/*--

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Ὁ πόνος «ἡ ἀθέλητη θλίψη»

Κατά τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία ὁ πόνος, ἡ θλίψη, ἡ ἀσθένεια καί ἡ δοκιμασία εἶναι στοιχεῖα ἀνώτερα καί ἀπό τά τάλαντα, δηλαδή τά χαρίσματα τά ὁποῖα δίνει ὁ Θεός στόν κάθε ἄνθρωπο. Ἐν τούτοις οἱ ἄνθρωποι τῆς σημερινῆς ὑπερκαταναλωτικῆς, φιλόϋλης καί ταραγμένης ἐποχῆς μας ἀποστρέφονται τόν πόνο καί μισοῦν τήν ἀσθένεια, ἐνῶ ἀγαποῦν τό ἄμοχθο, τό ἄκοπο, τό εὔκολο καί τό ἀβίαστο. Εἶναι γεγονός πώς, ἄν γνωρίζαμε τό κέρδος καί τό ὄφελος τῶν μεγάλων πόνων τῆς ζωῆς μας, σίγουρα θά θέλαμε νά ὑποφέρουμε συνέχεια. Μάλιστα οἱ γνωστοί χῶροι τῶν μεγάλων πόνων, τά νοσοκομεῖα, τά ἄσυλα, τά σωφρονιστήρια, τά ψυχιατρεῖα, τά γηροκομεῖα, τά ὀρφανοτροφεῖα, θά ἦταν στή συνείδησή μας τόποι ἱεροί, χῶροι εὐλογίας, τόποι καθόδου τοῦ Θεοῦ καί ἀνόδου τοῦ ἀνθρώπου1.

Γιατί, ἡ δυστυχία τοῦ πόνου καί τῆς ἀρρώστιας κρύβει μιά ἀπέραντη εὐτυχία, ἡ ὁποία, ἄν ἀνακαλυφθεῖ, θά γεμίσει μέ χαρά τή ζωή μας, γι᾽ αὐτό ἀναφερόμενοι στόν πόνο καί στήν ἀσθένεια, εἶναι καλύτερο νά μιλούμε «γιά τό μυστήριο τοῦ πόνου». Ὑποφέρω σημαίνει ἀνέχομαι, ὑφίσταμαι κάτι κακό, δοκιμάζομαι, πάσχω, βασανίζομαι2. Γιά νά ὑποφέρει κάποιος, πρέπει νά ὑπάρχει πόνος, διότι κανείς δέν ὑποφέρει γιά τά εὐχάριστα τῆς ζωῆς, ἀλλά γιά τά δυσάρεστα. Ὁ πόνος, ἡ θλίψη, ἡ δοκιμασία, ἡ ἀσθένεια, εἶναι καταστάσεις πού ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά διώξει ἀπό τή ζωή του, νά τίς τοποθετήσει ἀπέναντί του. Ὡστόσο, συνιστοῦν κοινή μοῖρα στή ζωή μας, τόσο τήν βιολογική ὅσο καί τήν πνευματική3.

Ὁ πόνος ἤ «ἡ ἀθέλητη θλίψη»4, κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή5, ὡς γεγονός τῆς ἐγκόσμιας πραγματικότητας, ἀποτελεῖ συνέπεια τοῦ κακοῦ, τῆς παράχρησης τοῦ αὐτεξουσίου καί τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου6. Εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένος7 μέ τήν ἡδονή τῶν αἰσθήσεων, σύμφωνα μέ τόν ἱερό Πατέρα, ὁ ὁποῖος ὑπογραμμίζει, μέ λόγο πού δέν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση, ὅτι πόνος καί θάνατος συνδέονται ἄρρηκτα μέ τήν «παρά φύσιν» ἡδονή καί δέν εἶναι δυνατόν νά τά διαχωρίσει κάποιος, νά προβεῖ σέ υἱοθέτηση τῆς τελευταίας καί ἀπόρριψη τῶν ἄλλων. Ἐνδεικτικά σημειώνει: «Ἐξαιτίας τῆς παράλογης ἡδονῆς πού ἐπῆλθε στήν ἀνθρώπινη φύση, ἦρθε ἔπειτα ἡ κατά λόγον ὀδύνη μέ πολλά παθήματα, στά ὁποῖα καί ἀπό τά ὁποῖα ὑπάρχει ὁ θάνατος γιά νά ἀφαιρέσει τήν παρά φύση ἡδονή»8.

Καί συνεχίζει ὁ ἱερός πατήρ, ὡς ἑξῆς: «… βρίσκοντας ὁ ἄνθρωπος … ὅτι τήν κάθε ἡδονή τή διαδέχεται ἡ ὀδύνη, κατευθύνει ὅλη τήν ὁρμή του πρός τήν ἡδονή καί ὅλη τήν ἀποστροφή του πρός τήν ὀδύνη. Τήν πρώτη τήν ὑπερασπίζεται μέ ὅλη του τή δύναμη, ἐνῶ τήν ἄλλη τήν καταπολεμᾶ μέ ὅλο του τό ζῆλο, πιστεύοντας κάτι ἀδύνατο, ὅτι μέ τή μέθοδο αὐτή θά διαχωρίσει τή μία ἀπό τήν ἄλλη….τό πάθος ὅμως φαίνεται νά τόν κάνει ν’ ἀγνοεῖ ὅτι σέ καμία περίπτωση δέν ὑπάρχει ἡδονή χωρίς ὁδύνη»9. Συνεπῶς, ἡ ὀδύνη εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν ἡδονή, γι’ αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ὑπομένει καί νά ὑποφέρει τίς δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει, ὄχι μέ τό νά τίς δέχεται μαζοχιστικά, ἀλλά ἀναγνωρίζοντας, μέσῳ αὐτῶν, τή δυνατότητα νά προκόψει στήν ἐν Χριστῷ πνευματική ζωή του καί νά ἐπανατοποθετηθεῖ στή σχέση του μέ τό Θεό.

Ἄς μή λησμονοῦμε ὅτι ἐκεῖνος πού δέν ὑποφέρει, δέν ὑπομένει τό σταυρικό πόνο, ὅπως π.χ. ὁ δίκαιος Ἰώβ, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπολαύσει τά ἀγαθά τῆς ὑπομονῆς του10 καί νά βιώσει τή χαρά τῆς Ἀναστάσεως. Ἐξάλλου, ὁ Ἱερός Χρυσόστομος πολύ εὔγλωττα σημειώνει ὅτι ὑποφέρουμε καί ὑπομένουμε τίς δυσκολίες καί τόν πόνο, ἀφοῦ ἔχουν δοθεῖ ἀπό τό Θεό, «διά τήν ἑκάστου δοκιμήν καί τελείωσιν»11. Στή σκέψη μου ἔρχεται τούτη τήν ὥρα, ὁ λόγος τοῦ γέροντος Παϊσίου, ὁ ὁποῖος χαρακτήριζε τίς δοκιμασίες, τόν πόνο, τό θάνατο, ὡς «εὐλογίες»12 καί «εὐκαιρίες» πού δίνει ὁ Θεός γιά τή σωτηρία μας. Χαρακτηριστικά ἀνέφερε, μεταξύ τῶν ἄλλων, ὅταν κάποτε τοῦ ζητήθηκε νά μιλήσει γιά ἕνα πρόσωπο πού δοκιμαζόταν: «…Ὅταν οἱ ἄνθρωποι δέν καταλάβουν τό βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς, βασανίζονται καί μέ τίς εὐλογίες καί μέ τίς εὐκαιρίες πού δίνει ὁ Θεός γιά τή σωτηρία τους. Ἐνῶ ὅποιος τοποθετεῖται σωστά, ὅλα τά χαίρεται. Καί κουτσός νά εἶναι, τό χαίρεται! Καί νά μήν τοῦ κόβη πολύ, τό χαίρεται. Καί φτωχός νά εἶναι, τό χαίρεται»13.

Ὁ πόνος, ὅπως καί ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, δέν ἑρμηνεύεται μέ τήν ἀνθρώπινη λογική καί σοφία. Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἔφερε τήν Ἀνάσταση καί ὁ πόνος τοῦ σταυροῦ ἔδωσε τή θεραπεία στόν κόσμο. Μέ αὐτή τήν προοπτική, τό νά ὑποφέρει κανείς μέ χαρά καί ἑκουσιότητα, σημαίνει ὅτι ἐλευθερώνεται ἀπό τά δεσμά του. Ἡ ἀρρώστια στήν περίπτωση αὐτή γίνεται μέσο θεραπείας τῆς ψυχῆς14, ἡ ἴδια ἡ ἀρρώστια μεταποιεῖται σέ φάρμακο. Κι ὅπως δέν μπορεῖ νά βιώσει κανείς τή χαρά τῆς Ἀναστάσεως, ἄν προηγουμένως δέν γευθεῖ τό πικρό ποτήριο τοῦ θανάτου, ἔτσι καί στήν περί- πτωση τοῦ πόνου δέν μπορεῖ κανείς νά θεραπευθεῖ, ἄν προηγουμένως δέν περάσει τή διαδικασία τῆς ἑκούσιας καρτερίας, τῆς βιωματικῆς καί ἐλεύθερης ὑπομονῆς15.

Ὁ χριστιανός, μέσα ἀπό ἀλλεπάληλες δοκιμασίες, συνειδητοποιεῖ ὅτι τελικά τόν σώζει αὐτό πού τόν καταστρέφει. Οἱ θλίψεις καί οἱ δοκιμασίες, οἱ συμφορές καί οἱ ἀρρώστιες, οἱ ὁποῖες πέφτουν πάνω του ἡ μιά μετά τήν ἄλλη, μέ σκοπό νά τόν ἐξαφανίσουν, κυριολεκτικά τόν εὐεργετοῦν περισσότερο. Ἐπαναλαμβάνεται στή ζωή τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἡ παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη. Οἱ ληστές, ὅπως τόν διαβάτη, τόν ἐξαφανίζουν κινούμενοι ἀπό φθόνο καί μῖσος, τόν κτυποῦν ἀνηλεῶς μέ τήν ἀδικία, τή συκοφαντία, τίς ψευδεῖς ἐντυπώσεις, τούς πόνους, τίς ἀρρώστιες καί τόν ἀφήνουν «ἡμιθανῆ». Τότε ὅμως τόν ἀναλαμβάνει κάποιος καλός Σαμαρείτης πού τόν αἰσθάνεται δίπλα του καί θερμαίνεται ἀπό τήν ἀγάπη του. Καί τότε ἀποδεικνύονται εὐεργέτες οἱ πειρασμοί, πού θέλησαν νά τόν ἐξαφανίσουν, διότι τόν ἐλευθέρωσαν ἀπό τό ψεῦδος καί τήν ἀνθρώπινη ματαιότητα.

Ἐκεῖ πού ὁ χριστιανός ζεῖ τραγικές γιά τή ζωή του στιγμές καί νομίζει ὅτι ἐξαφανίζεται καί ἐκπνέει, τελικῶς ἀνακαλύπτει ὅτι ζεῖ καί ἀναπνέει. Χωρίς Θεό ὁ ἄνθρωπος χάνει τήν ἐλπίδα του καί τή χαρά του. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει πορεία ἐσχατολογική καί δέν προσδοκᾶ τήν Ἀνάσταση, ὁ πόνος τῆς παρούσας ζωῆς, οἱ θλίψεις, οἱ πειρασμοί, οἱ δοκιμασίες, τά ἄγχη, οἱ ἀσθένειες, οἱ ὀδύνες καί οἱ στεναγμοί γίνονται φορτία δυσβάστακτα, τά ὁποῖα τόν γονατίζουν, τόν κάνουν νά μελαγχολεῖ, τόν ἀπομονώνουν, τόν καταθλίβουν καί τόν νεκρώνουν πρόωρα. Ὁ πιστός εἶναι πάντα ἐλπιδοφόρος, ἐνισχύεται καί ἐνδυναμώνεται ἀπό τήν πίστη του καί τήν ἀφοσίωσή του στό Θεό, ὑποφέρει ἤ μᾶλλον ὑπομένει μέ χαρά καί ἐλπίδα ὅλα τά ὀδυνηρά16. Κι αὐτό ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, ἄν λάβουμε ὑπόψη τήν τάση πολλῶν χριστιανῶν μας σήμερα νά ὑπομένουν ἀναγκαστικά καί παθητικά τίς δοκιμασίες τους καί ἔτσι ὁ ἀγώνας τους νά εἶναι ἄγευστος καί δίχως προσωπική συμμετοχή.

Αὐτό πού πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι μας εἶναι ὅτι ὁ πιστός ἄνθρωπος τό σταυρό του τόν σηκώνει ἑκούσια, ἐνεργητικά καί μέ προσωπική συμμετοχή καί ζωντάνια17. Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ἕνας φτωχός καί ἄρρωστος νά ἔχει χαρά, ἐνῶ ἕνας πλούσιος καί ὑγιής νά εἶναι δυστυχισμένος. Πολύ σωστά ἔχει ἐπισημανθεῖ ὅτι: «Στόν παράδεισο θά δοῦμε ὅλους τούς καταφρονεμένους κι ἐμπερίστατους, τούς στερημένους ὑγείας, δύναμης κι εὐρωστίας νά τρέχουν μπροστά μας ἀνακαινισμένοι. Τά ἀνάπηρα παιδάκια θἆναι λαμπροφόρα ἀγγελούδια»18. Ἡ μόνη διέξοδος γιά τόν ἐξαρτημένο ἀπό τήν ἡδονή ἄνθρωπο εἶναι ἡ προσκόλληση στό Χριστό, τό Δημιουργό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Μονάχα κάτω ἀπό τήν προοπτική αὐτή μπορεῖ ὁ χριστιανός νά δέχεται τή στέρηση τῆς ἡδονῆς καί νά ὑπομένει τήν ὀδύνη, ἀκόμη καί στήν περίπτωση πού ἡ τελευταία συνδέεται μέ τό θάνατο.

Διότι μονάχα ἡ ἀληθινή χαρά ἔχει τή δυνατότητα νά ὑπερβεῖ τίς αἰσθήσεις καί τά αἰσθητά. Ἡ πρόταση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας δέν συνιστᾶ οὐτοπία, δέν περιορίζεται σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, στό θεολογικό ἐπιστητό. Εἶναι ἔκφραση τοῦ βιώματος καί τῆς ἐμπειρίας της, ὅπως ἐντοπίζεται στή μαρτυρική τελείωση τῶν ἁγίων μας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τά πρότυπα τῆς καρτερικότητας στίς θλίψεις, στίς διώξεις καί στό θάνατο. Ποιός μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει ὅτι οἱ διώξεις καί τά βασανιστήρια τῶν ἁγίων, μαρτύρων καὶ νεομαρτύρων, δὲν ἐντάσσονται στήν προοπτική αὐτή; Ἐνώπιον αὐτῶν οἱ μάρτυρες καί νεομάρτυρες ἐπιδεικνύουν ἀπαράμιλλη καρτερικότητα καί ὑποφέρουν σέ τέτοιο βαθμό, πού ξενίζει τό σημερινό κοσμικό ἄνθρωπο ἡ σχετική ἀναφορά. Ὅλα αὐτά εἶχαν ἕνα καί μοναδικό σκοπό ἀπό μέρους τῶν νεομαρτύρων τῆς πίστης μας: τή συνάντηση καί ἕνωση τοῦ πρός τό μαρτύριο πορευομένου χριστιανοῦ μέ τόν «ἀρχιμάρτυρα» Ἰησοῦ Χριστό.

Ἡ συναναστροφή καί ἡ ἐπιθυμία συνάντησης μέ τό Χριστό, εἶναι ἐκείνη πού ἀλλοιώνει τό μάρτυρα καί τόν ἐνδυναμώνει, ὥστε νά ὑποφέρει ἀγόγγυστα τό μαρτύριο καί νά ὑπομένει τόν πόνο, πού ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης σωματικῆς ἀντοχῆς. Ἑπομένως, ἡ προσήλωση στό Χριστό θωρακίζει κατάλληλα τούς μάρτυρες ἀλλά καί κάθε χριστιανό, ὥστε νά ὑποφέρει τίς δοκιμασίες καί νά ὑπομένει τίς θλίψεις. Παράλληλα ἐξαλείφει τό φόβο τοῦ θανάτου καί ὁ πόνος μεταποιεῖται σέ χαρά. Ἡ εὐαγγελική διατύπωση: «ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται»19, δέν εἶναι οὐτοπική ἤ ἐξουθενωτική. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διατυπώνει μέ σαφήνεια ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος, μολονότι μᾶς δίδει τίς δοκιμασίες γιά τόν ἔλεγχο τῆς πνευματικῆς μας ἑτοιμότητας καί τήν προαγωγή μας στήν πορεία τῆς τελειώσεως, μᾶς παρέχει καί τή δύναμη γιά νά τίς ὑπομείνουμε, ἐφόσον προσηλώσουμε τή σκέψη καί τή ζωή μας σέ Ἐκεῖνον. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἀκόλουθη, παραφρασμένη, διατύπωση ἀπό τήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή: «ὁ Θεός,… οὐκ ἐάσει ἡμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δυν(άμεθα), ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑπενεγκεῖν»20.

Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μακαρίου Γρινιεζάκη

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μωϋσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου, «Ὁ Ἅγιος Πόνος, Μαθητεία στήν ἐπίσκεψη τοῦ πόνου στή ζωή μας», Ἔκδοση Κέντρου Βιοϊατρικῆς Ἠθικῆς καί Δεον- τολογίας, Ἀθήνα 2005, σελ. 22.
2. «Σύγχρονον Λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης», Ἐπιτροπή Φιλολόγων, Ἐκδόσεις Ἄτλας, Ἀθήνα 1960, στό λήμμα ὑποφέρω.
3. Ματζαρίδη Γεωργίου, «Χριστιανική Ἠθική», Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, 4η Ἔκδοση, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 491.
4. Γιά τή νοσογραφία τῆς θλίψης, τῆς λύπης, καθώς καί τή θεραπευτική τους, βλέπε: Jean C. Larchet, «Ἡ θεραπευτική τῶν πνευματικῶν νοσημάτων. Εἰσαγωγή στήν Ἀσκητική παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τ. Α΄, Μετάφραση Χ. Κούλας, Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας, 2η Ἔκδοση, Ἀθήνα 2009, σελ. 299-314· τοῦ ἴδιου, ὅ.π., τ. Β΄, σελ. 270-299.
5. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, «Ἑκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων», (6, 3), Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Β΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, 3η Ἔκδοση, Ἀθήνα 1991, σελ. 216.
6. Γεωργίου Μαντζαρίδη, ὅ.π., σελ. 493.
7. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, «Πρός Θαλάσσιον», PG 90, 628BC.
8. Ὅ.π., σελ. 215 § 35.
9. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, ὅ.π., σελ. 157 § 53.
10. Ἰώβ 42, 10-12.
11. Ἀρχιμανδρίτου Νικολάου Ἰωαννίδη, «Ἡ ἀνθρώπινη ἀσθένεια καί ὁ πόνος στήν Πατερική Θεολογία», «Ἡ ὑγεία καί ἡ ἀσθένεια στή Λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας», Πρακτικά Ι΄ Πανελλήνιου Λειτουργικοῦ Συμποσίου στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων (Βόλος, 20- 22/10/2008), Ἐκδόσεις Κ.Ε.Ε.Μ.Υ.Ε.Ε., Σειράὰ: Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 21, Ἀθῆναι 2009, σελ. 99.
12. Ἀνωνύμου, «Γέρων Πορφύριος – Γέρων Παΐσιος: Δοκιμασίες – Ἀρρώστιες: ψυχικά νοσήματα – καρκίνος – ἀναπηρία. Ἡ ἀντιμετώπισή τους καί τό βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς», Ἐπιμέλεια: Α. Μαυροκέφαλου, Π. Φαγγελάκη, Ἀλεξανδρούπολη 2011, σελ. 32.
13. Ἀνωνύμου, «Γέρων Πορφύριος – Γέρων Παΐσιος: Δοκιμασίες – Ἀρρώστιες: ψυχικά νοσήματα – καρκίνος – ἀναπηρία. Ἡ ἀντιμετώπισή τους καί τό βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς», Ἐπιμέλεια: Α. Μαυροκέφαλου, Π. Φαγγελάκη, Ἀλεξανδρούπολη 2011, σελ. 56-57.
14. «Τάς γάρ ἀρρωστίας, διά τήν ὑγείαν τῆς ψυχῆς ἐπάγει ὁ Θεός», Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Λόγος 5, Ἐκδόσεις Ἰ. Σπετσιέρη, σελ. 24.
15. Ματζαρίδη Γεωργίου, ὅπ. π., σελ. 494.
16. Μωϋσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου, «Ὁ Ἅγιος Πόνος, Μαθητεία στήν ἐπίσκεψη τοῦ πόνου στή ζωή μας», Ἔκδοση Κέντρου Βιοϊατρικῆς Ἠθικῆς καί Δεοντολογίας, Ἀθήνα 2005, σελ. 26.
17. Ἀρχιμανδρίτου Μακαρίου Γρινιεζάκη, «Παράκλησις τῶν Θλιβομένων», Ἐκδόσεις τό Παλήμψιστον, 3η Ἔκδοση, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 9 18. Μωϋσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου, ὅπ. π., σελ. 33. 19. Μαρ. 13, 13· Ματθ. 10, 22· 24,13. 20. Α΄ Κορ. 10, 13.

πηγή : Η ΟΔΟΣ
Τετραμηνιαία ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ρόδου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...