/*--

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Θεωρία και Πράξις κατά τον Άγιο Γρηγόριον τον Παλαµά- Συµβολή προς τον Σύγχρονο Μοναχισµό

I. Εισαγωγή 

1. Ο προβληµατισµός 

Ένα βασικό και σύνηθες λάθος στην εκκλησιαστική µας ζωή είναι η διάκριση µεταξύ των δύο τρόπων ζωής, του θεωρητικού και του πρακτικού, του ‘εντός’ και του ‘εκτός’ του κόσµου, στην ερηµιά και στην ενορία. Και αυτή η διάκριση παίρνει την έσχατη ακραία µορφή της στον µοναχισµό, όταν θεωρούµε ότι υπάρχουν δύο είδη µοναχισµού, εκείνο των µοναζόντων και το άλλο των ιεραποστόλων. Όταν δηλαδή η ποικιλία των χαρισµάτων διαφοροποιεί την ενότητα του σκοπού της Χριστιανικής ζωής.

Η Ορθόδοξος Παράδοση και η ανατολική Εκκλησία αποδοκιµάζουν τέτοια διδασκαλία, καθώς και η ζωή της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων. Τέτοιος λανθασµένος διαχωρισµός έχει δυσάρεστες επιπτώσεις στην ζωή και αποστολή της Εκκλησίας1 . Όντως υπάρχουν διάφοροι τρόποι Χριστιανικής ζωής και σε διάφορα µέρη. Έχουµε ασκητές στην έρηµο και έχουµε ιεραποστόλους στις ενορίες. Μερικοί ζουν ‘εντός’ του κόσµου και άλλοι ‘εκτός’ αυτού. Αλλά όµως, παρ’ όλη τη διαφορά τόπου και τρόπου, η Χριστιανική ζωή πρέπει να είναι η αυτή και µία που έχει την ίδια πνευµατικότητα. ∆εν πρέπει να διαφέρει η πνευµατικότητα εκείνων που αγωνίζονται στην έρηµο απ’ εκείνη των διαγώντων στον κόσµο. Μερικές φορές η λανθασµένη διαφοροποίηση του ενός σκοπού των δύο τρόπων ζωής φθάνει σε υπερβολικό και επικίνδυνο σηµείο ώστε η µοναστική ζωή να διαφθείρεται και να γίνεται αποµόνωση και αποµάκρυνση ή αυτοτέλεια από την όλη ζωή της Εκκλησίας και αδιαφορία για όλα τα προβλήµατα και τους προβληµατισµούς της. Και καταντά η µοναστική ζωή σε µέθοδο αυτοδικαίωσης και αυτοσωτηρίας. Και από την άλλη υφίσταται η διακονία στον κόσµο φθορά και εγκοσµικεύεται, ώστε να «µωρανθή το άλας, και εν τίνι αλισθήσεται» τότε2

Φρονούν κάποιοι ότι ουδέν κοινόν µεταξύ ερήµου και κόσµου. Άλλο η ζωή ‘εντός’ κόσµου και άλλο η ζωή ‘εκτός’. Άλλο η θεωρία και άλλο η πράξις, άλλο ο θεωρητικός βίος και άλλο ο πρακτικός. Ο πρώτος ασχολείται µε την µελέτη των θεωριών, µε τον στοχασµό, την σύλληψη εννοιών, τη λογική· ενώ ο δεύτερος αφοσιώνεται στην διακονία των ανθρώπων. Ο ένας είναι η θεωρητική µέθοδος και ο άλλος η έµπρακτη. Με τέτοια ερµηνεία θα φθάσαµε στο αποτέλεσµα να µακαρίζουµε την Μάρθα παρά την Μαριάµ κατ’ αντίθεση µε τον Χριστό, ο οποίος ολοκάθαρα δήλωσε ότι η ενασχόληση µε πολλές υπηρεσίες, µε αποτέλεσµα να λείπει η ακοή του Λόγου, είναι η λάθος τοποθέτηση και ότι πρέπει να έχει ο Λόγος του Θεού την πρώτη και κεντρική θέση και µερίδα. Αυτή η διεφθαρµένη ερµηνεία της θεωρίας και πράξεως, της εννοίας του ‘εντός’ και του ‘εκτός’ κόσµου µας οδηγεί σε δύο επικίνδυνες και αντίθετες µεταξύ τους θέσεις. Έτσι οι δήθεν λεγόµενοι «θεωρητικοί» ασχολούνται περισσότερο µε θεωρίες, αποκοµµένες από την ζωή των ανθρώπων, τις ανάγκες και τους προβληµατισµούς τους. Προφασιζόµενοι ότι αυτό σηµαίνει «θεολογικός λόγος», ότι δηλαδή είναι ακατανόητο, ότι είναι υψηλό και θεολογικό και εξειδικευµένο. Και µ’ αυτόν τον τρόπο αποβαίνει η θεολογική γλώσσα αυτών των ανθρώπων σε ακατανόητη λαλιά και άπρακτη, εποµένως και άχρηστη για τον κόσµο, και µία σχολαστική ενασχόληση για ορισµένους µόνο θεολόγους (εντός παρενθέσεων).

 ∆ιώχνει αυτή η οµάδα τον Θεόν από την ζωή των Χριστιανών λόγω υπερβολής στην θεωρητική αναζήτηση των Χριστιανικών αληθειών στο χορό της λογικής µόνον, και µακριά από τις εµπειρίες των ανθρώπων. Ενώ από την άλλη πλευρά, η άλλη οµάδα υπερβάλλει στην εκτίµηση των έργων της διακονίας σε σηµείο ώστε να δικαιολογεί την έλλειψη της ασκήσεως και της πνευµατικής ζωής των διακόνων, λόγω όγκου ευθύνης ή φόρτου εργασίας, ώστε η θέση του πλησίον να αντικαθιστά εκείνη του Θεού. Και αυτό είναι ακριβώς η εκκοσµίκευση της Εκκλησίας. Έτσι οι µεν τελευταίοι πέφτουν στην «λήθη», οι δε πρώτοι στην «φαντασία». Για εκείνους ο Θεός είναι ξεχασµένος και για τους άλλους γίνεται ο Θεός ιδέες. Είναι δύο αντίθετες τοποθετήσεις, όµως στο βάθος οδηγούν τελικά σ’ ένα και το αυτό αποτέλεσµα, την αποµάκρυνση του Θεού από την ζωή των ανθρώπων, είτε µεταβάλλοντάς Τον σε ιδέες (ιδεολογία) είτε σε κίνητρο κοινωνικού έργου µόνον. Και οι δύο σφάλλουν και αγνοούν ότι «η βασιλεία του Θεού εντός ηµών εστί» 3 .

 Για τους πρώτους η Βασιλεία βρίσκεται στον ουρανό µακριά, και για τους δεύτερους ταυτίζεται µε την κοινωνία εδώ. Οι δύο µέθοδοι στερούνται εκείνη την Κλίµακα που µεταβιβάζει τον άνθρωπο προς τον Θεόν, και µένουν εκτός της «Πνευµατικής Πάλης» και του Αοράτου Πολέµου. Οι πρώτοι πολεµάνε για τις ιδέες περί Θεού, και οι άλλοι παλεύουν µε τις κοινωνικές ανάγκες ως αυτοτελή σκοπό, και οι δύο µένουν εκτός του αληθινού βάθους της χριστιανικής ζωής. Η Χριστιανική ζωή είναι µία «Πάλη» πνευµατική, όµως µε τον Θεόν. Αυτή η πάλη είναι γνωστή στην Ορθόδοξη Παράδοση µε την Παύλεια ονοµασία «αγιασµός» 4 , και αυτός ο «αγιασµός» είναι το βάθος και ο σκοπός της Χριστιανικής ζωής είτε εντός είτε εκτός κόσµου, διακονώντας τους ανθρώπους ή ζητώντας το πρόσωπο του Θεού στην έρηµο. Εισέρχεται ο Θεός µέσα µας, και µετατρέπει το «εντός ηµών» σε Βασιλεία. Η µοναστική ερηµική ζωή και η ποιµαντική ιεραποστολική πρέπει να επιδιώκουν αυτήν την εµπειρία, της κατοικήσεως του Θεού στην καρδιά, ανεξαρτήτως τόπου και τρόπου της ζωής. 

Κάτω απ’ αυτό το πρίσµα δεν µπορεί π.χ. ο έγγαµος βίος να γίνεται κώλυµα κοινωνίας µε τον Θεόν. Ούτε ασφαλίζει η έρηµος αυτήν την κοινωνία εάν επικοινωνεί ο ερηµίτης εγωιστικά µόνον µε τον εαυτόν του και όχι µε τον Θεόν. Όταν επικεντρώνουµε το σκοπό µας στην Βασιλεία τότε συναντάται η έρηµος µε την πόλη, και ότι είναι εκτός κόσµου ή εντός κόσµου ενώνεται µε την παρουσία του Θεού «εντός ηµών». Εκτός της παρουσίας του Θεού πάντοτε θα υπάρχει η αντίφαση µεταξύ λεγοµένων πρακτικού και θεωρητικού τρόπων ζωής. Ο στόχος του ανθρώπου είναι η ένωση µε τον Θεόν, αδιάφορα αν πραγµατοποιείται µονάζοντας ή ποιµένοντας. Η «πάλη», η «ένωσις» µε τον Θεόν, λαµβάνει µέρος στην καρδιά και όχι στην έρηµο ή στην ενορία. Μία είναι και εννιαία η Χριστιανική Πνευµατική ζωή και έχει σκοπό να µας αξιοποιήσει να γίνουµε Ναοί του Αγίου Πνεύµατος. Η Χριστιανική ζωή είναι µία πνευµατική πορεία, εξαρτάται όχι τόσο από τον τόπο (έρηµος ή πόλις) όσο από τον συνοδό, όταν δηλαδή πορευόµαστε εν Αγίω Πνεύµατι, «συν Χριστώ». Όπου είναι ο Χριστός εκεί είναι η Βασιλεία. 

«Πράξις» και «Θεωρία» στη Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι δύο αντίθετες έννοιες, εικονίζουν τους δύο τρόπους ζωής, τον πρακτικό ιεραποστολικό και τον θεωρητικό ή στοχαστικό. Ούτε επισηµαίνουν δύο διαφορετικά χαρίσµατα, αλλά δείχνουν τα δύο αλληλοδιαδεχόµενα επίπεδα της Πνευµατικής ζωής. Η Θεωρία ακολουθεί µετά την Πράξη και η Πράξη σκοπεύει την Θεωρία. Είναι τα δύο στάδια του εσωτερικού αγώνος. Μάλιστα, αυτό τεκµηριώνεται από τα έξοχα παραδείγµατα των µεγάλων Πατέρων της Χριστιανικής γραµµατείας, οι οποίοι ήταν ποιµένες και αγωνίστηκαν εντός του κόσµου. Αυτοί οι πατέρες πέρασαν το στάδιο της «Πράξεως»-καθάρσεως µονάζοντας και έφθασαν στην θεωρία ποιµένοντας5 . Όντως η έρηµος και η µοναστική ζωή µπορεί να είναι το ιδεώδες και το πιο κατάλληλο περιβάλλον για το πρώτο στάδιο, δηλαδή της Πράξεως, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο και αποκλειστικό.

 2. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαµάς εκφραστής της Ορθοδόξου παραδόσεως 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαµάς υπήρξε τέτοιο παράδειγµα. Μία σύντοµη ανασκόπηση του βίου του τεκµηριώνει ότι ήταν άνθρωπος πράξεως και θεωρίας. Σπούδασε τα υψηλά γράµµατα, την Φιλοσοφία, την Θεολογία και λόγω της Ορθοδόξου πίστεώς του διώχτηκε, εξορίστηκε, µετακινήθηκε σε διάφορα µέρη, δεν είχε ευκαιρίες να απολαύσει την εξωτερική ησυχία τουλάχιστον, πριν καταφύγει στο Άγιον Όρος. Αλλά και µετά, η αίρεση του Βαρλαάµ τον έφερε αναγκαστικά σε τροµερό πόλεµο, θεολογικό και ποιµαντικό. Και παρ’ όλα αυτά ασκούσε την νοερά προσευχή, έφθασε µέσα σ’ όλα αυτά σε «θεωρία», υπήρξε ο κατ’ εξοχήν πατέρας που έγραψε και δίδαξε περί θεωρίας Θεού, ακτίστου φωτός, θεώσεως του ανθρώπου και δόξας Θεού6 , δηλώνοντας ότι η θεωρία του Θεού έρχεται από την κάθαρση της καρδιάς διά µέσου της αληθινής γνώσεως, δηλαδή την άσκηση των αρετών, την Πράξη. ∆ιότι «οι καθαροί τη καρδία τον Θεόν όψονται» 7 . Έτσι όλες οι περιπέτειες της ζωής του δεν τον εµπόδισαν να γίνει ισχυρός και έµπειρος µάρτυρας της Ορθοδόξου Παραδόσεως και διδασκαλίας περί Ησυχίας, νοεράς προσευχής και «θεωρίας». Μάλλον αυτός ο γεµάτος δυσκολίες και ταλαιπωρίες βίος του διορθώνει την αντίληψη πολλών περί πράξεως και θεωρίας, και αυτός είναι ένας λόγος για να διαλέξουµε τα έργα του εν λόγω Πατρός γι’ αυτό το θέµα. 

Πολλοί αγνοώντας το βαθύτερο νόηµα των δύο όρων (θεωρία, πράξη), τους ερµηνεύουν µε κατηγορήµατα της δυτικής σκέψεως συγχέοντας την θεωρία και την πράξη σαν να ήταν δύο είδη ζωής και όχι δύο επίπεδα και στάδια του πνευµατικού αγώνος. Αυτός ο διαχωρισµός εισήλθε από τον µεσαίωνα στην ∆ύση, εξαιτίας επικρατήσεως του σχολαστικισµού, ιδιαιτέρως δε από τον Θωµά τον Ακινάτη. 

II. Θέµα 

1. Η έννοια της Πράξεως 

Θεµελιώδης αρχή, για την Ορθόδοξη Παράδοση είναι, ότι η θεωρία και η πράξη δεν αποτελούν δύο διαφορετικά είδη δράσεως στην ζωή. Αντίθετα είναι τα δύο στάδια στην πρόοδο της πνευµατικής ζωής, το ένα διαδέχεται το άλλο. Η θεωρία εµπνέει και νοηµατοδοτεί την πράξη. Χωρίς την θεωρία χάνει η πράξη το βαθύτερο νόηµά της, και µετατρέπεται σε νεκρό τύπο. Και χωρίς την πράξη, η θεωρία παραµένει κενό γράµµα ή εκπίπτει σε µία άσαρκη ιδεολογία. Ο Ηλίας ο Πρεσβύτερος λέγει ότι η ανδρεία ψυχή µοιάζει µε γυναίκα που έχει δύο λυχνάρια «το πρακτικόν τε και θεωρητικόν κατέχουσα», ως δύο είδη πράξεως που αποβλέπουν στο µοναδικό στόχο, τη θεωρία8 . Εάν η «θέωσις» ή η «θεωρία» είναι το ζητούµενο τέλος της ζωής, τότε η «Πράξις» είναι η συν Θεώ (Αγίω Πνεύµατι) προσπάθεια. Η δε «θεωρία» είναι η «εν Θεώ διαµονή». Προφανώς, Θεωρία είναι η θέα του Θεού, η επιστροφή και επανάκαµψη του νου στον Θεό, και η Πράξις είναι ό,τι οδηγεί σ’ αυτήν. «Και συντοµώτερον έτι περί τούτων ειπείν, καλόν θεωρία και καλόν πράξις· η µεν, εντεύθεν επανιστάσα, και εις τα Άγια των Αγίων χωρούσα, και τον νούν ηµών προς το συγγενές επανάγουσα· η δε, Χριστόν υποδεχοµένη, και θεραπεύουσα, και τοις έργοις το φίλτρον ελέγχουσα», καθώς λέγει χαρακτηριστικά ο άγιος Γρηγόριος Παλαµάς. 

Η «Πράξις» λέγεται στην πατερική παράδοση και ‘ηθική’. Όταν ο Παλαµάς κάνει λόγο για ηθικά κεφάλαια, εννοεί τα κεφάλαια εκείνα στα οποία αναπτύσσεται το θέµα της  καθάρσεως της καρδιάς. Στην πατερική και ασκητική παράδοση, γίνεται λόγος για τρία στάδια της πνευµατικής ζωής, την κάθαρση, το φωτισµό και τη θέωση. Η πράξη περιλαµβάνει τα δύο πρώτα στάδια. Έτσι, η πράξη ξεκινά από το στάδιο της καθάρσεως και προοδεύει προς την απάθεια, όπου η ηδονή γίνεται οδύνη. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος υπογραµµίζει χαρακτηριστικά ότι «αρχή µετανοίας µίσος αµαρτίας». Έτσι κατά την διάρκεια αυτής της πορείας θεραπεύεται το «επιθυµητικόν» της ψυχής και ανταλλάσεται ο έρωτας του κόσµου µε τον θείο έρωτα. Τότε απελευθερώνεται ο νους από την «άγνοια» και µένει σταθερός στην παρουσία του Θεού. Και όταν διά του αγώνος φυλλάει την «παρουσία» αποκτά την αδιάλειπτη προσευχή, και αποβάλλει την «λήθη», εποµένως φθάνει στο στάδιο του φωτισµού. «Προσευχή» εδώ δεν σηµαίνει τα διάφορα κείµενα ή αναγνώσµατα ή ακολουθίες, αλλά την «εν Θεώ διαµονή», δηλαδή την συµφωνία και την υποταγή του ανθρώπινου θελήµατος στην θεία θέληση ελεύθερα, την εθελοντική υπακοή. 

Στα πρώτα στάδια της Πράξεως συνοδεύεται αυτή η προσπάθεια µε πόνο, µόχθο και αγώνα, επειδή η καρδιά είναι ακόµη προσκολληµένη στις του κόσµου µαταιότητες. Όµως στο στάδιο του «φωτισµού» εξαφανίζεται η «φαντασία» και παραµένει η θεία «παρουσία», και προχωράει ο άνθρωπος στην «Θεωρία». Με άλλα λόγια, η πράξη είναι η εξάσκηση της προσευχής, νηστείας, αγρυπνίας και όλων των Χριστιανικών αρετών που συµπεριέχονται στις τρεις προηγούµενες αρετές. Γι’ αυτό ψάλλει η Ορθόδοξη Εκκλησία για τους επισκόπους ιεροµάτυρες που έζησαν στον κόσµο «… την πράξιν εύρες θεόπνευστε, εις θεωρίας επίβασιν» 9 . Όπως επίσης η Εκκλησιαστική υµνολογία ψάλλει για τους οσίους τους οποίους ασκήτευσαν στην έρηµο: «της ερήµου πολίτης, και εν σώµατι άγγελος, και θαυµατουργός ανεδείχθης, θεοφόρε, …, νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ουράνια χαρίσµατα λαβών» 10 . Από τα άνω τροπάρια φαίνεται καθαρά πώς κατανοεί η Ορθόδοξη Παράδοση την Πράξη και την Θεωρία. Και πως οι ασκητές στην έρηµο (οι όσιοι) και οι ποιµένες (µάρτυρες, ιεράρχες), φθάνανε στην θεωρία (ή θείες δωρεές) διά της πράξεως (ή νηστείας, αγρυπνίας, προσευχής). 

 Όλη η φιλοκαλική παράδοση της ανατολικής ορθοδόξου Εκκλησίας ακολουθεί την αποφατική µέθοδο. Γι’ αυτό η προσέγγιση του Θεού από τον άνθρωπο δεν γίνεται γνωστικά, µε τη λογική, αλλά εµπειρικά διά της τηρήσεως των εντολών του Θεού ως βίωµα. Η άσκηση των αρετών, η οποία καθαρίζει την καρδιά, είναι η µέθοδος της θεώσεως. Γι’ αυτό τα συγγράµµατα του αγίου Γρηγορίου του Παλαµά και των Πατέρων του 14ου αιώνα αποτελούν το ένα τέταρτο του συνόλου της Φιλοκαλίας. Κατ’ εκείνη την περίοδο, οι πατέρες, λόγω της επαφής τους µε το σχολαστικισµό της ∆ύσεως, υπογράµµισαν ότι η µέθοδος προσεγγίσεως του Θεού δεν είναι ο νους και η φιλοσοφία, αλλά πρωτίστως η κάθαρση της καρδιάς και η εν ασκήσει ζωή. Και ο άγιος Νικόδηµος ο Αγιορείτης ετοίµαζε την έκδοση Άπαντα των έργων του Παλαµά11 . Ο Olivier Clément, στο πρόλογό του στη γαλλική µετάφραση της Φιλοκαλίας, προσδιορίζει την πράξη και τη θεωρία ως εξής: Praxis = pratique = l’action du moine sur lui-même = κάθαρσις ζωής = perfection12

Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαµά, οφείλουµε να προσκολληθούµε στο Θεό µε τα έργα της µετανοίας, ιδιαίτερα µε την αγάπη προς τον Θεό, η οποία συνίσταται από την απάθεια και την αφθονία των αρετών13 . Για τον άγιο Μάξιµο τον Οµολογητή, νηπτικό πατέρα του 7ου αιώνα, οι πιστοί διαχωρίζονται σε τρία πνευµατικά επίπεδα. Οι πρώτοι είναι «οι πιστοί», οι εισερχόµενοι στη πίστη, οι οποίοι την έχουν απλά αποδεχτεί. Οι δεύτεροι είναι «οι πρακτικοί», οι οποίοι τηρούν τις εντολές και επιτυγχάνουν. Οι τρίτοι είναι «οι τέλειοι». Είναι οι γνωστικοί, όχι µε τη σηµασία ότι ασχολούνται µε διανοητικούς συλλογισµούς, αλλά επειδή επιδιώκουν τη χριστιανική τελειότητα που πραγµατοποιείται µε την εαυτού κάθαρση14 . Οι γνωστικοί είναι οι πιστοί οι οποίοι κατάφεραν, µε την κάθαρση του εαυτού τους να απελευθερωθούν από την πλάνη του κόσµου, ώστε η γνωστική ψυχή κινείται (πράξις) από τα αισθητά και υλικά στην εν πνεύµατι φυσική θεωρία, και απ’ αυτήν στην φανερή θεολογία» 15 . Κατά τον Παλαµά, Πράξις είναι να αποβάλλουµε «τα γεώδη και σαρκικά φρονήµατα». «Επιτιδηµούντες εν φωτί του Θεού» 16

Ο Παλαµάς, στην ερµηνεία του της Μεταµορφώσεως του Κυρίου, παρουσιάζει τα στάδια της πνευµατικής ζωής, συµβολικά, σε συνάρτηση µε τα γεγονότα που έλαβαν µέρος γύρω από τη Μεταµόρφωση και λέει: Προηγήθηκε η ‘οµολογία’ του Πέτρου της Μεταµορφώσεως. Ακολούθησαν µετά 6 ηµέρες κατά τις οποίες ο ευαγγελιστής δεν αναφέρει τίποτα, αλλά κρατά ‘σιωπή’. Κατά την έκτη ηµέρα, ο Κύριος παίρνει τους µαθητές Του και αναβαίνει στο όρος για να αφοσιωθεί στην ‘προσευχή’. Και έπειτα έρχεται η Μεταµόρφωση. Αυτά τα τρία στάδια (η οµολογία, η σιωπή και η προσευχή) εκφράζουν προοδευτικά τα στάδια της πνευµατικής ζωής του ανθρώπου. Έτσι το πρώτο στάδιο, αρχίζει µε την οµολογία, δηλαδή την τέλεια γνώση διδασκαλίας της πίστεως και την εκ βάθους κατανόηση των εντολών και των του θείου λόγου εννοιών. Έπεται το στάδιο της σιωπής, το οποίο, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαµά, σηµαίνει το στάδιο της ασκήσεως και της τηρήσεως των εντολών στην ζωή· είναι το στάδιο της εαυτού καθάρσεως. Αυτά τα δύο πρώτα στάδια αποτελούν την περίοδο της πράξεως. Τότε, ο άνθρωπος φτάνει στη Μεταµόρφωση, δηλαδή στο χρόνο της ‘προσευχής’, όπου η ζωή µας συνοδεύεται από την παρουσία του Θεού και κοινωνεί µε τη ζωή Του. Αυτό το τελευταίο στάδιο αποκαλείται θέωση ή θεωρία του Θεού17 . 

Μία άλλη ορολογία εκφράζει επίσης την έννοια της Πράξεως. Έτσι έχουµε τους όρους: «Πίστη», «Εκκλησία» και «Βασιλεία». Η «Πίστη» είναι έργο των έξι ηµερών του αιώνος τούτου, η «Εκκλησία» αντιστοιχεί στην έβδοµη ηµέρα ως σαββατισµός, και η «Βασιλεία» εννοεί την «όγδοη». Και από αυτήν την ερµηνεία αποφαίνεται ότι η λογική και ο στοχασµός δεν σηµαίνουν καθόλου θεωρία. Αντιθέτως ο ρόλος της λογικής έγκειται στην κατανόηση της πίστεως, πράγµα το οποίο προηγείται της «πράξεως», δηλαδή της εξασκήσεως των αρετών και της καθάρσεως, κάτι το οποίο ζούµε στην εκκλησία διά των µυστηρίων ως «Πράξη». Μετά απ’ αυτήν την περίοδο φθάνει κανείς στην όγδοη ηµέρα, στην θεωρία, δηλαδή στον χρόνο της «Βασιλείας». Εποµένως «προσευχή» είναι τέχνη όχι της θεωρίας, όπως κατανοείται δυτικά ως στοχασµός, αλλά είναι, µε την νηστεία, αρετές και τέχνες της Πράξεως. Είναι έργα της έκτης και έβδοµης ηµέρας, χωρίς τις οποίες η «θεωρία» είναι αδύνατη και η είσοδος στην Βασιλεία και την Όγδοη ηµέρα ανεπίτρεπτη. Ο Παλαµάς καταπολεµεί όσους µετατρέπουν τον Χριστιανισµό σε σύστηµα λογικό ή διανοητικό και φιλοσοφία ή σε ανθρωπιστική επιστήµη (Ουµανισµός), δηλαδή σ’ έναν συλλογιστικό προβληµατισµό. Ενώ τα συµπεράσµατα του αντιπάλου του Βαρλαάµ είναι ότι οι φιλόσοφοι υπήρξαν ανώτεροι από τους αποστόλους, διότι κατείχαν υψηλότερες γνώσεις. Για τον Παλαµά, η όντως φιλοσοφία (η Πράξις) είναι εκείνη η οποία µας οδηγεί στη θεωρία του Θεού (Θεωρία). 

Η «γνώσις» λοιπόν µας εισάγει στην Πράξη, είναι υπηρέτης της Πράξεως και όχι σκοπός. Μπορεί ο άγιος να ονοµάζει και τον Βαρλαάµ θεολόγο, αλλά τονίζει σαφώς ότι αυτή η εγκεφαλική θεολογία διαφέρει πολύ από τη θεοπτία. Θεολόγοι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαµά, είναι οι θεόπτες, … αυτοί που έφτασαν στην τέλεια πίστη, στο φωτισµό του νου και στη θέωση. Ο Παλαµάς τονίζει πολύ την πράξη και τα έργα της ως µέθοδο εισάγουσα στην θεωρία, όµως η θεωρία παραµείνει δώρο από τον Θεό και ποτέ ανθρώπινο επίτευγµα, χάρη και όχι κατόρθωµα. Η πορεία προς την θέωση γίνεται «εν συνεργεία» µε το Άγιο Πνεύµα. Η ελευθερία του ανθρώπου µετά την πτώση επηρεάζεται εύκολα από το κακό, προς το οποίο και ρέπει. Γι’ αυτό, το αυτεξούσιο του ανθρώπου έχει ανάγκη από τη θεία βοήθεια για να συνεχίσει την ανοδική πορεία προς τη θέωση, που έχει διακοπεί από την παρακοή18 . Η ανθρώπινη προσπάθεια, από µόνη της, δε φτάνει στην κάθαρση της καρδιάς, αλλά ελκύει τη χάρη του Αγίου Πνεύµατος, η οποία την πραγµατοποιεί. Μάλιστα, και το «καλώς βούλεσθαι» είναι παροµοίως έργον της χάριτος19 . Τα µυστήρια της Εκκλησίας είναι τα µέσα συνεργασίας ανθρώπου και Θεού. 

Αυτά είναι λοιπόν τα βασικά µέσα της Πράξεως20 . Και γι’ αυτό, η Εκκλησία, για τον Παλαµά, λέγεται «κοινωνία θεώσεως» 21 . «Πράξις» σηµαίνει κάθαρση της καρδιάς, µε τη βαθύτερη έννοια, ότι η καρδιά δηλώνει ολόκληρο το ανθρώπινο όν. Ο άνθρωπος είναι όν διφυές, γι’ αυτό η «Πράξη» πρέπει να έχει δύο σκέλη για να είναι πλήρης· συνδέεται µε δύο τρόπους σωµατικώς και πνευµατικώς, πρόκειται περί καθάρσεως σώµατος και ψυχής22 .Χρησιµοποιεί ο Παλαµάς µία έκφραση όµοια της του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου «Πράξις γαρ επίβασις θεωρίας», και λέγει επιγραµµατικά «επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας» 23

2. Η έννοια της Θεωρίας ή Θεολογία 

Άρα λοιπόν, «Θεωρία κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαµά και όλη την Ορθόδοξη Παράδοση δεν σηµαίνει συλλογισµός ή διανοητικά φιλοσοφικά συστήµατα. Θεωρία είναι συνώνυµος µε «θεολογία», «θέωσις», «ένωσις», «θεοπτία»… «Θεωρία» για τον Παλαµά είναι η θεοπτία και θέα της δόξης του Θεού. Θεωρία είναι η όραση του ακτίστου φωτός, δεν είναι αφηρηµένη κατάσταση, ούτε διανοητική επεξεργασία των σκέψεων και της φαντασίας, είναι «ένωσις» και «εκθέωσις» και «µεθεξις και θεουργός κοινωνία»: «η γουν του φωτός τούτου θεωρία ένωσιν εστιν… η δε του φωτός ένωσις τι γε άλλο ή όρασις εστίν». Αυτή η κατά χάριν ένωση γίνεται όπως το σίδερο µε την φωτιά ώστε είναι όρασις και ένωσις. «Και φως έσονται και φως όψονται». Ο Αδάµ στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, απολάµβανε τη θεωρία του Θεού. Η µελέτη του βιβλίου της Γενέσεως δείχνει ότι ο Αδάµ είχε κοινωνία µε τον Θεό, αλλά έπρεπε µε τον ελεύθερο αγώνα του να παραµείνει σ’ αυτήν την κατάσταση, να φθάσει στην τελεία κοινωνία και ενότητα µαζί Του. Ο άγιος Ιωάννης ο ∆αµασκηνός περιγράφει πολύ χαρακτηριστικά αυτήν την κατάσταση της αρχεγόνου δικαιοσύνης. Ο Αδάµ ήταν κεκαθαρµένος και συγχρόνως τρεφόταν από τη θεωρία του Θεού. Ο νους του ήταν φωτισµένος, και αυτό σηµαίνει κυρίως ότι ήταν ναός του Αγίου Πνεύµατος και είχε αδιάλειπτη µνήµη Θεού24 . «Θεωρία» είναι η «Θέωσις» 25 .

 Ένα παράδειγµα αποτελεί η αρπαγή του Αποστόλου Παύλου στον τρίτο ουρανό26 . «Θεωρία είναι το τέλος (σκοπός) της Χριστιανικής ζωής και ο στόχος της πρακτικής ζωής (πράξεως), όπως λέγει ο Απόστολος: «Ταύτας ουν έχοντες τας επαγγελίας, αγαπητοί, καθαρίσωµεν εαυτούς από παντοί µολυσµού σαρκός και πνεύµατος, επιτελούντες  αγιωσύνη εν φόβω Θεού» 27 . Άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός της οικονοµίας του Θεού και ιδιαιτέρως της ενανθρωπίσεως του Λόγου28 . «Σωτηρία» σηµαίνει, στην Ορθόδοξη παράδοση «µεταµόρφωση» του ανθρώπου και όχι «δικαίωση» ή «αποφυγή θείας οργής» ούτε «θεϊκή συγχώρησις», όπως στην δυτική παράδοση. Σωτηρία για την Ορθόδοξη παράδοση είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τα µεταπτωτικά δεσµά των παθών και της φθοράς, και όχι µια ηθική συµφιλίωση µε τον δικαστή Θεό. Σωτηρία δηλώνει λοιπόν «θεραπεία» της πεπτωκότης φύσεως και αποκατάσταση στην αρχαία «κατά φύσιν» κατάσταση, δηλαδή στην κοινωνία µε τον Θεόν. Η αρχέγονος κατάσταση του Αδάµ έδινε τέτοια εικόνα της «θεωρίας». Ο Παλαµάς επικαλείται την ερµηνεία του Γρηγορίου του Θεολόγου, ότι «θεωρία ήν το φυτόν» 29 . Αυτή η «θεωρία» ή «θεοπτία» ήταν ένα κεντρικό θέµα στα συγγράµµατα του Παλαµά, ο οποίος χρησιµοποιεί µία πιο τολµηρή ορολογία από εκείνη του Γρηγορίου του Θεολόγου και άλλων πατέρων, όπως ο Μέγας Βασίλειος, οι οποίοι παρέµειναν στην βιβλική ορολογία. 

Έτσι δεν διστάζει ο Παλαµάς να αναφέρει λέξεις όπως: «θεοποιός δύναµις του Θεού» 30 . Εκ τούτου, η θεωρία δεν είναι καρπός της «φαντασίας» ούτε έργο διανοητικού λογισµού ή στοχασµού31 , αλλά είναι η ένωσις µε τον Θεόν. Απόδειξη αποτελεί η ζωντανή παρουσία του Θεού. Για την µοναχική ζωή η ένωσις µε τον Θεόν γίνεται διά της καθαράς και αδιάσπαστου προσευχής32 . Και αυτή η προσευχή κατορθούται µε τη εφαρµογή των εντολών και την συνεργεία της Θείας Χάριτος33 . Προηγείται της θεωρίας και εισάγει σ’ αυτή λοιπόν η «απάθεια», όταν δηλαδή αποκτά ο άνθρωπος το «θείον πάθος» και γίνεται ο Χριστός «τα πάντα εν πάσι». Η «θεολογία» επιτρέπεται µόνον για τους θεοµένους και θεόπτες του Θεού. Ή, µε άλλα λόγια, η «θεωρία» είναι η πηγή της θεολογίας, και οι δύο ανήκουν στο ίδιο στάδιο της πνευµατικής ζωής. Η θεολογία που προέρχεται από στοχασµό είναι η ψεύτικη. Τέτοια είναι εκείνη των αιρετικών: «καν εξετάσης ίδοις αν πάσης η της πλείστας των δεινών αιρέσεων εντεύθεν (φιλοσοφικοί στοχασµοί) λαβούσας τας αρχάς» 34 . Η θεωρία είναι ο καρπός της πράξεως των αρετών διότι οι πατέρες «αλιευτικώς» και όχι «αριστοτελικώς» θεολογούν (Γρηγόριος ο Θεολόγος). Ο κόπος και ο ιδρώτας φέρνει την κάθαρση της καρδιάς και όχι η φαντασία της λογικής. 

Η θεωρία παραµένει πάντοτε θείον δώρον και όχι αντίτιµον του ανθρωπίνου κόπου ή αγώνος. Η εξάσκηση των αρετών, δηλαδή η πράξη προετοιµάζει και προπαρασκευάζει τον άνθρωπο διά την δωρεά και την έλευση της Χάριτος, αλλά ποτέ δεν την εξαγοράζει. Οι ανθρώπινοι κόποι µπορούν κάλλιστα να αποδίδουν ανθρώπινα χαρίσµατα. Αλλά η «θεωρία» είναι µία κατάσταση «υπέρ φύσιν» και «υπέρ αρετήν» και «υπέρ την ανθρώπινη γνώση» 35 , είναι µόνον «φιλανθρωπία», είναι δώρο του Πνεύµατος του Αγίου. Η ένωσις µε τον Θεόν πραγµατοποιείται Θεία Χάριτι36 . Εφόσον η θεωρία είναι κατάσταση καθαρής προσευχής, τότε αυτή χρειάζεται και την «θεία χάριν» και όχι µόνον την ανθρώπινη προσπάθεια37 . Και επειδή είναι η θεωρία θείας Χάριτος δώρον και µέθεξη στην θεία δόξα, είναι και µία τελειότητα ατέλειωτη, δεν υπάρχει τέλος αυτής της τελειώσεως, η στασιµότητα είναι στο βάθος πτώση, και εποµένως αµαρτία και άρνηση της φιλανθρωπίας και δωρεάς του θεού38 . «Της δε θέωσις ταύτης εστί και αρχή και τα µετά την αρχήν, κατά τε το αµυδρότερον και τηλαυγέστερον διαφέροντα προς άλληλα, τέλος δ’ ουµενούν· επ’ άπειρον γαρ η πρόοδος αυτής, ωσαύτως και της εν αποκαλύψει αρπαγής». Για όλους, η θεωρία είναι σα µία συµφωνία µυστική µεταξύ της ανθρώπινης ψυχής και Θεού. Γίνεται µόνον σε υψηλό πνευµατικό βαθµό. Στη φάση της τελείας καθάρσεως, διά της πίστεως και της αγάπης. Εκεί όπου ενώνεται ο άνθρωπος µε τον Θεό. 

Και παραδείγµατα ανθρώπων οι οποίοι έφθασαν στη θεωρία (εµµονή εν τω Θεώ) είναι ο Μωυσής, όταν διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα39 , και ο Ηλίας όταν σταµάτησε τη βροχή40 , καθώς επίσης και ο Πρόδροµος και ιδιαιτέρως η Παναγία41 . Όταν κατανοεί κανείς τι σηµαίνει θεωρία, θεοπτία, θέωσις, δεν πρέπει να νοµίσει ότι η θεωρία είναι έργο µόνο µερικών εκλεκτών, ή µοναχών ή κάποιας αγίων οµάδας. Αυτό το υψηλό νόηµα είναι το µοναδικό νόηµα της Χριστιανικής ζωής. Ο άνθρωπος, κάθε άνθρωπος, είναι καλεσµένος σ΄ αυτήν την µακαρία τελειότητα. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαµάς όταν, από µοναχός έγινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, δεν δίσταζε κηρύττοντας προς τον απλόν λαόν της πόλεως να µιλήσει υπέρ των ιδίων αρετών, της θεώσεως και της θεωρίας του Θεού. Το ότι κήρυττε περί του Θείου φωτός στο ποίµνιό του, δείχνει ότι ο Άγιος πίστευε, πώς αυτές δεν είναι καταστάσεις ακατόρθωτες για τον κόσµο. 

Το αντίθετο, όπου χρειαζόταν, τόνιζε ότι είναι αυτές σκοπός και στόχος για όλους τους Χριστιανούς ανεξαρτήτως τόπου και τρόπου ζωής. Μιλώντας για την καρδιακή καθαρότητα, λέει ότι και οι έγγαµοι µπορούν να την επιµεληθούν: «∆υνατόν µεν ούν και τοις εν συζυγία ζώσι, της καθαρότητος αντιποιείσθαι ταύτης, αλλά µετά πλείστης όσης δυσκολίας». Στην ερµηνεία του για το χωρίο σχετικά µε το επεισόδιο της Μάρθας και της Μαριάς42 , δεν µιλά περί θεωρίας και πράξεως, αλλά θεωρεί τον πολύ κόσµο και τον έγγαµο βίο ως αιτία περισπάσεως, ενώ την ησυχία και την παρθενία πιο εύκολες για τις αρετές43 . Τα πρότυπα του Μωυσή, του Ηλία, του Προδρόµου και ιδιαιτέρως της Παναγίας44 , αποτελούν κίνητρα και όχι εξαιρέσεις. Ναι, αυτή η πραγµατικότητα είναι δυνατή στους καθαρούς οι οποίοι έφτασαν στην εαυτού κάθαρση µε την προσευχή και την αγαθοεργία. Είναι µία δωρεά η οποία επιφυλάσσεται σε όλους45 . Μπορούν να την απολαύσουν όλοι οι πιστοί, σ’ οποιαδήποτε κατάσταση και αν βρίσκονται, αλλά ιδιαιτέρως προκόπτουν σ’ αυτήν οι αποσυρόµενοι απ’ αυτόν τον κόσµο και ζουν εν απολύτω ησυχία, εσωτερική και εξωτερική46

III. Επίλογος 

Ο ενιαίος σκοπός της ζωής: η θέωσις-θεωρία 

Σηµασία δεν έχει µε ποιο χάρισµα διακονούµε µέσα στην Εκκλησία, αλλά πώς και γιατί το ασκούµε και το πράττουµε; Προς δόξα Θεού; Τότε οδηγεί προς απάθεια και θεωρία. Ή προς εγωισµό; Τότε είναι πάθος και πλάνη. Το κυριότερο είναι να εργαστούµε σε όποια οδό προς δόξα Θεού. Ως συµπέρασµα, νοµίζουµε ότι είναι βασικό λάθος, εισαγόµενο από τη σχολαστική περίοδο της ∆ύσεως, να χωρίσουµε τον Χριστιανικό βίο γενικά και τα µοναχικά τάγµατα ιδικά και το πνεύµα των κανονισµών τους σε δύο είδη µε  δύο διαφορετικούς πνευµατικού ύψους σκοπούς, το θεωρητικό και το πρακτικό. Πράξις η οποία δεν οδηγεί στην θεωρία, την θεοπτία και την ένωση µε τον Θεόν, καταντά σε µία φαρισαϊκή άκαρπη άσκηση. Το προσωπικό παράδειγµα και η διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαµά υπήρξε νέα νίκη της Ορθοδοξίας, και για πολλούς λόγους, που στο βάθος αφορούν την διαφύλαξη της Χριστιανικής ζωής και της οδού της τελειώσεως. Το θέµα της «Πράξεως» και της «θεωρίας» αποτελεί ένα πολύ σπουδαίο θεµέλιο των µοναστικών κανονισµών, και διοικήσεως και πνευµατικότητας της µοναχικής πολιτείας47 . Η συµβολή του εν λόγω Πατρός είναι πολύ επίκαιρη σήµερα όπου απειλείται η µοναχική πολιτεία να εγκοσµικευθεί σ’ ένα µεγάλο µέρος του συνόλου της. Ο Μοναχισµός ιδιαίτερα, πρέπει να ζητήσει το µοναδικό σκοπό «ενός εστι χρεία» 48 οπουδήποτε και µε οποιονδήποτε τρόπο εκπληρεί την µαρτυρία του «εντός» και «εκτός» κόσµου. Γιατί πριν από όλα, ο µοναχισµός είναι ‘µαρτυρία’ άµα και ‘παρουσία’ της Βασιλείας του Θεού.

Συντοµεύσεις 

ΕΠΕ Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, εκδ. Πατερικαί εκδόσεις ‘Γρηγόριος ο Παλαµάς’, Θεσσαλονίκη. PG Patrologia Graeca, Editions J.P. Migne, Paris 1857-1912. 

Πηγές 

- Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, τόµ. Β’ και Γ’, έκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη.
 - Γρηγόριος Παλαµάς, Έργα, ΕΠΕ, τόµ. 1-8. 

Βιβλιογραφία 

Βλάχος, Ιερόθεος Μικρά είσοδος στην Ορθόδοξη πνευµατικότητα, Σειρά Θεωρία και πράξη, έκδ. Αποστολική διακονία, Αθήνα 1992.
 Εκκλησιαστικό Φρόνηµα, Β’ έκδοση 1993. Γεώργιου, Ηγουµένου Ι.Μ. Γρηγορίου 
Η θέωσις ως σκοπός της ζωής του ανθρώπου, έκδ. Ι. Μ. οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 1997. Θεοδώρου, Α. 
Η περί του ανθρώπου διδασκαλίας των Ελλήνων Πατέρων, Αθήνα 1956. Καρδαµάκης, Π. Μιχαήλ Η σοφία λέει, έκδ. Αρµός, Αθήνα. Lot-Borodine, M. 
La déification de l’homme selon la doctrine des pères grecs, Paris 1970 Μαντζαρίδου, Γεωργίου Παλαµικά, έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1998. Σαχάρωφ, Αρχιµ. Σωφρονίου, 
Άσκησις και θεωρία, έκδ. Ι. Μ. Προδρόµου, Essex, Αγγλία 1996. Τσάµη, ∆ηµητρίου 
Εισαγωγή στη σκέψη των πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1992 Ζάχαρου, Αρχιµ. Ζαχαρία 
Αναφορά στην θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Ι. Μ. Προδρόµου, Essex, Αγγλία 2000. - 
Ο Αγίος Γρηγόριος Παλαµάς στην ιστορία και το παρόν, Πρακτικά διεθνών επιστηµονικών συνεδριών Αθηνών και Λεµεσού, εκδ. Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2000. - 
La Philocalie, Introduction par Clément, Olivier, Traduit par Jacques Touraille, Ed. Desclée de Brouwer 1995. Ψευτογκά, Βασιλείου 
Λόγος σαρκωµένος-Εκκλησία-Ευχαριστιακός λόγος, εκδ. Κυροµάνος, Θεσσαλονίκη 1998. 

Σηµειώσεις 

 1 Βλ. Ζάχαρου, Αρχιµ. Ζαχαρία, «Ο ησυχασµός του Αγίου Γρηγορίου του Παλαµά και η ασκητική των ανατολικών θρησκειών», στο Ο Αγίος Γρηγόριος Παλαµάς στην ιστορία και το παρόν, Πρακτικά διεθνών επιστηµονικών συνεδριών Αθηνών και Λεµεσού, εκδ. Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2000, σ. 277, ακόµη και το άρθρο του Ερζεγοβίνης, Αθανασίου, «Η περί θεώσεως διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου Παλαµά», ό. π., σ. 454. 
2 Ματθ. 5, 13. 
3 Λκ. 17, 20-21. 
4 Α’ Κορ. 1, 30 · Α’ Θες. 4, 3-4 και 7· Εβρ. 12, 14. 
5 Βλ. Βλάχος, Ιερόθεος, Εκκλησιαστικό Φρόνηµα, Β’ έκδοση 1993, σ. 179. 
6 Εφραίµ Αρχιµ., Καθηγουµένου Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, «Πρόλογος», στο Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαµάς στην ιστορία και το παρόν, Πρακτικά διεθνών επιστηµονικών συνεδριών Αθηνών και Λεµεσού, εκδ. Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2000, σ. 8. 
7 Ματθ. 5, 8. 
8 Βλ. Βλάχος, Μητροπολίτης Ιερόθεος, ό. π., σ. 178-9. 
9 Βλ. τροπάριον Αγίου Ανθίµου, 3η Σεπτεµβρίου. 
10 Βλ. τροπάριον οσίου Κυριάκου, 29η Σεπτεµβρίου. 
11 La Philocalie, Introduction par Clément, Olivier, Traduit par Jacques Touraille, Ed. Desclée de Brouwer 1995, σ. 8. 
12 La Philocalie, Introduction par Clément, Olivier, ό. π., σ. 689 ; Βλ. Τσάµη ∆ηµητρίου, Εισαγωγή στη σκέψη των πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 343 : «Η «πρακτική φιλοσοφία» των Ελλήνων Πατέρων είναι διαφορετική από την πρακτική ζωή, όπως την εννοούµε σήµερά. Η «πράξη» ή «πρακτική φιλοσοφία» των Πατέρων αναφέρεται µόνο στις ενέργειες, οι οποίες συντελούν στην κάθαρση της ανθρώπινης ψυχής από το ρύπο της αµαρτίας, για να γίνει η ψυχή ενάρετη. Το τελευταίο αυτό είναι απαραίτητη προϋπόθεση, για να πετύχει η ψυχή τη «θεωρία» ή «θεολογίαν» ή «θεογνωσία», οι οποίες συµπεριλαµβάνουν την αληθινή κατανόηση των έργων και του λόγου του Θεού, όπως και το τελειότερο που µπορεί να επιθυµήσει ο άνθρωπος, τη θεωρία του Θεού µε την οµοίωση προς αυτόν ». Βλ. ακόµη υποσηµ. 32, σ. 343: «Η σύνδεση ελληνικών φιλοσοφικών θεωριών για τη θεωρητική και πρακτική ή πολιτική ζωή µε τη χριστιανική πνευµατική σκέψη συντελέστηκε στην Αλεξάνδρεια από τον Ωριγένη, που βρίσκει την ανωτερότητα της θεωρητικής ζωής στη διήγηση για το πρακτικό ενδιαφέρον για τον Ιησού της αδελφής του Λαζάρου Μάρθας και στην ήσυχη ακρόαση της διδασκαλίας του Κυρίου από τη Μαρία (Λκ. 10, 38-42)». 
13 Γρηγορίου Παλαµά, ΕΠΕ, Έργα, τόµ. 8ος , σ. 17. 
14 Μαξίµου Οµολογιτού, Μυσταγωγία, κεφ. ΚΒ-ΚΓ. 
15 Βλ. Ψευτογκά, Βασιλείου, Λόγος σαρκωµένος-Εκκλησία-Ευχαριστιακός λόγος, εκδ. Κυροµάνος, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 279. 
16 Γρηγορίου Παλαµά, ΕΠΕ, Έργα, τόµ. 10, σ. 404-6. 
17 Βλ. Βλάχος, Μητροπολίτη Ιεροθέου, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαµάς ως Αγιορείτης, σ. 355-6. 
18 Βλ. Θεοδώρου, Α., Η περί του ανθρώπου διδασκαλίας των Ελλήνων Πατέρων, Αθήνα 1956, σ. 119. 
19 Τσάµη ∆ηµητρίου, ό. π., σ. 341. «Και βούλεσθαι καλώς δείται της παρά Θεού βοηθείας» Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 37ος, 12, PG 36, 297. Βλ. Τσάµη, ∆., ό. π., σ. 341. 
20 Γρηγορίου Παλαµά, Οµ. 56, 7, εκδ. Οικονόµου, Αθήναι 1861, σ. 207-8. Βλ. Αλφεγιέβ, Ηγουµένου Ιλαρίωνος, «Το πατερικό υπόβαθρο της διδασκαλίας του αγίου Συµεών του Νέου Θεολόγου και του αγίου Γρηγορίου Παλαµά περί θεώσεως του ανθρώπου», στο Ο Αγίος Γρηγόριος Παλαµάς στην ιστορία και το παρόν, Πρακτικά διεθνών επιστηµονικών συνεδριών Αθηνών και Λεµεσού, εκδ. Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2000, σ.107-8. Εξάλλου, Ο Θεόγνωστος λέει χαρακτηρίστηκα: « Quand tu mènes à bien la pratique des vertus, ce n’est pas par elle, et par elle seule, que tu pourrais t’approcher de l’impassibilité, afin de prier en toute pureté et hors de toute distraction, si à l’intelligence ne succèdent pas les contemplations spirituelles de la connaissance éclairante et de la compréhension des êtres, par lesquelles, ailée et illuminée, l’intelligence elle-même, dans l’amour totalement épris de la vraie prière, s’élève, en se déployant, vers les lumières auxquelles elle est apparentée, celles des ordres immatériels d’en haut, et de la, autant qu’il est possible, se porte vers la grande lumière du triple soleil de la trinité, dans la divine Origine »,La Philocalie, Introduction par Clément, Olivier, ό. π., σ. 626. 
21 Γρηγορίου Παλαµά, Λόγος αποδεικτικός, 2, 78, Συγγράµµατα, τόµ. 2ος , σ. 149. 
22 Βλ. Τσάµη ∆ηµητρίου ό. π., σ. 341 και Θεοδώρου, Α., ό. π., σ. 119. 
23 Γρηγορίου Παλαµά, Οµ. 53, 52, Έργα, ΕΠΕ, τόµ. 11ος , σ. 328. Βλ. Παντελεήµονος, Μητροπολίτη Ξάνθη, «Η Θεοτόκος ως πρότυπο τελειώσεως του ανθρώπου κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαµά», στο Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαµάς στην ιστορία και το παρόν, Πρακτικά διεθνών επιστηµονικών συνεδριών Αθηνών και Λεµεσού, εκδ. Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2000, σ. 83. Βλ. Βλάχου, Ιερόθεου, Μικρά Είσοδος, Εκδ. Αποστολική ∆ιακονία, Αθήνα 1992, σ. 85. 
24 Βλάχου, Ιερόθεου, Μικρά Είσοδος, ό. π., σ. 50. 
25 Βλ. Β’ Πετ. 1, 16-21. Βλάχου, Ιερόθεου, Μικρά Είσοδος, ό. π., σ. 78. 
26 Βλ. Β’ Κορ. 12, 1-9. 
27 Β’ Κορ. 7, 1. 
28 «Ίνα γένωµαι τοσούτον Θεός όσον εκείνος (ο Χριστός) άνθρωπος» Λόγος 29ος, 19, 9-10. Στην Συριακή παράδοση, η ιδέα περί θεώσεως αναπτύχθηκε κυρίως από τον Εφραίµ; ο Θεός δηµιούργησε τον άνθρωπον για να γίνει ένας «κτιστός θεός». Οµιλία περί πίστεως, 3, 31-32. 
29 Γρηγορίου Θεολόγου Λόγος 38ος, 12, PG 36, 324CE. Χρήστου, Παναγιώτου, Γρηγορίου Παλαµά, Έργα, Εισαγωγή, ΕΠΕ, τόµ. 8ος , σ. 16, 136. 
30 Βλ. Τσάµη, ∆ηµητρίου, ό. π., σ. 347. Cf. Gross, La divinisation du Chrétien d’après les pères grecs, p. 244. Αλφεγιέβ, Ηγουµένου Ιλαρίωνος, ό. π., σ. 97. Βλ. Dalamis, I-H, στο Dictionnaire de Spiritualité, τόµ. 3ος , σ. 1382- 1383. 
31 Βλάχου, Ιερόθεου, Μικρά Είσοδος, ό. π., σ. 25. 
32 Αλφεγιέβ, Ηγουµένου Ιλαρίωνος, ό. π., σ. 101. Βλ. Lot-Borodine, M., La déification de l’homme selon la doctrine des pères grecs, Paris 1970 , σ. 2. 
33 Ευδοκίµου, Παύλου, Η Ορθοδοξία, σ. 148. 
34 Γρηγορίου Παλαµά, Έργα, ΕΠΕ τόµ. 2ος , σ. 108. 
35 Γρηγορίου Παλαµά, Έργα, ΕΠΕ τόµ. 2ος , σ. 108. 
36 Γρηγορίου Παλαµά, Έργα, ΕΠΕ τόµ. 2ος , σ. 108. 
37 La Philocalie, Introduction par Olivier Clément, ό. π., σ. 626. 
38 Β’ Κορ. 7, 1. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος, 38, 12 PG 36, 324 CΕ. Γρηγορίου Παλαµά, Έργα, ΕΠΕ, τόµ. 8, Εισαγωγή Χρίστου Παναγιώτη, σ. 16 και 136. 
39 Γρηγορίου Παλαµά, Έργα, ΕΠΕ τόµ. 2, σ. 478. Βλ. Βλάχος, Μητροπολίτη Ιεροθέου, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαµάς ως Αγιορείτης, ό. π., σ. 358. 
40 Α’ Βασ. 18, 36-38. Ο Θεόγνωστος λέει: « Je te dis ici une parole paradoxale, et ne t’étonne pas : il est un mystère qui s’accomplit secrètement entre Dieu et l’âme. Ce mystère touche aux degrés les plus hauts : la purification parfaite, l’amour et la foi. Quand l’homme réconcilie jusqu’au bout s’est uni à Dieu dans l’intimité par la prière et la contemplation continuelles, alors Elie ferme le ciel en empêchant la pluie et brûle par le feu céleste le sacrifice, Moïse ouvre la mer et, en étendant les mains renverse Amalek, Jonas est sauvé du monstre marin et de l’abîme. Car celui qui été jugé digne de lui, mène Dieu, qui aime tellement l’homme, là où il veut, même s’il est encore dans la chair, mais il a dépassé la mesure de corruption et de la condition mortelle car il comprend la mort comme un sommeil commun, qui l’envoie de manière agréable vers ce qu’il espère », La Philocalie, Introduction par Olivier Clément, ό. π., σ. 631. 
41 Γρηγορίου Παλαµά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Οµ. 1, 1, 4. 
42 Λκ. 10, 42. 
43 Γρηγορίου Παλαµά, Προς µοναχή Ξένη, κεφ. 22, ΕΠΕ, Έργα, τόµ. 8ος , σ. 370. 
44 Παντελεήµονος, Μητροπολίτη Ξάνθη, ό. π., σ. 79, 83. 
45 «Πάσι διδοµένη τε και ορωµένη τοις δι’ αγαθοεργίας ακριβώς και διά προσοχής ειλικρινούς…», Γρηγορίου Παλαµά, Έργα, ΕΠΕ, τόµ. 10ος , Οµ. 34, σ. 370. 
46 Γρηγορίου Παλαµά, Έργα, ΕΠΕ, τόµ. 1ος , σ. 52. Βλ. Παντελεήµονος, Μητροπολίτη Ξάνθη, ό. π., σ. 83-84. 
47 Βλ. Ware, Καλλίστου (επισκόπου ∆ιοκλείας), Η σηµασία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαµά για την σηµερινή ∆ύση, στο Ο Αγίος Γρηγόριος Παλαµάς στην ιστορία και το παρόν, Πρακτικά διεθνών επιστηµονικών συνεδριών Αθηνών και Λεµεσού, εκδ. Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2000, σ. 159. 
48 Λκ. 10, 42.

ΟΜΙΛΙΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΑΥΛΟΣ YAZIGI (∆Ρ. ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ) 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΛΑΤΑ∆ΩΝ “ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ” 

πηγή : 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...