/*--

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Μιὰ καινοφανὴς ἡσυχαστικὴ πρόταση στὰ χρόνια τῆς μετανεωτερικότητας

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα καλεῖται νὰ διαλεχθεῖ μὲ τὴν πρωτοφανῆ σύγχυση τοῦ ἀνθρώπου μιᾶς παγκοσμιοποιημένης κοινότητας σὲ χρόνια ἀδιανόητης γιὰ τοὺς παλιότερους ἀμφισβήτησης καὶ τῶν πιὸ σταθερῶν ἀξιῶν καὶ δεδομένων τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἱστορίας. Ὁ Χριστός – Ἐκκλησία ἔρχεται, λοιπόν, νὰ «ξανασυζητήσει» μὲ τὸν ἄνθρωπο τῆς μετανεωτερικῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία συγκεντρώνει αὐτὸ τὸ βασικὸ χαρακτηριστικό: τὴν παράλληλη ἰσχὺ πολλαπλῶν ἰσόκυρων προτάσεων – ἀληθειῶν μὲ τὴν ταυτόχρονη καὶ φυσικῶς ἑπόμενη ἐξ αὐτοῦ ὑπονόμευση τῆς μοναδικῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία μας προσέρχεται σὲ ἕναν πολυεπίπεδο διάλογο, μέσα της καὶ ἔξω της, μὲ τὶς ἐσωτερικὲς θεολογικὲς καὶ ἐκκλησιολογικὲς (ἀντιφάσκουσες ἐν πολλοῖς) τάσεις της, μὲ ἑτερόδοξους καὶ ἀλλόθρησκους, μὲ ἄθρησκους, μὲ τὶς πολλὲς ταυτότητες τοῦ πλησίον τοῦ σήμερα. Καὶ εἶναι πάγια προϋποθετικὴ ἀρχὴ γιὰ τὴν ἐπιτυχῆ προσέλευση καὶ συμμετοχὴ στὸν κάθε διάλογο ἡ σταθερὴ συνείδηση τοῦ εἶναι, τοῦ σαφοῦς αὐτοπροσδιορισμοῦ τοῦ κάθε προσερχομένου σὲ διαλεκτικὲς συνάφειες. Ὁ μακρὺς αὐτὸς πρόλογος δὲν εἶναι τόσο ἐπουσιώδης ὅσο φαίνεται μὲ μία πρώτη ματιά. 

Ἡ Ὀρθοδοξία τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει σαφὲς πρόβλημα αὐτοσυνειδησίας καὶ τοῦτο δὲν εἶναι καλό. Μπορεῖ νὰ ἀρχίσαμε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὴ «βαβυλώνια αἰχμαλωσία» στὴν ὁποία μᾶς ἔριξαν τουρκοκρατίες, δυτικόφερτα προϊόντα εὐσέβειας καὶ δὲν συμμαζεύεται, ἀλλὰ ἔχουμε πολὺ δρόμο ἀκόμα. Τὸ παρήγορο εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς ἔστειλε στὶς μέρες μας μιὰ ἰσχυρὴ χορεία θεοφόρων Πατέρων, στοὺς ὁποίους, ἂν θὰ μᾶς ἐπιτρεπόταν ἡ ἔκφραση, προεξάρχει καὶ κατέχει πρωτεῖο τιμῆς (ὡς primus inter pares ἀνάμεσα στοὺς χαρισματούχους Γέροντες) ὁ ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Πέρα ἀπὸ τὶς χαρισματικὲς ἐπικυρώσεις ἐκ μέρους τῶν Πατέρων αὐτῶν τῆς ἀλήθειας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴ συνακόλουθη στήριξη τῶν χριστιανῶν στὴν πίστη, τὴν πανταχόθεν βαλλομένη μὲ δαιμονικὴ λύσσα, οἱ σύγχρονοι τοῦτοι Ἅγιοι ἔχουν κληροδοτήσει ἐν Πνεύματι στὴν Ἐκκλησία καὶ μία βαρύτιμη θεολογικὴ παρακαταθήκη. Ἐδῶ θὰ καταπιαστοῦμε μὲ μία πολὺ σημαντικὴ πτυχή της: τὸν Ἡσυχασμό. Πρόκειται γιὰ τὸ βαθιὰ δομικὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν, τὸ ὁποῖο ἄρχισε νὰ χάνεται ἀπὸ τὸν ὀπτικό μας πνευματικὸ ὁρίζοντα παρὰ τὴν ἀναβίωσή του μέσα ἀπὸ τὶς ἀνερχόμενες παλαμικὲς σπουδὲς τῶν πρόσφατων δεκαετιῶν. Τὸ πρόβλημα ἐπιδεινώνεται ἀπὸ τὴν ἀνοδικὴ ἀντιησυχαστικὴ τάση τῶν ἡμερῶν μας (βλ. τὴ λίαν ἐνδεικτικὴ περίπτωση τῆς σφοδρῆς πολεμικῆς τοῦ Στ. Ράμφου), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀδιόρατη, ἀσύνειδη ἴσως πολλὲς φορές, ἀπαξίωση τοῦ ἡσυχασμοῦ ἀπὸ κύκλους ἀκαδημαϊκῶν (προπαντός) θεολόγων καὶ λοιπῶν χριστιανῶν.

Τὸ ἀδυσώπητο, ὡστόσο, ρεῦμα τοῦτο τῆς ἐκκοσμίκευσης δὲν μπορεῖ νὰ ἀνακόψει τὸν χείμαρρο τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. 5:20), ὁ ὁποῖος μᾶς ξεχειλίζει μὲ τόση ἔνταση μέσα ἀπὸ ἁγίους σὰν τὸν π. Πορφύριο. Ὁ ἁγιορείτης ὅσιος ἦταν κατὰ βάση καὶ πρῶτα καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἕνας μεγάλος ἡσυχαστής. Τοῦτο μᾶς διαφεύγει κάπως, κοιτώντας περισσότερο τὰ ὁρατὰ ἀποτελέσματα τῆς ἡσυχαστικῆς ἀσκητικῆς τοῦ πατρός. Ἂς θυμηθοῦμε στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι ὁ ἴδιος χαρακτήριζε τὴ νοερὰ προσευχὴ «ἐργασία» του, ἀφήνοντας νὰ ὑπονοηθεῖ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα πὼς ἀνήκουν στὴν κατηγορία τῶν δευτερευόντων ἢ καὶ τῶν παρέργων. Μιὰ ἁπλή, ἐπίσης, ἀνάγνωση τῶν λόγων του (κυρίως μέσα ἀπὸ τὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο «Βίος καὶ Λόγοι», ἐκδ. Ἱ. Μ. Χρυσοπηγῆς Χανίων) μᾶς ἀφήνει ἔκπληκτους μὲ τὴν πληθωρικὴ ἀναφορά του στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀπὸ μόνο του μαρτυρεῖ τὴν προχωρημένη γεύση τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν νεοφανῆ ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἔτσι ἐνδεικτικά, μποροῦμε νὰ παραθέσουμε λίγα ἀποσπάσματα ποὺ δείχνουν ἀμυδρῶς τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος τῆς ἁγιοπνευματικῆς γνώσης τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν ἔνθεη ἐμμονή του στὸ θέμα τῆς Χάριτος: «ὅταν κάποιος ἔχει ἕνα πάθος, νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοῦ ρίχνομε ἀκτίνες ἀγάπης καὶ εὐσπλαγχνίας, γιὰ νὰ θεραπεύεται καὶ νὰ ἐλευθερώνεται. Μόνο μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ γίνονται αὐτά – Ἡ περιφρόνηση τοῦ κακοῦ πνεύματος γίνεται μόνο μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ – Ἐσεῖς λίγη προσπάθεια θὰ κάνετε. 

Παίρνομε ἕνα ἑκατομμύριο. Τὸ κόβομε κομματάκια. Παίρνομε τὸ ἕνα ἑκατομμυριοστό. Τὸ ἕνα ἑκατομμυριοστὸ τοῦ ἑκατομμυριοστοῦ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου ἡ προσπάθεια, λίγη δηλαδὴ διάθεση. Κινεῖσθε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ στὸ δευτερόλεπτο τοῦ δευτερολέπτου ἔρχεται ἡ θεία χάρις – Μόνο ἡ θεία χάρις μπορεῖ νὰ μᾶς ἀλλάξει. Ἐμεῖς τίποτα δὲν μποροῦμε μόνοι μας. Ἡ χάρις ὅλα θὰ μᾶς τὰ δώσει –Ἃν ἀγωνισθοῦμε, ἐρωτευθοῦμε τὸν Χριστό, τότε ἀποκτοῦμε τὴν θεία χάρι» (Βίος καὶ Λόγοι, 2007, σσ. 389, 318, 315, 312, 311).

Ἰδιαζόντως χαρακτηριστικὸς εἶναι σχετικὰ ἕνας διάλογος τοῦ Ἁγίου μὲ κάποιον Ἐπίσκοπο: 

«εἶχε ἔλθει ἕνας δεσπότης πρὶν ἀπὸ καιρὸ νὰ μιλήσομε. Λέγαμε γιὰ τὴν προσευχή. Τοῦ λέγω: – τί θὰ πεῖ νὰ προσευχόμαστε «ἐν ἁπλότητι καρδίας καὶ ἀφελότητι»; 

– Μὲ ἁπλότητα. 

– Τὸ καταλαβαίνεις αὐτό, Σεβασμιώτατε; 

– Τὸ καταλαβαίνω. 

– Ἔ, ἐγὼ δὲν τὸ καταλαβαίνω, εἶναι μυστήριο. Αὐτὸ γίνεται μόνο μὲ τὴν θεία χάρι» (Βίος, ὅ.π., σ. 255). 

Παρενθετικὰ νὰ σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι ἡ σύγχρονη θεολογία ἀγνοεῖ (συστηματικὰ ἢ ἐκ παραδρομῆς ἄραγε;) τὴν προσφορὰ τῶν σύγχρονων αὐτῶν ἁγίων, ἀφήνοντας γιὰ τοὺς μεταγενέστερους τὸ κοπιῶδες χρέος τῆς διεξοδικῆς προσέγγισης καὶ ἐντρύφησης στὴ διαχρονικό τους κληροδότημα. Παρὰ ταῦτα, οἱ κοφτερὲς θεολογικὲς ἐπισημάνσεις τοῦ ὁσίου πατρὸς ἔρχονται νὰ καθαιρέσουν τὴν καλπάζουσα νοησιαρχία καὶ τὴν ἀδιόρατη ἀπιστία, ποὺ παρεισφρέουν ἐν εἴδει συρμοῦ σήμερα τόσο στοὺς ἁπλοὺς πιστούς, ὅσο καὶ στοὺς θεράποντες τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης.

Τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ κατὰ συνέπεια γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἀξιομισθία τῶν ἔργων μας οὔτε οἱ ὅποιες ἀρετές μας. Εἶναι ἡ Χάρις. Καὶ αὐτὴ ἔρχεται διὰ τῆς ἡσυχαστικῆς ὁδοῦ καὶ τῶν Μυστηρίων. Ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὴ λησμονημένη καὶ ἀπαξιωμένη τούτη πνευματικότητα σήμερα – ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, ἀσύνειδα ἢ μὲ τεχνήεσσα πονηρία, μέσα στὴ χοάνη τῆς ἐκκοσμίκευσης καὶ στὴ βαβελικὴ ἔπαρση ἐκ τῶν «θαυμάτων» τῆς τεχνολογικῆς ἔκρηξης – δὲν πρέπει νὰ ἐννοοῦμε ἐξάπαντος καὶ μονάχα τὶς κορυφαῖες θεοπτικὲς ἐμπειρίες ἑνὸς Πορφύριου ἢ ἑνὸς Γρηγορίου Παλαμᾶ. Ὁ νέος ὅσιος ἦρθε νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἡσυχασμό – ὡς ὁδὸ θεώσεως – μέσα στὶς ἀγνωστικιστικὲς κοινωνίες τῶν ἐσχάτων, «προσαρμόζοντάς» τον στὰ νέα δεδομένα καὶ ἐπικυρώνοντάς τον χαρισματικῶς μὲ τὰ ἄπειρα θαύματά του καί, προπαντός, μὲ τὴν προσωπική του παραδειγματικὴ βιοτὴ ὡς πρὸς τὴν ἐν λόγῳ ἀσκητικὴ μέθοδο μέσα στὸ χάος τῆς Ὁμόνοιας καὶ ἑνὸς δαιμονόπληκτου κόσμου.

«Ἐξισώνοντας» μὲ τὶς διδαχὲς καὶ τὴ σύνολη ποιμαντική του λαϊκοὺς καὶ μοναχούς, ἔγγαμους καὶ ἄγαμους στὴν ἄσκηση τῆς μονολόγιστης εὐχῆς, βάδισε πρῶτος καὶ ἔπειτα ἔδειξε τὸν δρόμο αὐτόν, ἀποδεικνύοντας συνάμα τὴ δυνατότητα τοῦ ἐν λόγῳ κατορθώματος. Αὐτή, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἡ πεμπτουσία τῆς Ὀρθοδοξίας: μυστική, σταυρική, θαβώρεια, βιωματική, ἀναστάσιμη, μεταμορφωτική, πέρα καὶ μακριὰ ἀπὸ εὐσεβιστικοὺς συναισθηματισμοὺς καὶ ἀκτιβιστικὲς φαντασιώσεις, ἔξω ἀπὸ ἠθικισμούς, ἰδεοληψίες, νοησιαρχίες καὶ ἐκκοσμικευτικὲς ἀλλοιώσεις. 

Ἴσως θὰ ἀκουστεῖ κάπως περίεργο, ἀλλὰ ὁ τρόπος αὐτός, ὅπως μᾶς τὸν δείχνουν διαχρονικὰ οἱ Ἅγιοι, ὡς καὶ ὁ Πορφύριος, μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ κάλλιστα καὶ στὸ ἐκκλησιολογικὸ ἐπίπεδο. Ἡ ματαιοπονία, χρόνια τώρα, τῶν συνεδριακοῦ καὶ συμποσιακοῦ χαρακτῆρος διαθρησκειακῶν καὶ διομολογιακῶν διαλόγων, χωρὶς τὶς (ἡσυχαστικές) προϋποθέσεις τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἐμπειρίας, πιστοποιεῖ ἀναμφίλεκτα τὴν πλάνη ἀφενὸς τῶν ψιλῶν (θεολογο)συλλογιστικῶν προσπαθειῶν καὶ τῶν σχεδὸν σχολαστικῶν συζητήσεων καὶ ἀφετέρου τὸν ὀρθόδοξο μονόδρομο μιᾶς ἡσυχαστικῆς ἐκκλησιολογίας.

Ὁ ἡσυχασμός – προσευχητικός, ἀσκητικὸς καὶ εὐχαριστιακὸς τρόπος ἕνωσης μὲ τὸν Χριστό – δὲν εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ κάτι ἀπόκοσμο ἢ ἀναχρονιστικὸ καὶ παρωχημένο. Ὁ ὅσιος Πορφύριος, ὡς γνωστόν, ἀσχολήθηκε μὲ ἐπιστῆμες, τέχνες καὶ ἐφευρέσεις καὶ χαρακτηρίστηκε ὁ «ἅγιος τῆς τεχνολογίας». Καθιστώντας τὸν ἑαυτό του τύπο ὡς πρὸς τὴν πρακτικὴ προσαρμογὴ καὶ ρεαλιστικὴ ἐναρμόνιση τοῦ ἡσυχασμοῦ στὴ ζωὴ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καὶ τοῦ χριστιανοῦ τῶν ἄθεων σχεδὸν μετανεωτερικῶν κοινωνιῶν, δώρισε στὴ στρατευόμενη Ἐκκλησία τῶν ἐσχάτων, πέρα ἀπὸ τὴν ὑπερβατικὴ πιὰ ἄπλετη ἀρωγή του στοὺς ζῶντες, καὶ μία ἀνυπολόγιστη θεολογικὴ κληρονομιά, μιὰ ἐν Πνεύματι ἐπαναδιατύπωση τοῦ ἡσυχασμοῦ, καθὼς καὶ μία ὑπόμνηση τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δυνατότητας ἐπίτευξης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ ἁγιότητας. 

Δὲν μένει, λοιπόν, παρὰ νὰ ἐγκύψουν ἀπὸ τὴ μία οἱ θεολόγοι στὸν ἀμύθητο τοῦτο καταλειπόμενο πλοῦτο ἐκείνου καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας νὰ σαρκώσει τοῦτον τὸν ἁγιαστικὸ ὑπαρκτικὸ τρόπο μὲ πίστη, μὲ ἀγώνα καὶ μὲ θεῖο ἔρωτα, πάντοτε διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ μεγάλου

πηγή : πειραϊκή εκκλησία
ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...