/*--

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

ΑΡΑΔΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ

Πού καταντήσαμε, όλοι οι φίλοι–άφιλοι! Να μελετάμε τόσο προσεχτικά, τόσο κακοπροαίρετα, κακόβουλα και σκωπτικά τις ζωές των άλλων, τις επιλογές τους, τις αποφάσεις τους, τα λόγια και τα έργα τους, ίσα για να μπορούμε να επισύρουμε προς αυτούς την πιο βαριά επίκριση και την πιο αναντίρρητη κατάκριση. Μια φιλία που γέμισε από τη «χαρά» (=χαιρεκακία) της πισώπλατης απόρριψης και καταδίκης, πώς μπορεί να λέγεται «φιλία»; Και πώς μπορεί αυτή μετά ν’ αντέξει στο δοκίμιο και στο τεστάρισμα του χρόνου, στις προσδοκίες που, ούτως ή άλλως, τρέφει γι’ αυτήν και μέσα σε αυτήν, καλώς ή κακώς, η καρδιά; 

Με την κατηγορία, τη συκοφαντία και την καταλαλιά στο φρόνημα, στα χείλη, στο λόγο, στο γράμμα και στο τηλεφώνημα, δεν κάνουμε τίποτα που να είναι αληθινό, όμορφο, «θετικό» και κυρίως θεάρεστο. Δεν είναι «κακό» που δεν μπορούμε να δώσουμε κατανόηση, ενθάρρυνση και ενίσχυση στον άλλον. Το άσχημο, το φαιδρό και το ανήθικο είναι που θέλουμε να συγχέουμε την υποστήριξη και τη συμπαράσταση με την υπονόμευση και τη συκοφαντία· το χάδι με το πετροβόλημα. Κάποιες σχέσεις που δεν βολεύουν τον κρυφό μας φθόνο, τις οδηγούμε μοιραία σε μια προμελετημένη δίκη που στήνει ο θιγμένος εαυτός μας. Το «δίκιο του εγωδίκαιου»! Η μία προδοσία ανατέλλει μετά την άλλη· και γι’ αυτό φως χαράς και ειρήνης δε βλέπουμε. Πόσο αδικούμε τους εαυτούς μας με όλη αυτή την υποκρισία και την πανουργία! Δεν γίνεται να μην αγωνιζόμαστε, κάθε ώρα και στιγμή, να μοιάξουμε του Θεού στην αγάπη Του και να πιστεύουμε κατά τ’ άλλα ότι είμαστε δικοί Του. 

Η Χάρη του Θεού μάς θέλει πέρα ως πέρα αληθινούς, ντόμπρους, ειλικρινείς, συγχωρητικούς και μακρόθυμους· η αγάπη μας να μην ισοδυναμεί ποτέ με τα κεριά και τα τάματά μας που αφήνουμε επιδειχτικά και προσποιητά· αλλά η αγάπη, που υποτίθεται ότι πρέπει να έχουμε, να αντιστοιχεί καρδιακά με την κατανόηση και τη συγχώρεση, την οποία, με τη δύναμη του Θεού, προσφέρουμε και σκορπούμε ολόθυμα προς τους άλλους· γιατί εμείς έχουμε πρώτοι απ’ όλους ανάγκη να θεραπευθούμε και ζήσουμε αυθεντικά· γιατί εμείς έχουμε ανάγκη και πόθο να μας αγγίξει επιτέλους το χέρι και το βλέμμα του Θεού· να αισθανθούμε πασίχαρεις την ελευθερία από αρχέγονες κακίες που δεν θέλουμε να υποψιαστούμε ότι υπάρχουν και ζουν μέσα μας. 

Και στην τελική, ο άπιστος ή ο «κακός» ο άνθρωπος, δεν είναι τόσο αυτός που αρνείται απροσχημάτιστα και απροκάλυπτα τον Θεό, όσο εκείνος που με κάθε του σπασμωδική έκφραση μισαδελφίας και κακότητας, αρνείται και προδίδει το συνάνθρωπό του, το φίλο του ή τη φίλη του, δίχως να σκεφτεί ότι ο άνθρωπος που προδίδει παραμένει η πιο αγαπημένη και προσφιλής εικόνα του Θεού, τόσο πολύ, όσο δεν μπορεί να φανταστεί από την πολλή του τύφλωση. Τι ωραία που κρυβόμαστε μέσα στην αμαρτία μας! Κι ας το «παίζουμε» ότι είμαστε έξυπνοι, διαβασμένοι, μορφωμένοι, λογάδες, τετραπέρατοι, που κάνουμε παρέα με «πνευματικούς» και δεν χάνουμε συνέδριο και ομιλίες των σοφών γκουρού του συστήματος της εποχής! Μιλάμε και σκορπούμε παντού δικαιολογίες και έξυπνες συγκαλύψεις, παιγνιδίσματα του μυαλού που υπηρετεί την εικόνα μας. 

Πότε θα νιώσουμε και θα πούμε σταράτα την αλήθεια; Ότι, πόσο καθόλου ή πόσο δύσκολα νιώθουμε την αμαρτία και τη ψευτιά μέσα μας. Μα εκείνος που νιώθει την αμαρτία του (και όχι την «ενοχή» που φοβάται ο κόσμος της ψυχολογίας και των ψυχολογούντων), μόνο αυτός μπορεί να νιώσει και να δει τον Θεό καθαρά και αισθαντικά μέσα του· Εκείνον τον Θεό που συγχωράει παντοτινά τα πάντα και τους πάντες. Μιλάμε εύκολα και άσκεφτα για την «αγάπη» του Θεού, αλλά αγνοούμε ή λησμονούμε ότι πρώτο ιδίωμα αυτής της «αγάπης», είναι η άφεση και η συγχώρηση. Αλλά εμείς αυτήν την άφεση την προσβάλλουμε και την φυγαδεύουμε από τη ζωή και την καρδιά μας, γιατί πλέον δεν έχουμε αμαρτίες, είμαστε αναμάρτητοι, είμαστε άπταιστοι, άπτωτοι, άσφαλτοι, αλάθητοι, ακέραιοι. 

Βγαίνουμε έξω στο δρόμο και ένα βαρύ κλίμα αφόρητα ασφυκτικό μάς πληροφορεί πολύ καλά ότι η Χάρη του Θεού μάς έχει αδειάσει προ πολλού τη γωνιά: ο ένας «πάπας» σκοντάφτει πάνω σε έναν άλλον «πάπα»· όλοι οι αλάθητοι, οι αλαζόνες, οι υπερήφανοι και αταπείνωτοι άνθρωποι, κάνουν έναν κόσμο, έναν πλανήτη, μια πόλη, ένα χωριό, μια συνοικία, μια γειτονιά, μια οικογένεια, μια φιλία, μια σχέση, μια συνύπαρξη που δεν προχωράει όσο θα θέλαμε γιατί τη στηρίξαμε στο «αναμάρτητο», στο «τέλειο» και στο «αλάθητο» του εαυτού μας. Και ύστερα, έρχεται φορτσάτη και ανένοχη η υποκρισία, η κατάκριση, η συκοφαντία, η καταλαλιά, η έχθρα, ο φθόνος, το μίσος, οι υπονομεύσεις, οι διχόνοιες, οι διαιρέσεις, οι μάχες και οι αποστάσεις για να σαρώνουν βίαια τη φτωχή και πάντα απορημένη ζωή μας.
Χωρίς τη Χάρη του Θεού, δεν μπορεί κανείς να δει την αμαρτία του. Όσο πιο πολύ πλησιάζει κανείς προς το Φως του Χριστού, τόσο πιο πολύ βλέπει και νιώθει την αμαρτωλότητά του και την πτωτικότητα του εαυτού του. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να λάβει και να νιώσει την άφεση του Θεού, αν δεν δει το σκότος του με το Φως του Χριστού. Μόνο με τη Χάρη της μετανοίας, μπορούμε να έρθουμε σε μεταμέλεια και να μετανοήσουμε. Και μετανοώντας, ελκύουμε την Χάρη που μας βοήθησε από πριν μυστικά να μετανοήσουμε. 

Με τη Χάρη και το Φως του Χριστού, βλέπουμε τις αμαρτίες και χαιρόμαστε γι’ αυτό παντοτινά και παραδεισένια. Γιατί με τη φωτιστική Χάρη Του, βλέπουμε τις αμαρτίες μέσα μας, αρχίζουμε να μετανοούμε καρδιακά, και να βαδίζουμε κατά Χάρη προς την απλησίαστη και ατελεύτητη αγιότητα του Χριστού και αρχίζει η καρδιά να αισθάνεται μέσα της το «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». 

Μόνο ο χαριτωμένος άνθρωπος του Θεού, μπορεί να βλέπει άλυπα και άθλιπτα τις αμαρτίες του. Γιατί η ατάραχη θέα των αμαρτιών του, τον οδηγεί στη γεύση και την εμπειρία της αφέσεως που δίνει ο Θεός. Και μόνο όποιος γευθεί αυτή την άφεση και τη συγχώρεση του Θεού, αυτός μπορεί να έχει χαρά και ελευθερία στη ψυχή και τη ζωή του…

π. Δαμιανός

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...