/*--

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Θεία Λατρεία καί πνευματική ζωή

 Ἡ πνευματική ζωή ὡς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι οἰκείωση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο πραγματώνεται κατά τόν καλύτερο τρόπο στή θεία Λατρεία. Ὁ ἱερός Ναός ὡς τόπος προσευχῆς καί συνάξεως «ἐπί τό αὐτό»1, ἡ προσευχή στήν ἀτομική καί τήν κοινή της ἔκφραση, ὡς «ἔργον ἀσίγητόν τε καί ἄληκτον»καί ἀδιάλειπτη ἀναφορά στό Θεό3, ἡ ἑπταδική νυχθήμερος Ἀκολουθία, ὁ ἑορτολογικός κύκλος, οἱ νηστεῖες καί ἡ μυστηριακή ζωή καλλιεργοῦν τό λειτουργικό ἦθος καί ἀναδεικνύουν τόν ἄνθρωπο ὡς λειτουργικό ὄν. 

Τοῦ ἐμπνέουν δηλαδή τό δοξολογικό καί εὐχαριστιακό πνεῦμα, τοῦ διδάσκουν νά ἀγρυπνεῖ στήν πίστη καί τήν προσευχή, φωτίζουν τόν ἐσωτερικό του κόσμο καί τόν ἀσκοῦν στήν ἀγάπη κάνοντάς τον κοινωνό τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου. Στόν ἁγιοπνευματικό χῶρο τῆς θείας Λατρείας «ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά μπολιάζεται στή θεανθρώπινη ζωή καί αὐτή ἡ ζωή ἠμπορεῖ νά μεταμορφώνει ἔπειτα ὅλες τίς πτυχές τῆς καθημερινῆς του ζωῆς»4.

1. Εἰδικότερα ὁ ἱερός Ναός ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν τέλεση ὅλων τῶν ἱεροπραξιῶν, ἀλλά καί τήν πνευματική καλλιέργεια τοῦ «νέου»5 ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Βεβαίως ἡ προσευχή μπορεῖ νά γίνει σέ κάθε τόπο καθ’ ὅσον «οὐχ ὁ ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ»6 καί «πᾶς μέν οὖν τόπος εἰς προσευχήν ἐπιτήδειος»7. Εἶναι ὅμως γεγονός ὅτι ὁ Ναός ὡς οἰκοδόμημα ἐξελίχθηκε μέ κριτήριο τήν τάξη τῆς Λατρείας καί διαχρονικά κατανοήθηκε μέ ὅρους πνευματικούς καί ἐκκλησιολογικούς. Ἔτσι δέν ἔχουμε μόνο τόν τόπο τοῦ ὑπερώου καί τοῦ ἐστρωμένου ἀνωγείου ὅπου ἔγινε ὁ Μυστικός Δεῖπνος8 καί κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ μαθητές «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου»9.

Ἔχουμε καί τόν οἶκο τοῦ Θεοῦ ὅπου ἀναστρέφονται οἱ πιστοί ὡς «ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος»10, καθώς ἐπίσης καί τό Ναό τοῦ Θεοῦ ὅπου «λατρεύουσιν αὐτῷ ἡμέρας καί νυκτός»11. Γενικότερα «στή ζωή τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ἡ ἰδέα τοῦ Ναοῦ ἦταν ὑποταγμένη στήν ἰδέα τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκφραζόταν μέ κατηγορίες τῆς εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας»12. Αὐτό ἀσφαλῶς σημαίνει τήν ἀνάδειξη τοῦ ἁγίου Ναοῦ ὡς χώρου σύναξης κοινῆς προσευχῆς καί ἄσκησης τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Στήν πνευματική σημασία τοῦ λειτουργικοῦ τόπου ἀναφέρεται καί ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας ὅταν γράφει ὅτι ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ εἶναι κοσμημένος μέ τόν πλοῦτο «τῶν τῆς σοφίας μαθημάτων τε καί χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»13. Ὅσοι δέ ἀκοῦνε αὐτά τά μαθήματα ὁλοκληρώνονται πνευματικά καί ἀξιώνονται νά γίνουν «οἶκος πνευματικός»14 κατά τό ἀποστολικόν· «οὐκ οἴδατε ὅτι ναός Θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;»15.

Ὅπως δέ θαυμάζονται οἱ αἰσθητοί Ναοί πού κατασκευάζονται «διά φιλοκάλου πολυτελείας» καί κοσμοῦνται μέ «χρυσόροφα γοῦν καί διάγλυφα»16 κατά τόν ἴδιο τρόπο «ὁ τοῦ Θεοῦ νεώς ἅγιος ὤν, καί τοῦτο πρῶτον κάλλιστον ἀγαθόν κεκτημένος, τόν ἔξωθεν περιβέβληται κόσμον, πολυποικίλῳ σοφίᾳ Θεοῦ, δικαιοσύνῃ τε καί ταῖς λοιπαῖς ἀρεταῖς, τοῖς τε τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χαρίσμασι πεποικιλμένος, ὡς ἔκπληξιν ἐμποιεῖν καί θαῦμα παρέχειν τοῖς ὁρῶσιν»17.

Γιά τή σχέση τοῦ λειτουργικοῦ τόπου μέ τήν πνευματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου γίνεται εὐρύτερα λόγος στήν πατερική καί λειτουργική παράδοση. Ὅταν ὁ Ὠριγένης ἀναφέρει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ «τόπον τοῦ προσκυνεῖν τόν Θεόν ... τίς ὁ τόπος;»18, ἔρχεται ὁ Μέγας Βασίλειος νά τονίσει ὅτι ὁ πλέον κατάλληλος γιά τήν προσευχή τόπος εἶναι ἐκεῖνος ὅπου πνέει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον19. Κι αὐτός ὁ τόπος γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι ὁ Ναός ὡς χῶρος τῆς παρουσίας τῶν μυστηρίων20, ὡς «ἐπίγειος οὐρανός»21 ὅπου οἱ πιστοί βιώνουν τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς «δικαιοσύνη καί εἰρήνη καί χαρά ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»22.

Ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ὀνομάζει τό Ναό ἅγιον οἶκον «ὡς ἡγιασμένον ἐκ τοῦ Ἁγίου Πατρός διά τοῦ παναγίου Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί τῆς Τριάδος σκήνωμα οὗτος»23. Στόν τόπο δέ αὐτό ἐνεργοῦνται θεῖαι δυνάμεις «καί σημεῖα τελεῖται· καί τά αἰτήματα δίδοται· καί ἰάματα χορηγεῖται»24. Ἀκόμη καί τά ὑλικά πράγματα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐπίκληση τῆς μακαρίας Τριάδος «χάριτος εἰσί πλήρη, καί μεταδοτικά χαρίτων τε καί ἁγιασμοῦ»25. Εἶναι χαρακτηριστικό ἐπίσης ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὀνομάζει τό Ναό πνευματική οἰκία ὅπου οἱ θαλασσομαχοῦντες βρίσκουν τό λιμένα καί οἱ ἀσθενεῖς «τό κοινόν ἰατρεῖον καί πανδοχεῖον»26. Στήν Ἀκολουθία δέ τῶν Ἐγκαινίων ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ ὁρίζεται ὡς τόπος συνάξεως τῶν πιστῶν, ὡς «σκήνωμα τῆς δόξης», λιμάνι χειμαζομένων, ἰατρεῖο παθῶν, καταφυγή ἀσθενῶν καί δαιμόνων φυγαδευτήριον, ὅ,τι δηλαδή χρειάζεται γιά νά δώσει νόημα στή ζωή του ὁ πνευματικός ἄνθρωπος.

2. Ἡ προσευχητική ἀναφορά τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό ὡς ἔκφραση ἀδιάλειπτης μνήμης, καθαρῆς ἀγάπης καί λατρείας, διακρίνεται σέ ἀτομική καί κοινή. Ἡ πρώτη εἶναι αὐτή πού γίνεται κατά μόνας «εἰς τό ταμιεῖον»27. Ἔχει ἐπικρατήσει νά ὀνομάζεται μονολόγιστος εὐχή ἤ νοερά καί «καρδιακή προσευχή»28, διότι μέ βάση τούς «πέντε λόγους»29 Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με ὁ προσευχόμενος ἀπό τό μυστικό τόπο τῆς καθαρῆς καρδιᾶς του γυμνάζει, κατά τήν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, τό νοῦ30 προκειμένου νά τόν καταστήσει δεκτικό τῶν θείων δωρεῶν καί κατάλληλο γιά τήν ἐνοίκηση τοῦ Χριστοῦ31.

Ἡ κοινή προσευχή εἶναι ἡ μέ ψαλμούς καί ὕμνους καί ᾠδές πνευματικές32 «ὁμοθυμαδόν»33 καί «ἐν ἐκκλησίᾳ»34 ὡς «ἐν ἑνί στόματι»35 ἀπ’ ὅλους τούς πιστούς δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους διαμορφώθηκαν οἱ τεταγμένοι καιροί προσευχῆς36 πού ἀπό τρεῖς ἔγιναν σιγά-σιγά ἑπτά κατά τό «ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἤνεσά σε»37 καί «κατά τόν ἀριθμόν τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος»38. Οἱ Ἀκολουθίες τοῦ Νηχθημέρου, ὅπως λέγονται39, στοχεύουν στόν ἁγιασμό τοῦ χρόνου καί τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Μέ κέντρο τό σωτηριῶδες γεγονός τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν εὐκαιρίες καθημερινοῦ πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ γιά τόν ἀγώνα κατά τοῦ ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου.

Στήν Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ π.χ. καί ἰδιαίτερα στίς εὐχές πού διαβάζονται κατά τόν Προοιμιακό πρό τῆς ἁγίας Τραπέζης γίνεται λόγος γιά τό φωτισμό «τῶν καρδιῶν ἡμῶν εἰς ἐπίγνωσιν τῆς σῆς ἀληθείας» (β΄ εὐχή), γιά τήν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ἀγάπη μας πρός τό Θεό (γ΄ εὐχή), τήν «ἐπί ταῖς κακίας ἡμῶν» μετάνοια (ε΄ εὐχή), τήν μέ τή χάρη τοῦ παναγίου Πνεύματος διαφύλαξη τῆς ζωῆς μας ἀνεπιβούλευτης «ἐκ τῶν τοῦ πονηροῦ ποικίλων μηχανημάτων» (ε΄ εὐχή), τήν προτεραιότητα τῆς προσευχῆς «ὡς θυμίαμα» ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί «εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (εὐχή ζ΄), τήν ἔνδυσή μας μέ τά ὅπλα τοῦ φωτός πρός ἀντιμετώπιση κάθε φόβου νυκτερινοῦ καί «παντός πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου» (εὐχή ζ΄). Λόγοι ἤ λογισμοί πονηρίας δέν ἔχουν, κατά τήν εὐχή τῆς εἰσόδου, θέση στήν καρδιά μας.

 Τό θυμίαμα πού προσφέρεται κατά τό «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου …» γεμίζει τό Ναό «εἰς δόξαν Θεοῦ, καί ἡμῖν εἰς ἁγιασμόν χορηγούμενον. Καί ὅτι παρά τοῦ ὑμνουμένου ἡ θεία ἡμῖν δωρεῖται χάρις»40. Ἀπό τήν Ἀκολουθία αὐτή προβάλλεται τό φῶς καί ἡ εἰρήνη πού μέ τήν Ἐνσάρκωση καί ὅλο τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας ὁ Χριστός «παρέχει διηνεκῶς»41 καλώντας τόν ἄνθρωπο σέ πνευματική ἐγρήγορση καί «ἀπόλυσιν τῆς ψυχῆς ἀπό τῶν παθῶν καί τῶν παρά τοῦ ἐχθροῦ πειρασμῶν καί τῶν διπλῶν νοσημάτων ψυχῆς ὁμοῦ τε καί σώματος»42.

Στό Ἀπόδειπνο τόσο τό μικρό πού λέγεται κάθε μέρα, ὅσο καί τό μεγάλο πού ψάλλεται κατά τήν πρό τοῦ Πάσχα Τεσσαρακοστή, ὑπάρχουν «ψαλμοί καί εὐχαί κατανύξεως καί ἐξομολογήσεως, καί περί ἀφέσεως καί αἰτήσεως ἱλασμοῦ καί τό διελθεῖν τήν νύκτα εἰρηνικῶς, ἀφαντάστως, ἀμολύντως τε καί ἀνενοχλήτως»43. Ἡ κοινή καί στά δύο Ἀπόδειπνα εὐχή Εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ποίημα Ἀντιόχου μοναχοῦ τοῦ Πανδέκτου, κάνει λόγο γιά τίς ὁρμές τῶν παθῶν καί τά πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ, τά ὁποῖα καί ἀντιμετωπίζονται μέ «γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν». Ἡ εὐχή δέ τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ, «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου», πού λέγεται στό τέλος ὅλων τῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ Νυχθημέρου κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μιλᾶ γιά μία ζωή πού δέν διακρίνεται γιά «πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας», ἀλλά γιά «πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης».

Στήν Ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ ὁ ἐναρκτήριος 50ός ψαλμός ἐξαιτεῖται τή συγχώρηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ «καί μή ἀποστῆναι αὐτοῦ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἀλλ’ ἐγκαινισθῆναι μᾶλλον ἐν αὐτῷ διά τῆς ταπεινώσεως καί συντριβῆς τῆς καρδίας»44. Κυριαρχεῖ δέ στήν μοναχική αὐτή Ἀκολουθία τό ἐσχατολογικό στοιχεῖο καί ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως πού ἐμπνέουν τήν πνευματική ζωή, καθώς ἐπίσης καί ὁ ἐπινίκιος πρός τήν Ἁγία Τριάδα ὕμνος «ὅτι πάντων αὕτη αἰτία, καί δι’ αὐτῆς ἐνεργοῦμεν ἅπαντα, καί ἐν ἅπασι τελειούμεθά τε καί καθαιρόμεθα»45. Γιά τή ρυπωθεῖσα ἀπό τά πάθη τοῦ βίου ψυχή ἐκζητεῖται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὥστε νά προσδεχθεῖ «καθαράν αὐτήν διά μετανοίας καί ἐξομολογήσεως»46.

Ὁ Ὄρθρος, ὅπως καί οἱ ἄλλες Ἀκολουθίες, ἀναφέρεται στά γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας καί τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ47. Στά πλαίσια αὐτά ὁρίζεται καί ἡ πνευματική ζωή τοῦ προσευχόμενου πιστοῦ καί δοξολογοῦντος «τόν αἴτιον πάντων καί Δεσπότην, τόν μόνον τῶν ὅλων ἐν Τριάδι Θεόν … ὡς ἀρχήν ὄντα πάντων καί τέλος»48. Στίς ἑωθινές π.χ. εὐχές, πού εἶναι σταθερό στοιχεῖο καί ὁ ἱερεύς τίς διαβάζει «καθ’ ἑαυτόν»49, γίνεται λόγος γιά τό φωτισμό τῶν ὀφθαλμῶν τῶν διανοιῶν ἡμῶν μέ τό φῶς τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης «μήποτε ὑπνώσωμεν ἐν ἁμαρτίαις εἰς θάνατον», καί ἐκζητεῖται ἡ ζωή μας νά μείνει ἀνεπηρέαστος ἀπό κάθε κακό «ἐν τῇ σφραγίδι τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος» (εὐχή γ΄). Καταφεύγει ὁ πιστός στόν ἐλεήμονα καί παντοδύναμο Θεό ὥστε νά λάμψει στίς καρδιές μας «τό νοητόν φῶς»50 καί ὅλες οἱ δραστηριότητές μας καί οἱ αἰσθήσεις μας νά λειτουργοῦν μέ καθαρά πνευματικά κριτήρια· «ἵνα, ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατοῦντες τήν ὁδόν τῶν ἐντολῶν σου, καταντήσωμεν εἰς τήν αἰώνιον ζωήν» (εὐχή ιβ΄).

Οἱ Ὧρες «σχετίζονται μέ τό νόημα πού δίνει ἡ Ἐκκλησία στή θεολογία τοῦ χρόνου καί στόν ἁγιαστικό ρόλο πού μπορεῖ νά παίξει γιά τόν ἄνθρωπο ἡ λειτουργική ἀξιοποίησή του»51. Ἡ πρώτη Ὥρα εἶναι ἡ τῆς ἡμέρας ἐναρκτήρια Ἀκολουθία προκειμένου τά ἔργα καί οἱ πράξεις μας νά ἔχουν τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ52, τή λαμπρότητα τοῦ θείου φωτός «καί τό πονηρόν μέν ἅπαν ἀποστῆναι ἡμῶν, ἀγαθοῦ δέ παντός ἡμᾶς πληρωθῆναι»53. Ἡ τρίτη Ὥρα τελεῖται «εἰς τιμήν τῆς Τριάδος» ἀλλά «καί διά τήν ἐπιδημίαν ἐν τῇ τρίτῃ ὥρᾳ τοῦ παναγίου Πνεύματος»54. Ἔχουμε δηλαδή τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ ὁποίου καί ἐκζητοῦμε «τήν αὐτοῦ χάριν εἰσοικισθῆναι καί ἐν ἡμῖν»55. Ἡ ἕκτη καί ἡ ἐνάτη Ὧρες σχετίζονται μέ τό Σταυρό καί τό θάνατο τοῦ Κυρίου μας ἀντίστοιχα56. Δύο γεγονότα τά ὁποῖα καθημερινά μᾶς θυμίζουν ὅτι «Χριστός τόν θάνατον ἔλυσε»57, χάριν τῆς δικῆς μας σωτηρίας58. Μᾶς ἔδωσε «σημεῖον εἰς ἀγαθόν, τόν σταυρόν αὐτοῦ καί τήν ἔγερσιν, δι’ οὗ καί κατῃσχύνθησαν οἱ ἐχθροί αὐτοῦ»59.

Τίς ὡς ἄνω Ἀκολουθίες πού συνιστοῦν τήν κοινή λειτουργική προσευχή φρόντισε ἡ Ἐκκλησία νά τίς τοποθετήσει μέ διαδοχική σειρά σέ συγκεκριμένους σταθμούς τῆς νύκτας καί τῆς ἡμέρας, στή λογική πάντοτε τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς. Ἐσωτερικά ἐπίσης, στήν κάθε μία, ὑπάρχει διαδοχή ψαλμῶν, εὐχῶν καί τροπαρίων πρός ἀποφυγήν τῆς ἀκηδίας καί ἀμελείας καί διευκόλυνση τῆς καλύτερης συμμετοχῆς τῶν πιστῶν60. Καλύτερη δέ συμμετοχή σημαίνει νά μήν περιφέρεται κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ὁ νοῦς ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἀλλά νά βρίσκεται «εἰς προσοχήν τῶν σωτηρίων ρημάτων» καί «μή διαφεύγειν τήν θεωρίαν τῶν λεγομένων»61. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν κατ’ ἰδίαν προσευχή. Ἡ ποιότητα καί τῶν δύο κρίνεται ἀπό τά ἀποτελέσματα καί τήν πνευματική καρποφορία· «Οὗ ὁ καρπός ἀναθεωρεῖται τοῦ Πνεύματος, ἐκεῖ καί ἡ ποιότης τῆς προσευχῆς· καί οὗ ἡ ποιότης, ἐκεῖ ἀρίστη καί ἡ ποσότης τῆς ψαλμῳδίας. Καρποῦ δέ μή φαινομένου, ἄνικμος καί ἡ ποιότης. Εἰ δέ αὕτη ξηρά, περιττόν ἡ ποσότης, ἥτις, εἰ καί σώματος γυμνασία, φέρει, ἀλλά πάντως γε τοῖς πολλοῖς ἀκερδής ἐστι»62.

Σημειώσεις

1. Πράξ. 2, 1· Α΄ Κορ. 11, 20.
2. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Διάλογος..., 293, PG 155, 537A.
3. Α΄ Θεσ. 5, 17.
4. ΓΕΩΡΓΙΟΥ (Ἀρχιμ.), «Ὁ ἄνθρωπος ὄν λειτουργικό», ἐν Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος, περίοδος Β΄, 4 (1979) 34.
5. Κολ. 3, 10.
6. Πράξ. 7, 48.
7. ΜΑΡΚΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ, Ἐξήγησις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας, PG 160, 1165B.
8. Ματθ. 26, 26-29· Μάρκ. 14, 22-25· Λουκ. 22, 19-20· Α΄ Κορ. 11, 23-26.
9. Πράξ. 2, 4.
10. Α΄ Τιμ. 3, 15.
11. Ἀποκ. 7, 15. Γιά τή σχέση ἐπίγειου καί ἐπουράνιου Ναοῦ στήν Ἀποκάλυψη βλ. π. Ι. Γ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ, Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη. Ἑρμηνευτικά καί Θεολογικά Μελετήματα Α΄ [Βιβλική Βιβλιοθήκη 35], ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 91-93 καί 165-172. Σ. Σ. ΔΕΣΠΟΤΗ, Ἡ ἐπουράνιος Λατρεία στά κεφάλαια 4-5 τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννη, Wiesbaden 2000, σσ. 47- 68.
12. π. Α. ΣΜΕΜΑΝ, Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη. Εἰσαγωγή στή λειτουργική θεολογία, μετάφραση ἐπιμέλεια: πρωτ. Δημήτριος Τζέρπος, ἐκδ. «Ἀκρίτας», Ἀθήνα 22003, σ. 146. Βλ. καί Γ. Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ (Πρωτ/ρου), Ἡ θεολογική μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας, ἐκδ. «Ἁρμός», Ἀθήνα 21996, σ. 99. Γενικότερα γιά τή λειτουργική καί θεολογική διάσταση τοῦ Ναοῦ βλ. Κ. ΚΑΡΑΪΣΑΡΙΔΗ (Πρωτ/ρου), Ὁ Χριστιανικός Ναός. Λειτουργική καί θεολογική θεώρηση, Θεσσαλονίκη 2007.
13. Ὑπομνήματα εἰς τούς Ψαλμούς, 64, PG 23, 632B.
14. Ὅ.π., 64, PG 23, 632C. Πρβλ. Α΄ Πέτρ. 2, 5.
15. Α΄ Κορ. 3, 16.
16. Ὑπομνήματα εἰς τούς Ψαλμούς, 64, PG 23, 632D.
17. Ὅ.π., 64, PG 23, 632D.
18. Εἰς Ἱερεμίαν 7, 3, PG 13, 333C. Βλ. καί Κ. Μ. ΦΟΥΣΚΑ,  Ἡ ἀτομική προσευχή κατά τήν διδασκαλίαν τῶν Ἑλλήνων Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων μέχρι τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἀθῆναι 21982, σ. 277.
19. Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 62, PG 32, 184A: «Ἡ θυσία τῆς αἰνέσεως ἐν ποίῳ τόπῳ ταύτην προσφέρομεν ἤ ἐν τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ... ὥστε τό πνεῦμα τόπος ἀληθῶς τῶν ἁγίων καί ὁ ἅγιος τόπος οἰκεῖος τῷ πνεύματι ... ναός αὐτοῦ χρηματίζων».
20. Χ. Γ. ΣΟΥΛΤΣ, Ἡ βυζαντινή Λειτουργία. Μαρτυρία πίστεως καί συμβολική ἔκφραση, μετάφραση π. Δημήτριος Β. Τζέρπος, ἐκδ. «Ἀκρίτας», Ἀθήνα 1998, σσ. 128-130.
21. ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Ἱστορία ἐκκλησιαστική καί μυστική θεωρία, PG 98, 384B.
22. Ρωμ. 14, 17. Βλ. καί Α. ΣΜΕΜΑΝ, Ἡ λειτουργική ἀναγέννηση καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκδ. «Σηματωρός», Λάρνακα 1989, σ. 62.
23. Διάλογος ..., 128, PG 155, 336B.
24. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., 128, PG 155, 336C.
25. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., 129, PG 155, 337B.
26. Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν, ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 301.
27. Ματθ. 6, 6.
28. ΗΣΥΧΙΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Πρός Θεόδουλον λόγος ψυχωφελής περί νήψεως καί ἀρετῆς κεφαλαιώδης (πρόκειται γιά ἔργο ΗΣΥΧΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ), PG 93, 1481D.
29. Α΄ Κορ. 14, 19.
30. Ὅ.π., PG 88, 1133Α.
31. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Διάλογος…, 296, PG 155, 544D-545A. Βλ. καί Ν. ΣΚΡΕΤΤΑ, ὅ.π., σσ. 97-116· 211- 250. Π. Ι. ΣΚΑΛΤΣΗ, Ἡ παράδοση τῆς κοινῆς καί τῆς κατ’ ἰδίαν προσευχῆς …, σσ. 377-386.
32. Ἐφ. 5, 19-20: «πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευματικαῖς». Πρβλ. Κολ. 3, 16.
33. Πράξ. 2, 42.
34. Α΄ Κορ. 11, 18.
35. Ρωμ. 15, 6.
36. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΡΩΜΗΣ, Ἐπιστολή πρός Κορινθίους, Α΄, 40, PG 1, 288Α· 289Α.
37. Ψαλμ. 118, 164.
38. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Διάλογος …, 298, PG 155, 549C.
39. Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Κείμενα Λειτουργικῆς, τεῦχος Α΄, Ἀκολουθίαι τοῦ Νυχθημέρου, Θεσσαλονίκη 1994.
40. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Διάλογος …, 332, PG 155, 600Α. Βλ. καί Π. Ι. ΣΚΑΛΤΣΗ, «Ἡ θεολογία τῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ Νυχθημέρου», ἐν Λειτουργικές Μελέτες Ι, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2007, σσ. 160-161.
41. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Διάλογος …, 336, PG 155, 609Α.
42. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., 341, PG 155, 616D.
43. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., 343, PG 155, 620CD.
44. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., 306, PG 155, 557D.
45. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., 308, PG 155, 560C.
46. Εὐχή τοῦ ἁγίου Εὐστρατίου.
47. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., 309, PG 155, 568Β. Βλ. καί Π. Ι. ΣΚΑΛΤΣΗ, «Ἡ θεολογία τῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ Νυχθημέρου», ὅ.π., σ. 173.
48. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., PG 155, 565Β.
49. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., PG 155, 565D.
50. ΜΑΡΚΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ, ὅ.π., PG 160, 1180D.
51. Π. Ι. ΣΚΑΛΤΣΗ, «Ἡ θεολογία τῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ Νυχθημέρου», ὅ.π., σ. 174. Βλ. καί Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Χρόνος καί ἄνθρωπος, Θεσσαλονίκη 1992.
52. ΜΑΡΚΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ, ὅ.π., PG 160, 1181Β.
53. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., PG 155, 589Β.
54. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., PG 155, 552Β.
55. ΜΑΡΚΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ, ὅ.π., PG 160, 1181C. Βλ. καί Δ. ΚΑΒΒΑΔΙΑ (Ἱερομονάχου), Τό Ἅγιο Πνεῦμα στή θεία Λατρεία, Διπλωματική Ἐργασία, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 69. Στό Μεσώριον τῆς Γ΄ Ὥρας ἡ εὐχή κάνει λόγο γιά καθημερινή ἐμπειρία τοῦ ἡγεμονικοῦ Πνεύματος, ὥστε φωτιζόμενοι καί ὁδηγούμενοι ἀπ’ αὐτό νά τηροῦμε τίς θεῖες ἐντολές, νά ἐνθυμούμεθα τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους «καί μή τοῖς φθειρομένοις τοῦ κόσμου τούτου ἐναπατᾶσθαι τερπνοῖς», ἀλλά τῆς τῶν μελλόντων θησαυρῶν «ὀρέγεσθαι ἀπολαύσεως».
56. Ματθ. 27, 46· 50.
57. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., PG 155, 592D.
58. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., PG 155, 592C: «Τῆς ἐνάτης δέ οἱ ψαλμοί, τήν διά θανάτου Χριστοῦ καί τῆς νεκρώσεως τοῦ ἁγίου σκηνώματος αὐτοῦ ἡμῶν σωτηρίαν».
59. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., PG 155, 593Α.
60. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ὅ.π., PG 155, 593Α: «Καί ὅρα εὐταξίαν καί γνῶσιν εὐσεβῆ καί μεγίστην τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδή γάρ τό συνεχῶς κατά διαστήματα καί διακοπήν ὡρῶν τούς ὕμνους ἀναφέρειν, ὥς τινα ῥᾳθυμίαν τίκτει καί ἀκηδίαν, καί μάλιστα ταῖς τῶν ἀτελεστέρων ψυχαῖς, οἱ θεῖοι Πατέρες ἡμῶν, θείῳ κινούμενοι Πνεύματι, καλῶς τό ῥηθησόμενον ἐπενόησαν, ἅμα μέν καί πάσας κατά διαδοχήν γίνεσθαι τάς δοξολογίας προμηθούμενοι, ἅμα δέ καί ἀκηδίας καί ἀμελείας σοφῶς διορθούμενοι».
61. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Περί ἡσυχίας καί δύο τρόπων προσευχῆς, Φιλοκαλία, Δ΄, σ. 74.
62. ΝΙΚΗΤΑ ΣΤΗΘΑΤΟΥ, Φυσικῶν κεφαλαίων ἑκατοντάς. Περί τῆς τοῦ νοός καθάρσεως, Φιλοκαλία, Γ΄, σ. 316

 Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ
Ἀναπλ. Καθηγητῆ Α.Π.Θ.

πηγή :  Η ΟΔΟΣ
ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...