὲ τὴ σειρά της κι αὐτὴ ὥστε ἡ πλάστιγγα νὰ κλίνει περισσότερο πρὸς τὴν πλευρὰ τῆς ἀλληγορικῆς παρὰ τῆς καθεαυτὸ ἱστορικῆς ἑρμηνείας τοῦ θαύματος στὸ ὄρος. Δὲν εἶναι, ἐξάλλου, φυσικό, ἐὰν τὸ σκεφτεῖ κανένας; Ἡ ἀνάγκη νὰ ἀναδειχθεῖ τὸ βαθύτερο πνευματικὸ νόημα τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμόρφωσης σμπρώχνει τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νὰ ὑπερβοῦν τὴν προηγούμενη παράδοση καὶ νὰ ἀπαλλάξουν τὸν Πέτρο ἀπὸ τὶς διάφορες μομφὲς ποὺ διατυπώνονται στὰ πλαίσιά της. Ὁ Κηφᾶς μεταμορφώνεται τώρα ἀπὸ τὴ γραφίδα τους σὲ ἕνα ἰδεότυπο τοῦ εὐσεβοῦς ἀνθρώπου, ποὺ ἀξιώνεται νὰ δεῖ τὸ φῶς τῆς θεότητας μὲ τὴν προσήλωσή του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ κόσμου.

Παρόμοια, ἡ ἄνοδός του στὸ Θαβὼρ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο μαθητές, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, ταυτίζεται μὲ τὴ μέθεξη τοῦ πιστοῦ στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀποθέωσή του. Τοῦτο τοίνυν ἐορτάζομεν σήμερον, τὴν τῆς φύσεως θέωσιν, τὴν εἰς τὸ κρεῖττον ἀλλοίωσιν, τὴν ἐπὶ τὰ ὑπὲρ φύσιν τῶν κατὰ φύσιν ἔκστασιν καὶ ἀνάβασιν, ἀναφωνεῖ μὲ ἐνθουσιασμὸ στὸ προοίμιο τοῦ πανηγυρικοῦ λόγου του ὁ Ἀνδρέας Κρήτης,39 ἀφήνοντάς μας ἐλάχιστες ἀμφιβολίες γιὰ τὸ ἔντονα συμβολικὸ περιεχόμενο ποὺ ἀποκτᾶ τὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ ἡ Μεταμόρφωση, πρὶν ἀκόμα ἀπὸ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τὶς ἡσυχαστικὲς ἔριδες τοῦ 14ου αἰώνα.40

Κωνσταντίνου Μποζίνη*


Σημειώσεις 


* Ὁ κ. Κωνσταντῖνος Μποζίνης εἶναι Ἐπίκουρος Καθηγητὴς στὸ Τμῆμα Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας Ἀ.Π.Θ.
1 «Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰς θέλεις, ποιήσω ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωυσεῖ μίαν καὶ Ἠλίᾳ μίαν (Μτ 17,4). Πρβλ. Μκ 9,5· Λκ 9,33.
2 Δὲς τὴν ἔκφραση ἔκφοβοι γὰρ ἐγένοντο ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Μάρκος γιὰ τοὺς τρεῖς μαθητές, περιγράφοντάς μας τὶς ἀντιδράσεις τους πάνω στὸ ὄρος (9,6).
3 Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμ. Ν΄, 2, PG 58, 552. Πρβλ. Θεοφάνης Κεραμέας, Εἰς τὴν Σωτήριον Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου (Ὁμ. ΝΘ΄), PG 132, 1041C-1044C.
4 Ὅ.π., 3, 552.
5 Εἰς τὴν Μετ. τοῦ Κυρ. (Λόγ. Η΄), 2, PG 65, 768Α.
6 Εἰς τὸν σταύρον καὶ εἰς τὴν μεταμόρφωσιν, PG 86a, 264A.
7 Βλ. Ἀναστάσιος Ἀντιοχείας [;], Εἰς τὴν Μέταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ (Λόγ. Α΄), PG 89, 1372Α-Β, ὁ ὁποῖος σημειώνει: Ἔτι τοῦ Πέτρου λαλοῦντος (…) φωτεινή τις ἄνωθεν νεφέλη ἐπεσκίασε· καὶ φωνὴ παρῆν ἐκ τῆς νεφέλης διορθουμένη τὸν Πέτρον· ἴσως καὶ τοὺς συμμαθητὰς τὰ αὐτὰ θέλοντας αὐτῷ, καὶ λέγοντας ἐν τῷ ὄρει μένειν. Παρόμοια Προκλὸς Κων/πόλεως, ὅ.π., 3, 768C 769C· Ἰω. Χρυσόστομος, ὅ.π., 3, 553· Θεοφάνης Κεραμέας, ὅ.π., 1045Α κ.ἄ.
8 Ὅ.π., 3, 552.
9 Βλ. Μτ 16, 16: «σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ τοῦ ζῶντος» μὲ πρλλ.
10 Βλ. Μτ 16, 17.
11 Ὅ.π., 1041Β.
12 Εἰς τὸν σταυρὸν καὶ εἰς τὴν μεταμόρφωσιν, ὅ.π.
13 Ὅ.π., 1041Β. Ὑπενθυμίζω ὅτι ὁ Θεοφάνης ἀνήκει στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερο-βυζαντινῆς περιόδου· γράφει τὸν 12ο αἰώνα μ.Χ., ἐνῶ ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος καὶ ὁ Τιμόθεος, ἀποσπάσματα τῶν ὁποίων παρέθεσα πιὸ πάνω, τὸν 4ο/5ο καὶ 6ο αἰώνα ἀντίστοιχα.
14 Πρβλ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Εἰς τὴν μετ. τοῦ Κυρ. (Ὁμ. Θ΄), PG 77, 1013C· Βασίλειος Σελευκείας, Εἰς τὴν μετ. τοῦ Κυρ. (Λόγ. Μ΄), 3, PG 85, 460Α· Γεννάδιος Σχολάριος, Εἰς τὴν ἁγ. τοῦ Κυρ. ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μεταμόρφωσιν, ἔκδ. L. Petit-X.A. Siderides-M. Jugie, Omnia opera I, 11, σ. 158.
15 Εἰς τὴν μετ. τοῦ κυρ. ἡμ. Ἰησ. Χριστ., ὅ.π., 1369C. Θὰ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι εἶναι ἀμφίβολο ἐὰν ἡ παραπάνω ὁμιλία ἀνήκει πράγματι στὸν Ἀναστάσιο Ἀντιοχείας. Ἐνδοιασμοὺς γιὰ τὴν πατρότητά της διατυπώνουν τόσο ὁ Π. Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τόμ. Ε΄, Θεσσαλονίκη 20103, σσ. 217-220, ὅσο καί οἱ Β. Altaner-A. Stuiber στὸ δικό τους ἐγχειρίδιο τῆς πατρολογίας (Patrologie: Leben, Schriften und Lehre der Kirchenvater, Freiburg-Basel-Wien 1993, σ. 512). Συμβατικά, λοιπόν, χρησιμοποιοῦμε στὴ συνέχεια τῆς ἐργασίας τὸ ὄνομα Ἀναστασίου, ἔχοντας κατὰ νοῦ ὅτι ἡ ὁμιλία Εἰς τὴν μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ μὴν προέρχεται ἀπὸ τὸ δικό του χέρι.
16 Πρβλ. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀπόρων, PG 91, 1125D-1128B. Γιὰ τὴν ἀλληγορικὴ μέθοδο ἑρμηνείας τῆς Γραφῆς βλ. R.M. Grant-D. Tracy, A Short History of the Interpretation of the Bible, 2η ἀναθ. ἔκδ., Philadelphia 1984, ἰδίως σσ. 52-72, ἀνάμεσά σε μία πλούσια βιβλιογραφία πάνω στὸ θέμα.
17 De transfiguratione homilia acephala, ἔκδ. M. Aubineau ἀπὸ τὸν κώδικα Venetus Marcianus II. 17 στὸ ἄρθρο τοῦ «Une homelie grecque inedite sur la transfiguration» ποὺ δημοσιεύεται στὰ Analecta Bollandiana 85 (1967), σ. 405. Δές, ἐπίσης, τὰ σχόλια τοῦ M. Aubineau στὸ ἀπόσπασμα ποὺ μόλις παραθέσαμε (ὅ.π., σσ. 411 ἐξ.).
18 Βλ. Δ. Τζέρπος, «Ἡ Ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου», στὸν συλλογικὸ τόμο Τὸ Χριστιανικὸν Ἐορτολόγιον–Πρακτικὰ Η΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, ἐπιμ. Κων/νος Χολέβας, Ποιμαντικὴ Βιβλιοθήκη 15, Ἀθήνα 2007, σσ. 246-249.
19 Εἰς τὴν ἁγ. Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μεταμόρφωσιν, ἔκδ. A. Guillou (É τοῦ ἰδίου, «Le monastere de la Theotokos au Sinai», στὸ Melanges d’ archeologie et d’ histoire 65 [1955], σσ. 237-257), σ. 246.
20 Ὅ.π., σσ. 243-244
21 Βλ. κατὰ σειρά: Εἰς τὴν μετ. τοῦ Κυρ. (Λόγ. Ζ΄), PG 97, 952A-B· Εἰς τὴν ὑπερ. μετ. τοῦ Κυρ. Ὁμ. Α΄), 16, PG 96, 569A-B· Εἰς τὴν ἁγ. μετ. τοῦ Κυρ., ἔκδ. D. Balfour (É Θεολογία 52 [1981], σσ. 631 681), 12-13, σσ. 654-656· Εἰς τὴν αὐτ. μετ. τοῦ Κυρ. (Ὁμ. ΛΕ΄), PG 151, 441B-C· Εἰς τὴν μετ. τοῦ Κυρ., ἔκδ. Ε. Βουλγάρης, Omnia opera III,  Λειψία 1784, σσ. 28/30.
22 Βλ. Ἰω. Δαμασκηνός, ὅ.π., 16, 569Β.
23 Ὅ.π., 441Β-C. Μία σαφῆ αἰχμὴ ἐνάντια στὴν ἱστορικοφιλολογικὴ μέθοδο κατανόησης τοῦ χωρίου τῆς Μεταμόρφωσης καί, ἰδιαίτερα, τοῦ στίχου Μτ 17,4 μὲ πρλλ. ἀφήνει στὸν πανηγυρικὸ λόγο τοῦ ὁ Ἀνδρέας Κρήτης (ὅ.π., 952Α).
24 Ὅ.π., 952Α.
25 Ὅ.π., 16, 569Α
26 Βλ. πιὸ πάνω, σσ. 4-5.
27 Βλ. πιὸ πάνω, σ. 6.
28 De transfig. hom. aceph., ἔκδ. M. Aubineau, σ. 405.
29 Δηλαδὴ τὸν Ἠλία, ὁ ὁποῖος δὲν γνώρισε τὸν θάνατο ἀλλὰ ἀναλήφθηκε ἐν ζωῇ στοὺς οὐρανοὺς μὲ πύρινο ἅρμα (Δ΄ Βασ. 2, 1-18).
30 Εἰς τὴν μετ. τοῦ Κυρ., ὅ.π., 952Β-C.
31 Βλ. καὶ τὶς ἐξηγήσεις ποὺ δίνει ὁ πατέρας γιὰ τὶς τρεῖς σκηνὲς στὴ συνέχεια τοῦ λόγου του (ὅ.π., 952Β-D καὶ 953C-956Α).
32 Σχετικὰ μὲ τὴ διαφορὰ μεταξὺ ἀλληγορικῆς καὶ τυπολογικῆς μεθόδου –ποὺ ἀμφισβητεῖται εἶναι ἡ ἀλήθεια ἀπὸ πολλοὺς ἐρευνητές– βλ. J.J. O’Keefe-RR. Reno, Sanctified Vision: An Introduction to Early Christian Interpretation of the Bible, Baltimore-London 2005, σσ. 69-11
33 Εἰς τὴν ὑπερ. μετ. τοῦ Κυρ., ὅ.π., 16, 569D-572Α.
34 «Οὐ λογισμῷ ταῦτα ὁ Πέτρος ἐφθέγγετο ἐπιπνοίᾳ δὲ τοῦ τὰ μέλλοντα προθεσπίζοντος Πνεύματος» (ὅ.π., 572Α).
35 Ὅ.π. Πρβλ τὴν ἑρμηνεία τῶν τριῶν σκηνῶν ποὺ προτείνει ὁ Πέτρος νὰ στηθοῦν στὸ Θαβὼρ ἀπὸ τὸν Μάξιμο Ὁμολογητή, Πεύσεις καὶ ἀποκρίσεις καὶ ἐρωτήσεις, Ἐρώτ. 192, ἔκδ. J.H. Declerk, Corpus Christianorum. Series Graeca 10, σσ. 134-135 καὶ τὸν Ἀναστάσιο Σιναΐτη, Εἰς τὴν ἁγ. Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμ. μετ., ἔκδ. A. Guillou, σ. 243- 246. Καὶ οἱ δύο πιστεύουν, ὅμοια μὲ τὸν Δαμασκηνό, στὴ θεία ἔμπνευση τοῦ ἀπόστολου καὶ συναινοῦν πρόθυμα στὰ λεγόμενά του.
36 Πρβλ. Μτ 16, 21-22 μὲ πρλλ.
37 Βλ. τοῦ ἰδίου, «Une homelie grecque inedite sur la transfiguration», σσ. 422, 426-427.
38 Δὲς σχετικὰ τὸ κεφάλαιο «Ὁ ἕκτος καὶ ὁ ἕβδομος αἰώνας» ἀπὸ τὴ Βυζαντινὴ Φιλοσοφία τοῦ Β. Τατάκη (μτφ. ἀπὸ τὰ γαλλικὰ Ε.Κ. Καλπουρτζῆ καὶ ἐποπτ. Λ.Γ. Μπενάκης, Βιβλιοθήκη Γενικῆς Παιδείας 5, Ἀθήνα 1977, σσ. 35 ἑξ. καί, ἰδίως, 40, 64-73, 83-99).
39 Εἰς τὴν μετ. τοῦ Κυρ., ὅ.π., 933A.
40 Τὴν παραπάνω φράση τοῦ Ἀνδρέα ἐπαναλαμβάνει ἐπὶ λέξει στὸν πανηγυρικὸ λόγο του ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος (14ος αἱ.), Εἰς τὴν μετ. τοῦ Κυρ., ἔκδ. Ε. Βουλγάρης, σ. 29. Γιὰ τὸν παραδειγματικὸ χαρακτήρα τῶν τριῶν μαθητῶν ποὺ ἀνέρχονται στὸ ὄρος μὲ τὸν Ἰησοῦ, βλ. ἰδίως Ἀναστάσιος Σιναΐτης, Εἰς τὴν ἁγ. Χριστ. τοῦ Θεοῦ ἡμ. μετ., ἔκδ. A. Guillou, σ. 243-244. Μία ἄμεση σύνδεση τῆς Μεταμόρφωσης μὲ τὴ νοερὰ προσευχὴ συναντοῦμε στὸν Δαμασκηνὸ (Εἰς τὴν ὑπερ. μετ. τοῦ Κυρ., ὅ.π., 10, 561Α), τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ (Εἰς τὴν σεπτ. μετ. τοῦ Κυρ. [Ὁμ. ΛΔ΄], PG 151, 432Α) καὶ τὸν Γεννάδιο Σχολάριο (Εἰς τὴν ἁγ. τοῦ Κυρ. ἡμ. Ἰησ.-Χριστ. μετ., ἔκδ. L. Petit κ.ἄ., 3, σ. 151).

πηγή : «Πνευματική Διακονία»
Περιοδική Ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κωνσταντίας - Ἀμμοχώστου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...