/*--

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΣΕ ΦΥΛΑΚΗ...

Είναι πολλά χρόνια. Περισσότερα από είκο­σι πέντε. Ευρέθηκα στην ιστορική πόλι της Πε­λοποννήσου καί πρώτη πρωτεύουσα της Ελλά­δος, τό ευγενικό Ναύπλιο. Τό ενδιαφέρον, πού του δίνει ή ιστορία του από τους αρχαιότατους χρόνους, καί μάλιστα κατά τήν εθνεγερσία τοΰ 1821, καί τή γραφικότητα, πού παίρνει από τήν τοποθεσία του στον ήρεμο μυχό τοΰ 'Αργολικού κόλπου μέ τά καταγάλανα νερά του, - αυτή τή χαριτωμένη καί ιδιότυπη μικρή πόλη τή σκιά­ζουν δυό όγκοι φυσικοί, πέτρινοι, απότομοι. Βουνό τό ένα καί βράχος, όλόϊσα στημένος στην βορειοανατολική πλευρά τοΰ Άναπλιοΰ, μέ τά χίλια περίπου σκαλοπάτια του καί τις ντάπιες και τά φρούρια του, -τό Παλαμήδι- ρίχνει τή μελανή σκιά του, σχεδόν όλη τήν ήμερα, στην  εύγενικιά πόλη. Νησί τό άλλο, μικρό αλλά βρα­χώδες, μέσ' στό μυχό του ήρεμου Αργολικού, φρούριο σωστό με τίς πολεμίστρες καί τίς ντά­πιες του κι αυτό, -τό Μπούρτζι- μελανιάζει με τή βαρειά σκιά του τά ήρεμα καί ολόφωτα νερά τοΰ 'Αργολικού, - αντίθεση απαίσια και ανορθο­ γραφία χτυπητή στη χαρά της γύρω φύσης! 

'Αλλά γιά μένα, καί τό Παλαμήδι καί τό Μπούρτζι μοΰ ήσαν πιό απαίσια, από τό σκοπό, πού υπηρετούσαν! Τό Παλαμήδι ήταν ή πιό με­γάλη καί πιό αυστηρή φυλακή τοΰ Κράτους, πού στά υπόγεια καί σκοτεινά κελλιά του, έμεναν γιά πάντα έγκάθειρκτοι οί μεγαλύτεροι εγκληματίες, θανατηφόροι κι' ισοβίτες. Τό Μπούρτζι, μονάχο κι' ήρεμο καί σκοτεινό, έκλεινε στά σκοτεινά πηγάδια του, τίς πιό μισητές καί θλιβερές υπάρ­ξεις, πού καί ό θρΰλλος καί ή όψη τους προξε­νούσε φρίκη σ' όλους τους ανθρώπους, φυλακι­ σμένους καί ελεύθερους: τους μπόγηδες. Τους θα­νατηφόρους εκείνους εγκληματίες, πού, γιά νά σώσουν τό τομάρι τους, έδέχτηκαν θεληματικά νά μείνουν ισόβια φυλακισμένοι στό απαίσιο ε­κείνο φρούριο, καί νά κόβουν στην καρμανιόλα τά κεφάλια των συνανθρώπων τους θανατηφόρων, - παίρνοντας μάλιστα και μιά ασήμα­ντη καταραμένη αμοιβή γιά κάθε κεφάλι! 

Ησαν οί δήμιοι! . "Ετσι μού πίεζαν τήν ψυχή ιδιαίτερα τό Πα­λαμήδι καί τό Μπούρτζι! Μά κάτι μέ τραβούσε σέ επίσκεψη τους. Καί τά ιστορικά κ' επιστημο­νικά βέβαια διαφέροντα, πού είχα γι' αυτά, άλλα καί κάποια ιδιαίτερη συμπόνοια, πού αισθανό­μουν από μικρός γιά τους φυλακισμένους. Γιατί καί οι φυλακισμένοι, άνθρωποι σάν καί μας τους άλλους είναι, καί ή φυλάκιση είναι μιά δυστυχία αληθινή, δίκαια βέβαια γιά οσα κακά στό βίο τους έκαμαν - μά καί καμμιά φορά άδικη ή κι' αυστηρότερη αφ' ό,τι θά έπρεπε. "Ετσι, όπως κι' άν τό πάρης, ή επίσκεψη καί παρηγοριά τους -ε­κτός πού δίνει τόσα διδάγματα σ' εμάς τους 'ί­διους- αλλ' είναι καί καθήκον στοιχειώδες κι' α­παραίτητο, καί μάλιστα σέ κάθε Χριστιανό" γιατί παρηγορεί ανθρώπους δυστυχείς καί δίνει κουράγιο καί ανύψωση κ' ελπίδα σέ ρημαγμένες ψυχές καί σέ καρδιές φουρτουνιασμένες! ... Κι' αποφάσισα τήν άλλη μέρα νά ανεβώ στό Παλαμήδι. 

Ήταν 'Απρίλης. Ή πρωινή αΰρα λεπτή φυ­σούσε κ* έφερνε τό ελαφρό μϋρο των ανοιξιάτι­κων λουλουδιών κι* όλης της όργώσης ζωής τοϋ 'Αργολικού κάμπου. "Ετσι τά πρώτα σκαλοπάτια τοΰ Παλαμηδιοϋ τ' ανέβηκα άκοπα" μά από τή μέση κι* έπειτα, παρ' όλη τήν αντοχή μου καί τά νειάτα τοΰ καιροΰ εκείνου, ή κούραση άρχισε νά γίνεται αισθητή. Ευτυχώς, πού κάθε τόσο υπήρ­χαν καί χτιστοί εξώστες, σάν μικρές βεράντες, πού μπορούσε ό αναβάτης νά ξεκουραστή, απο­ ζημιωμένος σύγχρονα καί με τό υπέροχο θέαμα, πού τοΰ έδινε ή γύρω φύση, ό κάμπος ό 'Αργολι­κός, μαζί μέ τά γαλανά νερά τοΰ ομώνυμου κόλ­που. Ήταν αληθινό πανόραμα, σωστή ζωγραφιά, πού καί στά χείλη τοΰ πιό κρύου κι' αδιάφορου, έκανε άθελα νά έρχωνται τά λόγια τοΰ μεγάλου ποιητή καί βασιλέα - τοΰ Δαυΐδ: «Ώς έμεγαλόνθη τά έργα Σου, Κύριε»!... Κι' αυτά τά λόγια ψι­θυρίζοντας ευλαβικά κι* εγώ, έμενα πολλές ώρες  εκστατικός θαυμαστής της γύρω ομορφιάς καί καλωσύνης, πού εΐχε σκορπίσει γιά τους ανθρώ­πους τόσο πλούσια ό Πλάστης! 

'Αλλά τή χάρη αυτή θλιμμένη σκέψη ήλθε νά θολώση! Ό όγκος τοΰ Παλαμηδιοϋ από κοντά έγιγαντώνονταν καί μοϋ πλάκωνε τά στήθη, μέ τις σιδερένιες πόρτες καί τίς ντάπιες του, πού μέσα έρρεβαν, στό υγρό τους σκοτάδι, τόσοι δυστυχι­σμένοι άνθρωποι! Ώ, πόσο τραγική αντίθεση της δημιουργίας τοϋ Θεοϋ μας προς τά έργα τών αν­θρώπων! Τί ομορφιά καί τί χαρά έδημιούργησε ό Θεός γιά τους ανθρώπους, - καί πόση άσχημιά καί φρίκη έφτιαξε ό άνθρωπος γιά τόν εαυτό του καί τους συνανθρώπους του! Ώ, τήν αμαρτία!... Πόσο δυστυχισμένο κάνει 'κεϊνον, πού σκλαβώ­νεται σ* αυτή, πόσο μας αφαιρεί τίς χάρες καί τις ομορφιές, πού δημιούργησε ό Θεός γιά μας τά πλάσματα του.... Μ' αυτές τίς σκέψεις απορροφημένος, δέν κα­τάλαβα πότε έφτασα στην πρώτη πόρτα τοΰ Παλαμηδιοϋ. 'Ανοίχτηκε βαρειά καί σιδερένια αμέ­σως καί πολλές διατυπώσεις απαραίτητες δέν μ' έβασάνισαν, γιατί έτυχε νά είναι τότε φρούραρ­χος εκεί επάνω αγαπητότατος εξάδελφος μου, ό έφεδρος από τό Ναύπλιο ανθυπολοχαγός Η.Κ., πού λίγους μήνες έπειτα έπεσε -Θεός σχωρέσει τον!- σάν παληκάρι Ελληνόπουλο στά χιονι­σμένα τοΰ Μπιζανιοϋ υψώματα! 

Τοϋ είπα τό σκοπό μου. "Ητανε γιά νά ιδώ τό Παλαμήδι, νά τό μελετήσω, μά και νά δώ καί τις τρομερές του φυλακές καί τους φυλακισμένους, νά μείνω λίγο μέ αυτούς, καί νά τους πω δυό λό­για, αν μου τό επέτρεπαν. Μέ προθυμία καί χαρά ό καλός ξάδελφος μου δέχτηκε τήν επιθυμία μου. Κι' άφοΰ μαζί γυ­ρίσαμε μελετώντας όλο τό φρούριο κ' έθαυμάσαμε άπό κει 'πάνω ακόμη πιό μεγαλόπρεπο τό γύ­ρω θέαμα, πού τώρα αγκάλιαζε τόν Αργολικό ο­λόκληρο, μέ τά όμορφα νησιά του, κι' έφτανε στις άντικρυνές ακτές της Πελοποννήσου καί, πέρα βαθειά, αυτής τής 'Αττικής, - μ' επήγε έπει­τα νά ιδώ και τίς φυλακές καί τους φυλακισμέ­νους, αρχίζοντας άπό τίς «φυλακές τοΰ Αγίου Άνδρέα». Οί φυλακές τοΰ Αγίου Ανδρέα δέν ήταν πα­ρά ένα περιμάντρωμα ψηλό, μέ ντάπιες καί μέ πολεμίστρες, αν καλά θυμάμαι, σχεδόν στό κέ­ντρο τοΰ Παλαμηδιοΰ, προς τή βορεινή πλευρά του. Πήραν δέ τ όνομά τους άπό τό μικρό εκκλη­σάκι, πού ήταν στή μέση τής αυλής, καί πού τό- κτισε, σύμφωνα μέ τήν παράδοση, κατά τήν Επα­νάσταση τοϋ '21, ό Νικηταράς, κατά διαταγή τοϋ Κολοκοτρώνη. 

Γιατί ανήμερα τοΰ Αγ. Ανδρέου κυρίεψε ό Κολοκοτρώνης μέ τά παλικάρια του τό Παλαμήδι άπό τους Τούρκους, καί μάλιστα ε­κείνη τή ντάπια πρώτη, πού κτίστηκε κατόπιν τό εκκλησάκι. ... Οί βαρείες πόρτες τής φυλακής άνοιξαν καί οί φυλακισμένοι όλοι είχαν συγκεντρωθή, κατά διαταγή τοΰ Φρουράρχου στην αυλή, γιά τό κήρυγμα. Πολύ θλιβερό θέαμα μέ περίμενε! Προ­χώρησα στό εκκλησάκι γιά νά προσκυνήσω, μά μέσα άντίκρυσα τό λείψανο ενός φυλακισμένου' κι' ή θλίψη μου έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν έ­μαθα πώς ό νεκρός αυτός ήταν τό θΰμα συμπλο­κής, πού είχε γίνη τήν προηγούμενη ήμερα μετα­ξύ των φυλακισμένων! Έπάγωσα καί μέ συντρι­βή ζήτησα τό έλεος τοΰ Θεοΰ, αποφασισμένος νά μή μιλήσω. Τί νά πή κανείς καί τί νά κηρύξη μέ­ σα σέ τέτοια ζούγκλα, πού, σάν νά μή τους έφτα­νε ή δυστυχία τής φυλακής τους, σκοτώνονταν καί αναμεταξύ τους! Μά ή χάρη τοΰ Θεοΰ μ' ελέ­ησε καί έκρινα ότι γι' αυτό ακριβώς ήταν περισ­σότερη ανάγκη ν' ακουστή έκεΐ ό λόγος τοΰ Θε­οΰ! Γι' αυτό, καί όταν βγήκα άπό τό εκκλησάκι, ανέβηκα αμέσως στό πεζούλι πού τό έζωνε, καί  με τόνο αδελφικό είπα ό,τι ό Θεός με φώτισε, λαμβάνοντας ως αφορμή τό νεκρό, πού ήταν μέσ' στην εκκλησία. 

Οί φυλακισμένοι άκουγαν με προσοχή, αν καί είπα δτι όποιος θέλει, ήταν ελεύθερος νά φύγη απ' τό κήρυγμα. "Εμειναν όλοι ακίνητοι, καί μόνον ένας, πού ήταν κράμα θλιβερό λεβεντιάς καί άγριωσύνης, έκοβε βόλτες πάρα Αέρα, μά σταμάταγε καί κάπου κάπου κι' άκουγε με αδια­φορία. Οί άλλοι όλοι ήτανε ικανοποιημένοι" μέ κάποια έκπληξη άκουγαν τά κηρυττόμενα, αλλά σ' όλων τά πρόσωπα μιά θλιβερή συγκίνηση ή­ταν ζωγραφισμένη. Νά ήταν αρχή αυτή συντρι­βής καί μετανοίας; Νά ήταν ανάμνηση τοΰ πρώ­ην βίου τους, τοΰ ελεύθερου; Νά ήταν έλεγχος σωτήριος της συνείδησης τους γιά τά εγκλήμα­τα, πού είχαν κάνη; Ποιος ξέρει τί ή χάρη τοΰ Θεοΰ ενεργούσε στά βάθη της ψυχής του καθε­νός από τους άκροατάς εκείνους.... 'Αλλά δέν πρόκειται εδώ ό λόγος γιά τή σωτή­ρια ενέργεια τοΰ λόγου τοΰ Θεοΰ επάνω στων αν­θρώπων τίς ψυχές, καί σέ εκείνες ακόμη, πού ό κόσμος μέ τό σκληρό ταρτουφισμό του, θεωρεί ο­ριστικά χαμένες! Πρόκειται γιά μιά έκπληξη πού  μ' έπερίμενε, ευθύς μετά τό κήρυγμα, γιά μιά σκη­νή πού μένει ακόμη χαραγμένη βαθειά κι' ευχάρι­στα μέσ' στην ψυχή μου, καί πού αισθάνομαι τήν υποχρέωση νά σας τήν 'πώ όπως έγινε. 

Μόλις κατέβηκα άπό τό πεζούλι τοΰ ναοΰ κι' έσκόρπισαν οί κατάδικοι στά κελλιά τους, μέ πλησιάζει ευγενικά ένας φυλακισμένος εξηντά­ρης καί μέ συστολή μοΰ κάνει τήν παράκληση, αν είχα τήν καλωσύνη νά περάσω στό κελλί του νά πάρω τόν καφέ, πού ήμουν κουρασμένος απ' τό κήρυγμα... Τόν περιστοίχιζαν πέντε-έξ συγκατάδικοί του, σάν κι' αυτοί νά ένωναν τήν παρά­κληση τους, -μά ήσαν τόσο ιλαρά καί ταπεινά καί ήμερα τά πρόσωπα τους,- πού δέν μπόρεσα νά επιμείνω στην πρώτη άρνηση μου. Ή άδεια ε­δόθη πρόθυμα απ' τή Διοίκηση των φυλακών και έπροχώρησα μαζί τους νά δοκιμάσω «τόν καφέ τον Παλαμηδιον», όπως οί ϊδιοι χαριεντιζόμενοι μοΰ έλεγαν στό δρόμο.... Μπήκα στό κελλί τοΰ πρώτου, πού μ' έκάλεσε. "Ενα κελλί λίγο μεγαλύτερο άπό τ' άλλα, αλ­λά καθάριο, τακτοποιημένο, ειρηνικό. Μά δέν ή­ταν μόνο αυτό... Εικόνες τοΰ Χριστού, της Πανα­γίας κι' άλλες έστόλιζαν τόν καθαρότατο τοίχο καί κάμποσα βιβλία, θρησκευτικά καί άλλα, ή­ σαν επάνω σ' ένα πολύ μικρό τραπέζι, - τό μονάδικό τοΰ κελλιοΰ εκείνου έπιπλο. Ή πρώτη πε­ριέργεια μου μετεβλήθηκε σε πραγματική έκπλη­ξη, σάν έβλεπα γύρω μου" κι' ή έκπληξη μου ε­κείνη μοΰ 'δίνε σιγά-σιγά ένα εύάρεστο συναί­σθημα γαλήνης κι* ηρεμίας, τόσο αναπάντεχο καί ξένο κι' απροσδόκητο μέσα σ' ένα κελλί των φυλακών βαρυποινήτου τοϋ Παλαμηδιοΰ! 

Ό καφές ήλθ' ευγενικά καί ή κουβέντα άρχι­σε δειλά-δειλά. Μιλούσα με τόν εξηντάρη, πού μ' έκάλεσε' μά καμμιά δεκαριά συγκατάδικοΐ του άλλοι καθισμένοι σταυροπόδι χάμω κι' άλλοι όρθιοι, -όλοι γαλήνιοι και ειρηνικοί- άκουγαν προσεκτικά. Μά τί ευλογία μ' έπερίμενε! Δέν ή­ταν ή πρόσκληση εκείνη στό κελλί απότοκος μό­νον της Ελληνικής φιλοξενίας, γιά νά μοΰ δώ­σουν τόν καφέ... μά ήτανε τό προϊόν ενός βαθύτε­ρου αισθήματος, μιας αναγέννησης ψυχών ευγε­νικών καί εκλεκτών! Γιατί όλοι 'κείνοι πού ήσαν στό κελλί, δέν είχαν σχηματΐση απλώς μιά παρέα ήσυχη καί ει­ρηνική. 'Αλλά -θαύμα αληθινό!- αποτελούσαν μιά αδελφότητα αληθινή, πού ζούσαν γιά τό Χρι­στό, πού έλάτρευαν τό Χριστό, πού έμελετοΰσαν κάθε μέρα τό Ευαγγέλιο Του καί πού ήσαν πραγματικά δοσμένοι στό Θεό καί Τόν υμνούσαν τα­ πεινά κι' ειλικρινά μέ προσευχές καί ψαλμωδίες! -Τήν πρώτη αφορμή στή νέα μου ζωή, άρχι­σε νά μοΰ διηγήται ό φυλακισμένος, πού μ' έκά­λεσε, τήν πρώτη αφορμή στή νέα μου ζωή, τήν πήρα άπό τό Λαμπάκη, τό γραμματικό της Βασί­λισσας της Όλγας, πού κάθε τόσο ερχόταν, άπό μέρους της, εδώ καί μας μοίραζε τό Ευαγγέλιο κι' άλλα θρησκευτικά βιβλία, καθώς κι' άσπρόρουχα. 

Αυτός, Θεολόγος ήταν, είπε στους φυλα­κισμένους δυό καλά λόγια, προτού μας μοιράση τό Ευαγγέλιο καί τ' άλλα τά βιβλία... Ό Θεός μ' έφώτισε, κι' άρχισα νά διαβάζω τό Ευαγγέλιο.... Δέν είχα ποτέ ένδιαφερθή γιά τή θρησκεία. Μικρός, πήγαινα στην Εκκλησία τίς μεγάλες μό­νο γιορτές μέ τους γονείς μου. Μά όταν μεγάλω­σα, έκοψα κι' απ' αυτή κι' έζοϋσα όπως οί περισ­σότεροι συγχωριανοί μου, μέρα μου καί νύχτα μου, χωρίς σκοπό, ώσπου τό έγκλημα μ' έφερε ε­δώ. Παπάς πού καί πού ερχόταν εδώ 'πάνω, νά μας λειτουργήση' κήρυγμα σπανιώτατο, γιά νά μή πώ καθόλου! Άνθρωπος νά μας επισκεφθή κανείς -εκτός άπό κανά οικείο μας-... καί μόνο τοΰ α­γίου 'Αντρέα, στή μνήμη τοΰ ναού, βλέπαμε κανάν άνθρωπο καί ακούγαμε καί κανά λόγο! Μά ή φυλάκιση μ' είχε λυγίση... Καί μόνο μένα; Κι' άλλους... Γι' αυτό μου φάνηκε κάτι, σάν είδα, πώς ή Βασίλισσα μας θυμήθηκε, αν κι' αγνώστους της, καί μας έστειλε βιβλία καί εσώρουχα' καί τά λό­για τοΰ Γραμματικού της, τοΰ Λαμπάκη, μου 'καναν μιά εξαιρετική εντύπωση! 

'Ρίχτηκα μέ τά μούτρα -εξακολούθησε ό φυλακισμένος συνομιλητής μου- ρίχτηκα μέ τά μοΰτρα στό διάβασμα των βιβλίων, πού μας μοί­ρασαν. Μέ τά λίγα γράμματα, πού 'ξέρα, στην αρχή λίγα καταλάβαινα' μά καί μέ κεΐνα τά λίγα ένοιωθα μιά ευχαρίστηση μέσα μου, πρώτα γιατί έσκότωνα τήν ώρα από τό αφόρητο εκείνο καθησιό της φυλακής" έπειτα, άκρες-μέσες, ένοιωθα ό­ τι γιά καλά πράγματα μιλούσαν τά βιβλία 'κεΐνα- Καί σ' ότι δέν καταλάβαινα, ζητούσα τή βοήθεια κανά-δυό συγκαταδίκων μου, πού έβλεπα δτι κι' αυτοί είχαν τήν περιέργεια νά διαβάζουν τά βιβλία, - κι' έδειξε δυό από τους παριστάμενους εις τόν κύκλο μας συγκαταδίκους. "Ετσι οι τρεις μας, χωρίς νά τό καταλάβουμε, ανταμώναμε συ­χνά καί διαβάζαμε τά βιβλία, καί μάλιστα τό Ευαγγέλιο, καί γίναμε σιγά-σιγά μιά ξεχωριστή παρέα, πού κάτι εσωτερικό τήν έσυνέδεε.... -Θεού δάκτυλος ήταν!... Έτόλμησα νά ψιθυ­ρίσω.... -Καί βέβαια Θεοϋ δάκτυλος ήταν! Επανέλα­βε θριαμβευτικά ό συνομιλητής μου, κ' έκινήθηκαν επιβεβαιωτικά τά κεφάλια των δυό παριστα­μένων καταδίκων, πού, όπως κατάλαβα, ήταν τά πρώτα μέλη της Ιεράς εκείνης συντροφιάς. Συνέχισε έπειτα σέ τόνο ταπεινής και ήρεμης χαράς: -'Από τότε ό Θεός μάς έλυπήθηκε καί πλού­σιες τίς ευλογίες του μάς έδωκε... 

Αισθανθήκα­με τήν ανάγκη νά μετανοήσουμε, ν' αλλάξουμε βίο, ν' ακολουθήσουμε τήν φωτεινή εκείνη καί ήρεμη ζωή, πού ή μελέτη μας μας έφανέρωσε... Φωνάξαμε τόν πνευματικό άπό τ' Άνάπλι, μέ τήν άδεια της Επιστασίας' έξωμολογηθήκαμε' καί νά έμεΐς, οί αμαρτωλοί, μπρος στην «'Αγία Θύρα», έπειτα άπό τόσα χρόνια, κοινωνήσαμε... Ώ τί καινούργιοι κόσμοι τότε, μετά τή Θεία Κοινωνία, μάς φανερώθηκαν! Τί χαρά καί τί α­γάπη στό Σωτήρα μας Χριστό αισθανθήκαμε! Καί πώς νοιώθαμε κ' οί τρεις μας άπό τότε τόν εαυτό μας σφικτά συνδεδεμένο μεταξύ μας. Έννοιώσαμε κι' οί τρεις μας ότι είμαστε αδελφοί, μά αδελφοί πνευματικοί, περισσότερο και βαθύ­τερα αγαπημένοι άπό τους σαρκικούς! ... Έστήριξε γιά λίγο τά μάτια του, ήρεμα και φωτεινά, στό χαμηλό ταβάνι τοΰ κελλιοϋ του. Κ' έπειτα έπρόσθεσε: - Άς εΐναι ευλογημένο τοΰ Θεού τό όνομα! 

Είναι δέκα περίπου χρόνια από τότε καί οί τρεις μας γίναμε δέκα, μέ μιά ψυχή καί μιά καρδιά, μ' ένα σκοπό και μέ μιά ζωή!... Έκτος άπό κείνους τους συγκρατουμένους μας, πού συμπαθούν τή συντροφιά μας! Γιατί όχι λίγοι, οί περισσότεροι άπό τους συναδέλφους μας στή φυλακή, πολλές φορές θέλουν τή συντροφιά καί τήν κουβέντα μας, κι' ευχάριστα, οσο 'μποροΰν κι ' αυτοί, α­κούν τίς συμβουλές μας... Οί άλλοι τράβηξαν τό δρόμο τους... Καυγάδες, συμπλοκές, φόνους κι' όλα τά κακά της φυλακής... Κι' άπ' αυτούς είναι καί κείνοι, πού έγινε κι' ό χθεσινός ό φόνος.... -Καί ή Διοίκηση των Φυλακών πώς βλέπει τήν ξεχωριστή αυτή παρέα; Ερώτησα.... -Στην αρχή μέ κάποια υποψία και παρακο­λούθηση. Γιατί δέν έλειπαν εκείνοι, πού, περισ­σότερο άπό άγνοια, μας έλεγαν ειρωνικά άλλοι κουτούς, κι' άλλοι «άλλούτερους, προτεστάντες»! Μά σιγά-σιγά είδαν τό φώς κι' έπείσθησαν πώς είμαστε ορθόδοξοι, όπως γεννηθήκαμε, στην πί­στη των πατέρων μας. Καί ή Διοίκηση κι' ή Εισαγγελία τώρα μ' ευχαρίστηση βλέπει τή νέα  μας ζωή' γι' αυτό, όπως καί βλέπετε, κάθε ευκο­λία μας παρέχει.... 

«Παράδεισος σέ φυλακή»! Σκεπτόμουν μέ βαθειά συγκίνηση σ' όλη εκείνη τή διήγηση! "Εκ­πληκτος γιά όσα άκουγα κι' οσα έβλεπα, ένοιω­σα, άλλη μιά φορά ακόμη, τήν καλωσύνη τοΰ Χριστού καί έδόξασα τή χάρη καί τήν ευλογία Του, πού έχει τή δύναμη τους ανθρώπους νά τους κάνη αγγέλους, τήν ταραχή καί θλίψη νά τή μεταβάλλη σέ γαλήνη καί χαρά, καί τή δυστυχία σ' ευτυχία άρρητη! «Παράδεισος σέ φυλακή», σκε­πτόμουν διαρκώς, γεμάτος, λέω, άπό ιερή συγκί­νηση... Γι' αυτό καί απορροφημένος άπ' τίς σκέ­ψεις μου, σύντομες μόνο απαντήσεις έδινα στις πολλές τους ερωτήσεις, πού διέκοπταν τή διήγη­ση εκείνη, περιμένοντας νά φωτισθούν, σάν δά­σκαλο, άπό μένα! ... Κι' όταν σηκώθηκα νά φύγω -γιατί δέν ή­θελα νά φύγω, κάτι μέ κράταγε στην ήρεμη καί άγια εκείνη ατμόσφαιρα- κι' ευλαβικά, τό επα­ναλαμβάνω, τους αποχαιρέτησα, μέ ξεπροβόδι­σαν όλοι μέ μιά φωνή: -Νά εύχεσαι και γιά μας, Διδάσκαλε! ... «Νά εΰχωμαι καί γιά σας»... σκεπτόμουν!  '

Αλλά τί νά ευχηθώ εγώ ό αμαρτωλός γιά σας, ψυχές αναγεννημένες μέ τή δύναμη τοϋ Θεοΰ, κι' ευλογημένες από τή χάρη Του! Τί νά ευχηθώ εγώ γιά σας, πού ζώ ελεύθερος, ναί! στην κοινωνία, αλλά στό βάθος εγώ, όπως καί τόσοι άλλοι ελεύ­θεροι πολίτες, είμαστε δούλοι καί δεσμώτες τρα­γικοί τών παθών καί τών αμαρτιών μας. Τί νά ευ­χηθώ γιά σας, τους φυλακισμένους, ναι! καί τους δεσμώτες, άλλα πού κοντά στό Χριστό πετύχατε, μιά γιά πάντα, τήν απελευθέρωση σας άπό τά βαρεία κι' αιώνια δεσμά της αμαρτίας καί της ένο­χης, καί είσαστε αληθινά ελεύτεροι, ωφέλιμοι στον εαυτό σας καί στους άλλους! ... "Εφυγα! Και με τίς σκέψεις αυτές κατέβαι­να τά ατελείωτα σκαλιά τοΰ απαίσιου εκείνου φρουρίου, τού Παλαμηδιοΰ, πού στά υγρά καί φοβερά του κελλιά ζούσε γαλήνια -ποιος νά τό φαντασθή!- μιά κοινωνία μικρή βέβαια καί άση­μη, αλλά πραγματικά ελεύθερη κι' ευτυχισμένη, ένας αληθινός Παράδεισος!

Ναί, αγαπημένε μου, φυλακισμένε αναγνώ­στη! «Παράδεισο σε φυλακή» μπορείς νά άρνηθής καί σύ δτι βρήκα στή σκοτεινή φυλακή τοϋ Παλαμηδιοΰ!;... Μά αυτό δέν γεννάει καί στή δική σου τήν ψυχή συλλογισμούς καί σκέψεις; Πα­ράδεισο, πού έκανε τή μαύρη ζωή τών κρατουμέ­νων εκείνων τού Παλαμηδιοΰ, φωτεινή καί χαρω­πή, γεμάτη άπό υψηλούς σκοπούς καί άπό ευτυ­χία θεϊκή; Κι* αυτό δέν φωτίζει καί τή δική σου τήν ψυχή καί δέν της δίνει ελπίδες χαρωπές; Φυλακισμένος είσαι, ναί, καί, σύ, αδελφέ μου. Καί υποφέρεις ασφαλώς στή φυλακή σου! 'Αλλά γιατί καί σύ, αδελφέ μου, τή φυλακή σου αυτή νά μή τήν κάνης καί σύ Παράδεισο; Θά μοΰ πής: Είναι δύσκολο! -Όχι ! Σοϋ απαντώ. Είναι δύσκολο, καί ϊσως καί αδύνατο, δταν στηρίξουμε τήν προσπάθεια μας αυτή στίς δικές μας μόνον τίς δυνάμεις, τίς ανθρώπινες, πού είναι ανίσχυρες καί περισσότε­ρες φορές ψεύτικες καί απατηλές. Μά, όταν λά­βουμε τήν απόφαση ν' ακολουθήσουμε τή ζωή τή Χριστιανική καί τό δρόμο τού Θεοΰ ειλικρινά' ό­ταν τήν απόφαση μας αύτη τήν εμπιστευθούμε μέ πίστη στό Θεό... "Ε! τότε, αγαπητέ μου, τά λοιπά δέν είναι δικά σου. Είναι έργο τοΰ Θεοΰ, τοΰ Πα­ντοδύναμου! Αυτός θά σέ δυναμώση νά πραγμα­τοποίησης τήν καλή σου απόφαση. Αυτός θά καθαρίση άπό τά εμπόδια τό δρόμο, πού άρχισες. Αυτός θά φωτήση και άλλους ακόμη νά σέ μιμη­θούν!  

 Ή θρησκεία του Χριστού μας αυτή τη δύνα­μη έχει αγαπητέ μου! Νά μεταβάλλη άκοπα καί τό μεγαλύτερο κακό σε καλό μεγάλο' τή δυστυ­χία σέ ευτυχία' τήν αδυναμία σε δύναμη' τήν κό­λαση σε πραγματικό Παράδεισο! Θυμήσου τόσα και τόσα περιστατικά τής θρησκείας μας, πού επιβεβαιώνουν τήν αλήθεια αυτή. Καί τί νά σοϋ πρωτοαναφέρω; Τήν προσευ­χή τής Εκκλησίας, πού έλυσε τά δεσμά τοΰ 'Απο­στόλου Πέτρου καί τόν ελευθέρωσε άπό τή φυλα­κή του; (Πράξ. κεφ. 12ον κ.λπ.). "Η τους αποστό­λους τού Χριστού, τόν Παύλο καί τόν Σύλα, πού τή σκληρή τήν άγρια φυλακή τους τήν είχαν με­ταβάλλη σέ Παράδεισο καί, γεμάτοι άπό γαλήνη καί χαρά, «υμνούν τόν Θεό», καί τή χαρά τους τήν μετέδωσαν όχι μόνο σ' όλους τους φυλακι­σμένους, πού, όπως αναφέρει ή Γραφή, ευλαβικά τους ήκουαν: «έπηκροώντο δε αυτών οι δέσμιοι», -μά καί σ' αυτόν τόν δεσμοφύλακα, πού μέ όλη του τήν οικογένεια επίστεψε αμέσως στό Χρι­στό; (Πράξ. κεφ. 16, στίχ. 25 κ.λπ.). Ή τόν ίδιο τόν 'Απόστολο τόν Παΰλο, πού, κατά τή δίχρονη στή 'Ρώμη φυλάκιση του, έκαμε τή φυλακή του κέντρο φωτεινό κηρύγματος πού τόσοι καί τόσοι, πλούσιοι και φτωχοί, μεγάλοι κι' άσημοι, φωτίστηκαν στην πίστη τού Χριστού καί βρήκαν τήν παρηγοριά τους καί τή σωτηρία τους; Κι' είναι ανάγκη ν' αναφέρουμε ακόμη καί τους δυσμέτρητους εκείνους μάρτυρες καί αγίους τής Εκκλησίας μας, πού, σέ σειρά ολόκληρη δυό χιλιάδων χρόνων καί έως σήμερα, μέ τήν πί­στη τους και τή ζωή τους τήν άγια, έκαμαν τή φυλακή τους παράδεισο αληθινό, πού τόν ζήλε­ψαν πολλοί καί άπό τους δεσμοφύλακες καί τους βασανιστές τους κι' έγιναν κι' αυτοί Χριστιανοί καί άγιοι; 

Γιατί, αδελφέ μου, και σύ, νά μή μιμηθής τους φυλακισμένους τού Παλαμηδιοϋ, πού σού α­νέφερα; Άνθρωποι ήσαν κι' αυτοί, σάν καί σένα. Τά μέσα καί τίς ευκολίες μάλιστα τίς έχεις περισσό­τερες σύ άπ' αυτούς. Ναί! Τότε τους φυλακισμέ­νους κανείς δέν τους πλησίαζε' περιφρονημένοι καί χωρίς παρηγοριά, ελυωναν στις υγρές τους φυλακές... Μά τώρα υπάρχουν καλοί άνθρωποι, πού σας θυμούνται' υπάρχουν σύλλογοι πού εν­διαφέρονται γιά σας' αυτή ή Εκκλησία μας φροντίζει , όσο μπορεί , γιά τους φυλακισμένους ό­λους και γιά σένα , καί ό,τι μπορεί κάνει γιά τήν παρηγοριά καί τη σωτηρία Σας! Κι ' αυτό ακόμα τό μικρό βιβλιαράκι , πού κρατάς στά χέρια σου καί τό διαβάζεις τή στιγμή αυτή , μπορεί με του Θεού " τή χάρη , νά σε βοηθήση γι ά νά πάρης τή σωτήρ α απόφαση νά πλησίασης τό Χριστό,.. . άρκεΐ νά τό θελήσεις καί επιδιώξεις.... 

Με αδελφική αγάπη Δ.Ι.Κ. 

Ή διήγηση αυτή είναι πραγματική ιστορία, πού εκτίθεται πιστά κι ' αληθινά , χωρίς καμμιά υπερβολή ή προσθήκη. 

 - Σημείωση εκδότου : Τό βιβλιαράκι αυτό βρέθηκε χωρίς χρονολογία εκδόσεως . Λόγω όμως της ωφελείας του εκδίδεται καί πάλι προς διδασκαλία όλων , ιδιαιτέρως όμως προς παρηγοριά των δοκιμαζόμενων συνανθρώπων μας στίς φυλακές. 

Πληροφορίες γιά αποστολή τοϋ τεύχους αυτού προς διανομή του σέ φυλακισμένους συνανθρώπους μας στό τηλ. : 2310212659.

* Ευτυχώς εδώ καί μερικά χρόνια τ' Άναπλάκι απαλλά­χτηκε από τό άγος εκείνο καί τή φρίκη, πού του δινε τό Μπούρτζι. Γιατί καταργήθηκε ή λαιμητόμος καί τό Μποΰρτζι, ελεύθερο πιά άπό δήμιους, έγινε σήμερα ενα συγχρονι­σμένο τουριστικό ξενοδοχείο, πού προσελκύει ξένους καί περιηγητές. 'Αλλά γιά μένα, πού τό πρόλαβα γιά φυλακή δημίων, μένει απαίσιο καί ζοφερό καί τ όνομά του ακόμη!

πηγή : 

         Ι.Ν. ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ 


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...