/*--

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Ἕνα κήρυγμα

Ἕνα κήρυγμα
τοῦ Πρεσβυτέρου π. Παναγιώτη Μωϋσίδη

Κάθε πτυχή, κάθε λειτουργία τοῦ ἐπιτελουμένου ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἔργου ἔχει ἢ ὀφείλει νὰ ἔχει τὴν ποιμαντική της διάσταση. Ἐξυπακούεται ὅτι καὶ τὸ κήρυγμα ὀφείλει νὰ διακρίνεται γιὰ τὰ ποιμαντικά του γνωρίσματα: α) νὰ μαρτυρεῖ τὴν ἀλήθεια· β) νὰ μυσταγωγεῖ· γ) νὰ δημιουργεῖ κοινωνία καὶ ἐπι-κοινωνία καὶ δ) νὰ διακονεῖ καὶ νὰ μὴν ἐξουσιάζει (Α. Μ. Σταυρόπουλου, Ποιμαντικὴ θεολογικὴ προσέγγιση τοῦ κηρύγματος, περ. «Θεολογία» τόμος 82, τεῦχος 2· τοῦ 2011, σ. 161-176).

Αἰσθάνομαι ὅτι αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ διακρίνονται στὸ κήρυγμα τοῦ π. Παναγιώτη Μωϋσίδη, ἐγγάμου κληρικοῦ πατρὸς πέντε τέκνων ποὺ ὑπηρετεῖ ὡς νοσηλευτὴς στὸ Τμῆμα Εἰδικῶν Λοιμώξεων τοῦ Νοσοκομείου «Ὁ Εὐαγγελισμός». Τὸ κήρυγμα ἐκφωνήθηκε στὶς 21 Ὀκτωβρίου 2012 στὸν Ἱ. Ναὸ τοῦ γυναικείου Ἡσυχαστηρίου «Παναγία τῶν Βρυούλων» στὸ Μήλεσι Ὠρωποὺ Ἀττικῆς. Σ’ αὐτὸν τὸν χῶρο λειτουργεῖ καὶ κηρύττει περιοδικά.

Α. Μ. Σταυρόπουλος

Ἡ Κυριακή πού μᾶς πέρασε ἦταν ἡ Κυριακή τοῦ Σπορέως. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, μᾶς λέει πώς τήν ἡμέρα αὐτή ἀρχίζουν τά κηρύγματα.

Ἡ Ἀγγελική εἶναι ἕνα πολύ ὄμορφο κορίτσι. Δουλεύει ὡς νοσηλεύτρια στό νοσοκομεῖο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Εἶναι μοναχοπαίδι, ἀγαπάει πάρα πολύ τόν μπαμπά καί τήν μαμά. Πρίν ἀπό μερικούς μῆνες, ὁ πατέρας της, πού ἦταν ἕνας ὑπέροχος ἄνθρωπος, συνταξιοῦχος πιλότος τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας, ἕνας πολύ καλοσυνάτος ἄνθρωπος, πέθανε ξαφνικά ἀπό ἐγκεφαλικό. Ἡ Ἀγγελική εἶχε ἰδιαίτερη ἀδυναμία στόν μπαμπά, πόνεσε πολύ μέ τόν χαμό του. Πρίν ἀπό λίγες μέρες εἶδε ἕνα ὄνειρο.

Εἶδε ἕνα ὄμορφο μονοπάτι, μέ πολλά πυκνά καί ὄμορφα δέντρα κι ἐκεῖ νά περπατᾶνε χέρι μέ χέρι ὁ μπαμπάς μέ τήν μαμά καί πίσω ἡ Ἀγγελικούλα προσπαθοῦσε νά τούς φτάσει. Κάποια στιγμή ὁ δρόμος ἔκανε μιά διχάλα, ὁ μπαμπάς ἔφυγε πρός τά δεξιά, ἡ μανούλα ἔφυγε πρός τά ἀριστερά. Ἡ Ἀγγελικούλα ἔφτασε στή διχάλα, δίστασε στήν ἀρχή καί μετά πῆγε νά τρέξει πρός τό μέρος τοῦ πατέρα. Ὁ πατέρας τῆς λέει: «Ὄχι, Ἀγγελική, δέν ἦρθε ἡ ὥρα ἀκόμα, θά πᾶς μέ τή μαμά.» Ἔκλαιγε ἡ Ἀγγελική καί παρακαλοῦσε. «Ὄχι, Ἀγγελική, θά πᾶς μέ τή μαμά, δέν ἦρθε ἡ ὥρα ἀκόμα.»

Ἡ Ἀγγελική μοῦ διηγήθηκε χθές τό ὄνειρο καί εἶπα: «Ἀγγελική μου, ζῆσε μ΄ αὐτό τόν τρόπο τή ζωή ἐδωπέρα, ἔτσι ὥστε, ὅταν θά ΄ρθει ἡ ὥρα νά σέ καλέσει ὁ Χριστός κοντά του, νά βρίσκεσαι στό πλάι τοῦ πατέρα σου.»

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Ὑιοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

Τό πρῶτο κήρυγμα τῆς χρονιᾶς κάθε τέτοια ἐποχή ἀποτελεῖ ἕνα κομβικό σημεῖο, ἕναν καθρέφτη τῶν ἐντυπώσεων, τῶν παραστάσεων, μά κυρίως τῆς ψυχικῆς διάθεσης στήν ὁποία βρισκόμαστε μετά ἀπό ἕνα ἰδιόμορφο καλοκαίρι. Ἄν γυρίσω πίσω τό νοῦ μου γιά νά ἀναλογιστῶ, νά συγκρίνω τήν περσινή στιγμή μ΄ αὐτό πού ζῶ τώρα, αἰσθάνομαι φανερά πιό κουρασμένος, πιό στερημένος ἀπό ἰδέες, ἀπό λόγια. Ἴσως ἀκόμη μέ λιγότερες προσδοκίες, λιγότερες βεβαιότητες. Παρά ταῦτα, ὅμως, ἡ πνευματική ἔνδεια, αὐτό τό ἀδιέξοδο τῆς σκέψης μοῦ χαρίζει ἐλπίδα … μοῦ χαρίζει ἐλπίδα, γιατί νιώθω πώς ἐκεῖ πού οἱ δικές μας δυνάμεις δέν ἐπαρκοῦν, μόνο ἐκεῖ βρίσκει χῶρο νά χαριτώσει ἡ Παρουσία, ἡ Γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ μας.

Τό φθινόπωρο ξαναβαπτίζει τήν πλάση, τήν πληγωμένη ἀπό τό βαρύ χνῶτο τοῦ καλοκαιριοῦ. Καινούργιος ἀστράφτει τότε ὁ οὐρανός στ΄ ἀπόβροχο, λάμπει μέ καλοσύνη ἀγγελική, ἀνάλαφρη. Ἄπειρες φορές ἔχω συναντήσει καλοπροαίρετους ἀνθρώπους, ἐγκλωβισμένους μέσα σέ χιλιάδες ὧρες διαβασμάτων, ἀπομονωμένους βαθειά στήν εἰκονική τους πραγματικότητα, νά ΄χουν ἐξαλείψει τελείως ἀπό τήν ψυχή ἐκεῖνο τό ἔμφυτο, τό θεόσδοτο χάρισμα τῆς ἀνθρώπινης διόρασης, τῆς προόρασης τῶν γεγονότων. Πάντα εἶχα μιά αἴσθηση, κυρίως ἀπό προσωπικά μου βιώματα, πώς οἱ ἀληθινά σοφοί ἄνθρωποι, ἄσχετα ἀπό τό ἐπίπεδο τῆς μόρφωσής τους, παραμένουν ἐκείνοι οἱ ἀφανεῖς πού συγχρωτίζονται, παλεύουν φιλότιμα μέ τήν καθημερινότητα, πού πράγματι ἀπέκτησαν ἐκείνη τή σοφία, πολύ απλοί ἄνθρωποι γιατί δέν ἔζησαν μόνο διανοητικά τόν κόσμο ἀλλά μετεῖχαν στά τεκταινόμενα, γεύονταν ἄμεσα τήν κάθε ἀλλαγή, τόν κάθε κραδασμό τῆς κοινωνίας.

Ἕνας τέτοιος σοφός ἄνθρωπος εἶναι καί ἡ χήρα ἐκείνη μάνα πού καθαρίζει στό νοσοκομεῖο. Χθές μέ ζύγωσε καί μοῦ μίλησε μέ μιά γλυκειά ἀγωνία, ἀναμένοντας μέσα της μιά ἀπόκριση. Σέ ἕναν τόπο πού λησμονήσαμε τό παρελθόν καί ἀδιαφορήσαμε γιά τό μέλλον μας, λόγια ἀδιέξοδα, φοβισμένα γεννιοῦνται. «Πάτερ», μοῦ εἶπε, «τά πράγματα δυσκόλεψαν καί κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς μιλήσει γιά τά μελλούμενα». Αἰσθάνθηκα ἀμήχανα ἀπ΄ τήν ἐρώτηση τῆς κουρασμένης γυναίκας γιατί ζητοῦσε μιά παρηγοριά, μιά ἀπόκριση πού ἐγώ δέν τήν κατεῖχα.

Μιά εὐκατάστατη κυρία, ἀπ΄ αὐτές πού τά προηγούμενα χρόνια ζοῦσε μέ περίσσια ἄνεση, σταμάτησε νά ἔχει στή διάθεσή της τήν ἀποκλειστική νοσοκόμα πού φρόντιζε τό ἄρρωστο παιδί της. Τή σταμάτησε, διότι δέν μπορεῖ πιά νά τήν πληρώσει. Σήμερα στά ἑβδομήντα της, ἀρκετά ἐπιβαρυμένη, ἀμάθητη σέ τέτοιου εἴδους κόπους, ἀναγκάζεται νά πλένει, νά σηκώνει, νά περιποιεῖται μόνη τό κατάκοιτο παιδί της. Ζεῖ πλέον γυμνωμένη ἀπό κάθε παλιά ἔπαρση, ἀπό κάθε γόητρο, συντροφιά μέ τά σημάδια μιᾶς περηφάνειας λαβωμένης, ὀδυνηρά καρτερικῆς. Τά τελευταῖα βράδυα, μόλις ξαπλώσει στό ραντζάκι της μετά ἀπό μιά πολυώδυνη μέρα, ἀνοίγει πάντοτε νά διαβάσει τήν Καινή Διαθήκη. Τό χάραμα, σάν μπῶ στό θάλαμο, τή βρίσκω νά κοιμᾶται μέ τή Βίβλο ἀνοιχτή, ἀφημένη ἥσυχα πάνω στό πονεμένο σῶμα. Ἀμίλητη ἀνοίγει τά μάτια τό πρωί, κοιτάζει πρός τό παράθυρο. Κάτι τό γαλανό, τό ἀπροσδιόριστο, τό βαθειά παρηγορητικό γεννιέται. Τό πρόσωπο τό πληγωμένο, πικραμένες οἱ ζάρες γύρω ἀπό τά χείλη ἡμερεύουν, ἀνατέλλουν ἁπαλά στό λίγο φῶς, ἀρχίζουν νά χαμογελοῦν. Ὁ χῶρος, παρά τόν πόνο της, γλυκαίνει, γίνεται δωμάτιο ἀγαπημένο, αἴσθημα βαθύ, πρωτόγνωρο.

Ἄν θά μποροῦσα νά δώσω μιά ἀπάντηση στήν κραυγή τῆς κουρασμένης καθαρίστριας, μιά ἀπάντηση γιά τά μελλούμενα, θά τῆς ἔλεγα πώς, ἀπό ΄δῶ καί πέρα, ὅταν ἀρρωσταίνει κάποιο ἀγαπημένο μας πρόσωπο, θά μάθουμε νά τό φροντίζουμε μέ τά ἴδια μας τά χέρια, πώς ὁ καιρός κατέφθασε γιά νά σταθοῦμε περισσότερο χρόνο στό σπιτικό μας, νά ξανασυνηθίσουμε τή συζυγική αὔρα, ἀνακαλύπτοντας τούς πανάρχαιους, τούς ἱερούς μας ρόλους. Νά συντρίψουμε τήν ἀποξένωση, τήν ἀδιάκοπη φυγή, τή σιωπηλή ἐκείνη ἀποδόμηση τῆς οἰκογενειακῆς ἐστίας. Νά ζήσουμε μιά ὥρα παραπάνω μέ τά πρόωρα ὀρφανεμένα παιδιά μας. Ἴσως νά ΄φτασε κι ἡ ὥρα ἐκείνη ὅπου θά πρέπει νά σταματήσουμε τά τρομαγμένα αὐτά παιδιά ἀπό τά πολλά, τά παράταιρα φροντιστήρια, μετριάζοντας τή ματαιοδοξία μας, φροντίζοντας νά φτιάξουμε ὄμορφα σχολεῖα, μά κυρίως ἀφήνοντας τή Χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἐνεργήσει ἡ Ἴδια ἐπάνω στά διαβάσματα, στίς ψυχές, στά ὁράματα τῶν παιδιῶν μας. Ὅλα αὐτά τά καινούργια, τά πρωτόγνωρα, τά δύσκολα θά τά κάνουμε γιά ν΄ ἀπομείνει στό τραπέζι μας ἐκεῖνο τό λιγοστό, τό εὐλογημένο ψωμί. Κάθε καταφρόνια ἀπό τίς δωρεές τοῦ Χριστοῦ γεννᾶ καινούργιους, δυσκολότερους πνευματικούς νόμους. Λένε οἱ μεγάλοι πατέρες τῶν καιρῶν μας πώς ἄν κάτι πού ἔλειψε ἀπό τόν Ἕλληνα στά χρόνια τῆς μεγάλης ἄνεσης ἦταν ἡ εὐγνώμων διάθεση, ἐκεῖνο τό λιτό «Εὐχαριστῶ» γιά τίς δωρεές τοῦ Πλάστη τους. Ποτέ δέν θελήσαμε νά κατανοήσουμε πώς ὅλα ἐκεῖνα ἤτανε προσφορά, δῶρο τῆς Καλοσύνης του.

Τέλος, συλλογιέμαι, πώς ὄμορφο θά ΄τανε, πρίν κλείσουμε τά μάτια μας γιά τή βραδυνή μας ἀνάπαυση, νά μή στηρίζουμε ὅπως παλιά τίς προσδοκίες γιά τήν ἐπερχόμενη μέρα στήν ὑψηλή νοημοσύνη, στίς γνωριμίες μας, στόν ἀφανέρωτο ἐγωισμό, ἀλλά ἀς ἀνοίξουμε τό Ἱερό Βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας τοποθετώντας το, ὅπως ἐκείνη ἡ πληγωμένη μάνα πάνω στήν ἀμήχανη ψυχή μας, γνωρίζοντας πώς τώρα πιά, μόνο ὁ σιωπηλός Λυτρωτής, ὁ γλυκύτατος Ἐκεῖνος Πλάστης μας θά ἀγκαλιάζει, θά καθοδηγεῖ τήν ἡμέρα μας ἐκεῖ ὅπου Αὐτός θέλει . Ἡ μάνα ἐκείνη ἡ πληγωμένη πού, μέ τόν πρωτάκουστο, τόν ξένο γιά τή διάνοια τοῦ κόσμου μας τρόπο, ξανακέρδισε ὑγιές, ἀπροσδόκητα λαμπερό τό καταδικασμένο της παιδί, ἀνοίγοντας δρόμο, διδάσκοντάς μας ποιά εἶναι ἡ γαληνή, ἡ ἀπέριττη ἐκείνη μέθοδος γιά νά ξαναστεριώσει, νά γεννηθεῖ πάλι ἡ ἐλπίδα στίς καρδιές.

Γεγονότα ἥσυχα, ἀνερμήνευτα, ἀλλότρια πρός τό στοχασμό, πρός τή διάνοια τοῦ κόσμου. Μιά κοσμική διάνοια χωμάτινη πού, ἄν καί λατρεύτηκε, ποτέ δέν κατάφερε νά λυτρώσει, νά ὑψωθεῖ, νά γίνει θεολογία παρά παρέμεινε, ξέπεσε στά ρηχά, στά ἐφήμερα, ἀρκέστηκε νά γενεῖ φιλοσοφία, μεταφυσική, ἀναζήτηση ἀνθρώπινη, τίποτε παραπάνω ἀπό ἕνα φτηνό ἀντίγραφο, μιά κακέκτυπη ἀπομίμηση τῆς ὄντως Ζωῆς, τῆς ἀξεπέραστης, τῆς σταυρωμένης Ἀλήθειας.

Οἱ καιροί κρίσεως ἔχουνε πάντοτε μιά τέτοια δυναμική ὥστε νά γεννᾶνε πολλούς αὐτόκλητους, πολλούς πλανεμένους σωτῆρες. Οἱ ἀνώριμοι δημαγωγοί πού τάζουν ἄκοπα εὔκολους δρόμους γιά τήν ἐπιστροφή στήν πρότερη, τήν εὐρύχωρη κατάσταση, διαθέτουν λειψή γνώση, λειψή ἐμπειρία ἀπό τήν Παιδεία, ἀπό τό βάθος τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἐλπίδα μας, παρηγοριά μας γιά τά χρόνια πού ἔρχονται, σίγουρα ὄχι τά λογάκια τά δικά μας. Ὁ θεολογικός λόγος ἔχει εἰπωθεῖ, ἔχει φτάσει στήν ὑψηλότερη κορυφή του, ὁποιοσδήποτε θά προσπαθήσει νά τόν ξεπεράσει θά ἐκπέσει σέ λόγο παραληρηματικό. Ὁ καλός Χριστός μας, γιά τά χρόνια πού ἔρχονται, δέν μᾶς χαρίζει μεγάλα κηρύγματα, προτιμᾶ νά παραμένει σιωπηλός. Προτιμᾶ σάν ὁδοδείκτες, σάν ἁγιασμένο μονοπάτι τοῦ λόγου Του νά φανερώνει τούς ἴδιους τούς ἀνθρώπους. Τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού στά πρότερα χρόνια τῆς εὐμάρειας βάδιζαν ἥσυχα τήν ὁδό, μέ βῆμα ἀρχοντικό, εὐλογημένο. Καί σήμερα, παρόλο τό ἀδιέξοδο τό πειρασμικό τῶν ἡμερῶν, μή προδίδοντας τήν εὐσέβεια ὁμολογοῦν, ἐπιμένουν νά ζοῦν τό ἴδιο ἁγνά, τό ἴδιο εὐλογημένα. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, πολλοί ἀπ΄ αὐτούς κι ἀπόψε ἀνάμεσά μας, ἀποτελοῦν τήν καλή γῆ, τό εὐλογημένο φύραμα. Αὐτοί θά ΄ναι καί τό μόνο ἀληθινό, τό μυστικό ἐκεῖνο κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ μας πού θά ξαναβλαστήσει, θά ἀναστήσει τόν τόπο αὐτό.

Τό φθινόπωρο ξαναβαπτίζει τήν πλάση, τήν πληγωμένη ἀπό τό βαρύ χνῶτο τοῦ καλοκαιριοῦ. Καινούργιος ἀστράφτει τότε ὁ οὐρανός στ΄ ἀπόβροχο, λάμπει μέ καλοσύνη ἀγγελική, ἀνάλαφρη. «Καί ἕτερον ἔπεσε εἰς τήν γῆν τήν ἀγαθήν, καί φυέν ἐποίησε καρπόν ἑκατονταπλασίονα.»

Ὑπάρχει μιά Ἑλλάδα ἀκόμη πού ἐξακολουθεῖ πεισματικά νά ἀναπνέει, νά παραμένει λαμπερή, ἀναζητώντας τό ἥμερο ἀκρογιάλι της.

Ἡ φλόγα πού τό συντηρεῖ.

Πές το ἀνάμνηση ἀπό τά παιδικά μας χρόνια, πές τό πρῶτο, τό ἁπαλό χάδι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ καθένας, ἄλλος πολύ, ἄλλος λιγότερο κουβαλάει ἕνα τέτοιο κομμάτι θαλπωρῆς, τρυφεράδας μέσα του.

«Χριστέ μου, κατοικοῦμε μιά δύσκολη, μιά τραχειά, ὡστόσο πάντα μιά πολυαγαπημένη, μιά λατρεμένη γῆ.»

Καλό φθινόπωρο, ἀγαπημένα μας ἀδέρφια, καλό φθινόπωρο.

πηγή :  H ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...