/*--

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

ΤΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ - Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ὅρια, εἶναι ἄνευ ὅρων. Ὅπως χαρακτηριστικὰ τονίζεται στὸν Διάλογο περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἡ θεία ζωὴ ἐνεργεῖται διὰ τῆς ἀγάπης καὶ ἡ ἀγαπητικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ὅρια1 . Ἔκφραση τῆς ἀπεριόριστης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τόσο ἡ δημιουργία τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅσο καὶ ἡ καθόλου ἱστορία τῆς θείας οἰκονομίας, μὲ ἀποκορύφωμά της τὴν ἐν σαρκὶ οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ· “οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον” (Ἰω. 3,16). 

Κατὰ μίμησιν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῆς οἰκονομίας Του οὔτε ἡ ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ὅρια. Ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους καὶ τοὺς δέχεται ὅλους χωρὶς διακρίσεις, ἰουδαίους καὶ ἕλληνες, δούλους καὶ ἐλευθέρους, ἄντρες καὶ γυναῖκες (Γαλ. 3, 28). Καμιὰ διάκριση ὁποιασδήποτε μορφῆς - φυλετική, ἐθνική, κοινωνική - δὲν ἔχει θέση στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, γιατὶ κάθε ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ κι ἑπομένως ἰσότιμος μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ προορισμένος νὰ καταστεῖ, ἐὰν τὸ θελήσει, κοινωνὸς θείας φύσεως (Β’ Πέτρ. 1, 4). Γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο προσεύχεται πάντοτε ἡ Ἐκκλησία γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο2 . Ἡ καθόλου λατρευτική της ζωὴ εἶναι μιὰ συνεχὴς προσευχὴ γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ τέτοια ὀφείλει νὰ εἶναι καὶ ἡ κατ᾿ ἰδίαν προσευχὴ κάθε πιστοῦ3

Συγκεκριμένη φανέρωση τῆς ἀπεριόριστης ἀγάπης τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ ἀγάπη τῶν ἁγίων της. Ἡ ἀγάπη τῶν ἁγίων, ὅπως ἐκφράζεται κυρίως στὴν προσευχή τους ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἀποκτᾶ ὄντως κοσμικὲς διαστάσεις. Στὴν καρδιὰ τοῦ προσευχομένου ἁγίου “συσσωρεύονται τὰ παθήματα ὅλου τοῦ κόσμου καὶ οὗτος μετὰ περιλύπου καρδίας προσεύχεται διὰ πάντας καὶ διὰ πάντα”. Ἡ ἀγάπη του περιπτύσσεται ὁλόκληρη τὴν κτίση καὶ τότε “συλλυπῆται μετὰ πάντων τῶν ἐστερημένων τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ”. Ἡ μετάνοιά του “ἀποβαίνει μετάνοια δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον, δι᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους”4 . Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες τολμοῦν νὰ προσεύχονται οἱ μεγάλοι ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου5

Πρόκειται γιὰ τὴν ἀγάπη ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει κάθε περιορισμὸ καὶ καθίσταται ἄπειρη, ὅπως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὴν ἀγάπη ἐκείνη, ἡ ὁποία μεταξὺ τῆς προσωπικῆς σωτηρίας καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἀδελφῶν προτιμᾶ τὴ σωτηρία τῶν ἀδελφῶν. Εἶναι ὄντως συγκλονιστικὸς τόσο ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: “ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα” (Ρωμ. 9, 3), ὅσο καὶ ὁ λόγος τοῦ Μωϋσέως μετὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ χρυσοῦ μόσχου ἀπὸ τοὺ ἰσραηλίτες καὶ τὴν ἀπονομὴ λατρείας σ᾿ αὐτόν: “εἰ μὲν ἀφεῖς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες· εἰ δὲ μὴ ἐξάλειψόν με ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας” (Ἐξ. 32,32)6 . Ἐνῶ ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας δὲν γνωρίζει κανένα περιορισμὸ καὶ καμιὰ ὁριοθέτηση, ἡ πίστη της εἶναι συγκεκριμένη. Εἶναι ἡ πίστη στὸν ἐν Τριάδι Θεὸ καὶ τὴν καθόλου οἰκονομία Του, ἡ πίστη στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν ἐν σαρκὶ οἰκονομία Του, ἡ πίστη στὸ “κύριον καὶ ζωοποιὸν” Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ πίστη “εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν”, ἡ πίστη στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴν “ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος”. 

Ἡ χριστιανικὴ ἀλήθεια δὲν κατανοεῖται ὡς μία ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλὰ κατανοεῖται σαρκωμένη στὰ δεδομένα τοῦ κόσμου τούτου. Ἀλήθεια εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀπεκάλυψε τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ μᾶς ἀπέστειλε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα7 . Ἀλήθεια εἶναι ὁ Τριαδικὸς Θεός, ὁ δημιουργὸς καὶ κύριος τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἱστορίας. Τὸ μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκατάληπτο καὶ ἀπροσπέλαστο, ἀλλὰ μᾶς φανερώθηκε μὲ τὴ Σάρκωση τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὲ τὸ ἔργο καὶ τὴ διδασκαλία, μὲ τὴ Σταύρωση, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ διαφυλάττεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀναλλοίωτο στὴν πίστη καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου “Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο” (Ἰω. 1,18). Ὁ Θεός, τοιουτοτρόπως, δὲν νοεῖται στὸν Χριστιανισμὸ ἀφηρημένα, δὲν νοεῖται ὡς τὸ ἀφηρημένο Ἀπόλυτο τῶν φιλοσόφων, ἀλλὰ ὡς ὁ Τριαδικὸς Θεός τῆς Ἀποκαλύψεως, ὁ Ὁποῖος “πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ... λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν Υἱῷ” (Ἑβρ. 1,1- 2)8 . Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς λογικῆς διεργασίας, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ προσωπικὴ κοινωνία μαζί Του, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὴ μόνο μέσα στὰ πλαίσια τῆς πίστεως καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Θεὸς κατὰ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση δὲν συλλαμβάνεται διὰ τῆς λογικῆς, ἀλλὰ ἀποκαλύπτεται καὶ ὁμιλεῖ “ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον” (Ἔξ. 33,11)9 . 

Συμφώνως πρὸς τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο “καθόσον γνωσθῆναι βουληθῇ παρ᾿ ἡμῶν ὁ Θεὸς, κατὰ τοσοῦτον καὶ ἀποκαλύπτεται· καθόσον δὲ ἀποκαλυφθῇ, ὁρᾶται παρὰ τῶν ἀξίων καὶ γινώσκεται”10. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ πίστη, ἑπομένως, τὸ ἐκκλησιαστικὸ δόγμα, ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ὅρια11. Δὲν πρόκειται, ὡστόσο, γιὰ ὅρια ποὺ στοχεύουν στὸν ἐγκλωβισμὸ τῆς ἀληθείας μέσα σὲ συγκεκριμένες θεωρητικὲς διατυπώσεις - ἄλλωστε ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀποκλείει ἐξ ὁρισμοῦ κάτι τέτοιο -, ἀλλὰ γιὰ τὰ ὅρια ποὺ χωρίζουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὸ ψέμα καὶ τὴ διαφυλάσσουν ἀπὸ τὴν ἀλλοίωση καὶ παραχάραξή της12. Εἶναι οἱ ὅροι τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι ὅταν ἀμφισβητήθηκαν ἔγιναν Ὅροι Συνόδων Οἰκουμενικῶν. 

Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ χρήση τῆς λέξεως «ὅρος» γιὰ τὶς δογματικὲς διατυπώσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὴ λέξη αὐτὴ δηλώνεται σαφῶς ὁ χαρακτήρας τῶν συγκεκριμένων δογματικῶν διατυπώσεων ὡς ὁριοθετήσεων τῆς ἀληθείας ἀπὸ τὸ ψέμα καὶ ὄχι ὡς ἐξαντλήσεως τῆς ἀληθείας σὲ κάποιες θεωρητικὲς προτάσεις. Ἄλλωστε, ὅπως προαναφέραμε, στὴν ἀλήθεια μετέχει κανείς, ὅταν εἶναι ἄξιος πρὸς τοῦτο, καὶ σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν ἀνάγεται σ᾿ αὐτὴν μέσῳ κάποιων θεωρητικῶν συλλογισμῶν. Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ δηλώνεται μὲ σαφήνεια στὸν «προσφωνητικὸν» λόγο τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου τονίζονται τὰ ἑξῆς σημαντικά: “Εἰ μὲν οὖν ἅπαντες τῷ τῆς πίστεως ἠρκοῦντο συνθήματι καὶ τῆς εὐσεβείας οὐκ ἐκαινοτόμουν τὴν τρίβον, ἔδει τοὺς τῆς Ἐκκλησίας μηδὲν τῷ συμβόλῳ προσεπινοεῖν εἰς ἀπόδειξιν· ἐπειδὴ δὲ πολλοὶ τῆς εὐθείας πρὸς τὰς τῆς πλάνης ἐξόδους ἐκτρέπονται, καινήν τινα πορείαν ἑαυτοῖς ἐπινοοῦντες τῷ ψεύδει, ἀνάγκη καὶ ἡμᾶς τοῖς τῆς ἀληθείας αὐτοὺς ἐπιστρέφειν εὑρέμασι καὶ ταῖς αὐτῶν ἐπινοίαις ἀντιτάττειν τὸν ἔλεγχον, οὔχ ὥς τι λεῖπον τῇ πίστει καινουργοῦντες ἀεὶ πρὸς εὐσέβειαν, ἀλλ᾿ ὡς τοῖς παρ᾿ ἐκείνων καινοτομουμένοις ἐπινοοῦντας τὰ πρόσφορα”13.  

Ἡ ὁριοθέτηση τῆς ἀληθείας ἀπὸ τὸ ψέμα καὶ τὴν πλάνη ἀρχίζει ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένου ὅτι τὸ σωστικό της μήνυμα δὲν ἔγινε καθολικῶς ἀποδεκτό, ἀλλὰ ἀντιμετώπισε ποικίλες ἀμφισβητήσεις καὶ κινδύνους, τόσο ἐσωτερικοὺς ὅσο καὶ ἐξωτερικούς. Ἤδη ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος συνιστᾶ σὲ κάθε εὐκαιρία ἐμμονὴ στὴν παραδεδομένη πίστη14 καὶ ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὶς ψευδεῖς παραδόσεις τῶν ἀνθρώπων15. Ἡ ἐμμονὴ αὐτὴ στὴν παραδεδομένη πίστη θ᾿ ἀποτελέσει τὸ θεμέλιο τῆς καθόλου ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς θεολογίας τοῦ συνόλου τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλες οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἐπαναλαμβάνουν μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο τὴν ἀκόλουθη θεμελιώδη ἀρχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς:  “οὐδὲν ἀφαιροῦμεν, οὐδὲν προστίθεμεν, ἀλλὰ πάντα τὰ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀμείωτα διαφυλάττομεν”16

Ὁ λόγος εἶναι προφανής: ἡ ἀληθὴς πίστη τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Χωρὶς αὐτὴν τὴ σωτηριολογικὴ διάσταση τῆς πίστεως εἶναι ἀδύνατο νὰ κατανοηθεῖ τόσο τὸ νέφος τῶν μαρτύρων τῆς χριστιανικῆς πίστεως, παλαιοτέρων καὶ νεωτέρων, ὅσο καὶ οἱ ἀτελεύτητοι ἀγῶνες τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῶν ποικίλων αἱρέσεων καὶ τῶν κάθε μορφῆς ἀλλοιώσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως καὶ ζωῆς. Ἡ πίστη τίθεται ὡς προϋπόθεση τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό:  “ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται” (Μκ. 16,16). Χωρὶς τὴν πίστη στὸν σαρκωθέντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀδύνατη17. Ὁ Κύριος θαυματουργεῖ συνήθως στὶς περιπτώσεις ἐκείνων ποὺ πιστεύουν πραγματικά, ὅτι μπορεῖ νὰ τοὺς θεραπεύσει. Ἡ φράση “ἡ πίστις σου σέσωκέ σε” ἐπαναλαμβάνεται πλεῖστες ὅσες φορὲς στὰ Εὐαγγέλια18, ἀφοῦ ἡ πίστη ἀποτελεῖ τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση, τόσο γιὰ τὴ σωματικὴ θεραπεία, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐὰν κανεὶς ἔχει πίστη, ἔστω καὶ “ὡς κόκκον σινάπεως”, τότε ὅλα εἶναι δυνατά19. Τόση μάλιστα εἶναι ἡ δύναμή της, ὥστε νὰ σωθεῖ ὁ συσταυρωθεὶς μὲ τὸν Κύριο ληστὴς καὶ νὰ καταστεῖ ὁ πρῶτος πολίτης τοῦ Παραδείσου (Λκ. 23, 39-43). Ἡ σημασία τῆς πίστεως, ὅμως, τονίζεται ὄχι μόνο στὰ Εὐαγγέλια, ἀλλὰ καὶ στὰ ὑπόλοιπα βιβλία τῆς Κ.Δ., ἰδιαιτέρως δὲ στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος ὡς Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἐπαναλαμβάνει σὲ κάθε εὐκαιρία, ὅτι “οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ” (Γαλ. 2,16).

Ἡ θέση αὐτὴ χαρακτηρίζει τὴν καθόλου διδασκαλία τοῦ Ἀπ. Παύλου, τονίζεται, ὅμως, μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση στὶς ἐπιστολές του πρὸς Ρωμαίους καὶ πρὸς Γαλάτας. Τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία ἡ ἀγάπη (Ρωμ. 13,10) καὶ χωρὶς αὐτὴν ἡ πίστη δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτα20, ὅμως ἡ ἀληθινὴ πίστη ἀποτελεῖ προϋπόθεση τῆς ἀληθινὴς ἀγάπης: “τὸ δὲ τέλος τῆς παραγγελίας ἐστὶν ἀγάπη ἐκ καθαρᾶς καρδίας καὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ πίστεως ἀνυποκρίτου” (Α’ Τιμ. 1, 5). Τὸ ἑνδέκατο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολῆς ἀποτελεῖ ἕναν ὡραιότατο ὕμνο τῆς πίστεως. Ἡ πίστη, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς “ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων” (11,1), παρουσιάζεται ὡς ἡ αἰτία ὅλων τῶν κατορθωμάτων τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι «χωρὶς ... πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι” (11,6). Ἡ πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ εἶναι, κατὰ τὸν Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, ἡ νίκη “ἡ νικήσασα τὸν κόσμον” (Α’ Ἰω. 5, 4). Μὲ ἀφετηρία τὴν περὶ πίστεως διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης κάνουν λόγο γι᾿ αὐτὴν καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τονίζοντας τὴ σημασία της γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Κάνοντας λόγο ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιὰ τὴν “ἐξ ἀρχῆς παράδοσιν καὶ διδασκαλίαν καὶ πίστιν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἣν ὁ μὲν Κύριος ἔδωκεν, οἱ δὲ ἀπόστολοι ἐκήρυξαν, καὶ οἱ πατέρες ἐφύλαξαν”, τονίζει, ὅτι “ἐν ταύτῃ ... ἡ Ἐκκλησία τεθεμελίωται, καὶ ὁ ταύτης ἐκπίπτων οὔτ᾿ ἂν εἴῃ, οὔτ᾿ ἂν ἔτι λέγοιτο Χριστιανός”21

Συνοψίζοντας τὴ μέχρι τὴν ἐποχή του διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας τονίζει μὲ σαφήνεια ὁ ἱερὸς Δαμασκηνός, ὅτι “ἐκτὸς ... πίστεως ἀδύνατον σωθῆναι· πίστει γὰρ πάντα, τά τε ἀνθρώπινα τά τε πνευματικά, συνίσταται”22. Μάλιστα ὁ ἅγιος Φώτιος ἐπισημαίνει, ὅτι ἀκόμη καὶ “ἡ μικρὰ τῶν παραδοθέντων ἀθέτησις” μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει καὶ στὴν πλήρη καταφρόνηση τοῦ δόγματος23. Στὴν ἴδια κατεύθυνση κινοῦνται καὶ οἱ νηπτικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζουν τὴν πίστη ὡς ἀρχικὴ ἀρετὴ καὶ θεμέλιο ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν. Ὁ ὅσιος Θαλάσσιος, ἐπὶ παραδείγματι, ἀναφέρει χαρακτηριστικῶς ὅτι “νοῦς ἀρχόμενος τὰ θεῖα φιλοσοφεῖν, ἀπὸ πίστεως ἄρχεται· καὶ διὰ τῶν ἐν μέσῳ διάγων, εἰς πίστιν πάλιν καταλήγει τὴν ἀνωτάτην”24. Ὁ δὲ ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθᾶτος τονίζει ὅτι “πασῶν τῶν ἀρετῶν προηγεῖται ἡ ἐνδιάθετος πίστις”25. Ὁ ἀπόλυτος αὐτὸς χαρακτήρας καὶ ἡ σαφέστατη σωτηριολογικὴ διάσταση τῆς δογματικῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλεται ἀναμφιβόλως στὸν ἐμπειρικό της χαρακτήρα. 

Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀποτελοῦν περιστασιακὲς καὶ σχετικῆς, ἑπομένως, σημασίας θεωρητικὲς διατυπώσεις κάποιων ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων ἢ κάποιων Συνόδων, οὔτε ἀσφαλῶς ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις, ἀλλὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἔκφραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας. Οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι κηρύττουν αὐτὰ ποὺ ἔζησαν οἱ ἴδιοι, αὐτὰ ποὺ εἶδαν καὶ ἄκουσαν· ὁμιλοῦν καὶ γράφουν γιὰ τὸν Λόγο τῆς ζωῆς, τὸν Ὁποῖο εἶδαν μὲ τὰ ἴδιά τους τὰ μάτια καὶ ψηλάφησαν μὲ τὰ ἴδιά τους τὰ χέρια (Α’ Ἰω. 1,1-4). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, προτοῦ ἀρχίσει τὴν ἱεραποστολική του δραστηριότητα, εἶδε τὸν ἀναστάντα Ἰησοῦ (Α’ Κορ. 15,8), τοῦ Ὁποίου τοὺς μαθητὲς μέχρι πρότινος ἐδίωκε. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ὁμιλοῦν καὶ γράφουν γι᾿ αὐτό, τὸ ὁποῖο ἔζησαν καὶ ζοῦν κάθε μέρα τῆς ζωῆς τους, γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου. Ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ γεγονότος διαφυλάσσεται στὴν Ἐκκλησία ἀκέραιη καὶ ἀμετάβλητη, παραδίδεται ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ καὶ ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση τοῦ ἀληθῶς θεολογεῖν. 

Γι᾿ αὐτὸ ὅλοι οἱ πιστοὶ ὀφείλουν ν᾿ ἀκολουθοῦν πιστὰ τ᾿ ἀχνάρια τῶν Ἀποστόλων καὶ ὅλων τῶν ἁγίων χωρὶς καμιὰ παρέκκλιση καὶ διαφοροποίηση. Κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐμπειρίας ἑνὸς πιστοῦ ἀποτελεῖ ἡ ἐμπειρία τῶν Ἀποστόλων καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, ἡ καθολικὴ δηλαδὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποτὲ δὲν ὑπέκυψε στὸν πειρασμὸ ὁποιασδήποτε μορφῆς σχετικοποιήσεως τῆς πίστεώς της, εἴτε ἀποδεχομένη δυνατότητα ἐξελίξεως τοῦ δόγματος, εἴτε κάνοντας λόγο γιὰ ἀποκάλυψη νέων ἀληθειῶν, εἴτε ἐπιτρέποντας ἀνάμιξη τῆς διδασκαλίας της μὲ στοιχεῖα ξένα πρὸς τὸν Χριστιανισμό, εἴτε προσαρμόζοντας τὸ θεολογικό της μήνυμα στὰ δεδομένα τῆς κάθε ἐποχῆς. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας ἦταν καὶ παραμένει ἡ ἴδια ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων μέχρι σήμερα. Ἡ ἀκριβέστερη διατύπωση καὶ πληρέστερη ἀνάπτυξη αὐτῆς τῆς πίστεως, ἀκόμη καὶ μὲ τὴ χρησιμοποίηση νέων ὅρων καὶ ἐκφράσεων, δὲν ἀποτελεῖ οὔτε ἐξέλιξη τοῦ δόγματος, οὔτε διατύπωση νέων ἀληθειῶν. 

Ἡ πίστη γιὰ νὰ διατυπωθεῖ χρειάζεται κάποιο ἐνδοκοσμικὸ ἔνδυμα κι αὐτὸ τὸ ἔνδυμα ἡ Ἐκκλησία τὸ λαμβάνει ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς κάθε ἐποχῆς. Οἱ νέοι ὅροι καὶ οἱ νέες ἐκφράσεις ὑφίστανται μιὰ διαδικασία ἀποδομήσεως26, ἀπαλλάσσονται ἀπὸ κάθε στοιχεῖο ξένο πρὸς τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία, ὥστε νὰ μποροῦν ν᾿ ἀνταποκριθοῦν στὸν σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο υἱοθετοῦνται: τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν σαφέστερη διατύπωση τῆς ὀρθῆς πίστεως. Κατὰ τὴν ἀποστολικὴ καὶ μεταποστολικὴ ἐποχή, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἡ καθιερωμένη γλώσσα τῆς διανοήσεως ἦταν ἡ γλώσσα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας. Φυσικὸ ἦταν, ἑπομένως, ἡ φιλοσοφικὴ ὁρολογία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ διαδραματίσει ἕναν ἰδιαίτερο ρόλο στὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ, κυρίως δὲ στὴ διατύπωση τῆς διδασκαλίας του. Ὅλ᾿ αὐτὰ δείχνουν πόσο ἀστήρικτη ὑπῆρξε ἡ ἰδέα τοῦ ἐξελληνισμοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως διατυπώθηκε ἀπὸ τὸν Adolf Harnack καὶ τὴ Σχολή του27, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουν τὶς δογματικὲς διατυπώσεις τῆς Ἐκκλησίας πολλοὶ προτεστάντες θεολόγοι28

Δείχνουν ἐπίσης πόσο ξένη πρὸς τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ ἀποδοχὴ δυνατότητος ἐξελίξεως τοῦ δόγματος, γεγονὸς ποὺ χαρακτηρίζει τόσο τὴ ρωμαιοκαθολική, ὅσο καὶ τὴν προτεσταντικὴ θεολογία. Ὁ λόγος ποὺ ὁδηγήθηκαν σὲ τέτοιες θέσεις εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ἐμπειρικῆς βάσεως τῆς θεολογίας καὶ ἡ ἄμεσα συνδεδεμένη μ᾿ αὐτὴν ἄρνηση τῆς διακρίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸν Θεό. Ἡ ἐμπειρικὴ βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας θεμελιώνεται, χωρὶς ἀμφιβολία, στὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸν Θεό. Χωρὶς τὴν ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς διακρίσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κοινὸ τόπο στὴ διδασκαλία ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας29, δὲν ὑπάρχει δυνατότητα ἀληθινῶν θεοπτικῶν ἐμπειριῶν καί, κατὰ συνέπειαν, χάνεται ὁ σύνδεσμος τοῦ δόγματος μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας. Ὅταν δὲ συμβεῖ κάτι τέτοιο, τότε ἀναπόφευκτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ δόγματα καταντοῦν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ὑπόθεση τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας καὶ εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο πλέον νὰ γίνει κατανοητὴ ἡ σωτηριολογική τους διάσταση. Τότε μπορεῖ νὰ μιλήσει κανεὶς καὶ γιὰ ἐξέλιξη τοῦ δόγματος καὶ γιὰ ἐξελληνισμὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ γιὰ ἀνάγκη ἀπαλλαγῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ δόγματος καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα. Ἡ ἀδυναμία συνεννοήσεως ἀνάμεσα στὴν ὀρθόδοξη καὶ τὴ δυτικὴ θεολογία σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο καὶ ἡ ἐπίμονη ἀπόρριψη τῆς διακρίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸν Θεὸ ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς θεολόγους δὲν εἶναι καθόλου τυχαία οὔτε καὶ μικρῆς σημασίας. 

Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐντοπίζεται μιὰ οὐσιαστικὴ διαφοροποίηση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ἀπὸ τὴ δυτική, ἴσως μάλιστα ἡ οὐσιαστικότερη, ἀφοῦ αὐτὴ βρίσκεται στὴ βάση ὅλων τῶν ἄλλων διαφοροποιήσεων. Πρόκειται, κατ᾿ οὐσίαν, γιὰ ἄρνηση τοῦ ἐμπειρικοῦ χαρακτήρα τῆς θεολογίας ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς θεολόγους. Οἱ συνέπειες τῶν δύο ἀντιθέτων θεολογικῶν κατευθύνσεων ἔγιναν φανερὲς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 14ου αἰῶνος στὰ πλαίσια τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων. Τὸ κεντρικὸ θέμα τῶν ἐρίδων αὐτῶν ἦταν ἀκριβῶς ἡ διάκριση μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸν Θεὸ καί, συνεπῶς, ἡ δυνατότητα ἢ ἡ ἀδυναμία πραγματικῆς μετοχῆς στὸν Θεό, πραγματικῆς κοινωνίας Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Τὸ κατ’ ἐξοχὴν πρόβλημα τῶν πολεμίων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν Ἡσυχαστῶν ἦταν ἡ ἄρνηση τῆς ἐμπειρικῆς βάσεως τῆς θεολογίας. Κατὰ συνέπειαν, θεολογοῦσαν μὲ τὶς προϋποθέσεις τῆς δυτικῆς θεολογίας, εἴτε τελοῦσαν ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐπίδραση τῆς σχολαστικῆς θεολογίας τῆς Δύσεως εἴτε ὄχι. 

Ἀπόδειξη τούτου ἀποτελεῖ τόσο ἡ προσχώρηση πολλῶν πολεμίων τῶν Ἡσυχαστῶν στὸν Ρωμαιοκαθολικισμό, ὅσο καὶ ἡ καταπολέμηση ὄχι μόνο τῆς θεολογίας, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀπὸ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία30. Ἀπαντώντας σ᾿ αὐτὴ τὴν πρόκληση ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἐξέφρασε μὲ αὐθεντικὸ τρόπο τὴ θεολογικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς, συνοψίζοντας τὴ θεολογία τῶν πρὸ αὐτοῦ μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ πρόβλημα ἀντιμετωπίστηκε μὲ τὶς τρεῖς ἡσυχαστικὲς Συνόδους, οἱ ὁποῖες ἔχουν σαφῶς οἰκουμενικὸ χαρακτήρα, ἀφοῦ ἐξέφρασαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὴν αὐθεντικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. 

Στὴ Δύση, ὅμως, τὸ πρόβλημα παραμένει, ἀφοῦ ἡ μὲν ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία ἐπιμένει νὰ κάνει λόγο γιὰ κτιστὴ χάρη καὶ νὰ ἀντιμετωπίζει τὴν παλαμικὴ θεολογία ὡς ἕνα εἶδος ὀρθοδόξου σχολαστικισμοῦ, τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ξεπεράσουν οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι, ὅπως οἱ δυτικοὶ θεολόγοι προπαθοῦν νὰ ξεπεράσουν τὴ σχολαστικὴ παράδοση τοῦ Μεσσαίωνος31, ἡ δὲ προτεσταντικὴ θεολογία παραμένει ἐξ ὁλοκλήρου ἐγκλωβισμένη στὶς προϋποθέσεις τῆς δυτικῆς θεολογίας καὶ ἀδυνατεῖ, ὡς ἐκ τούτου, παντελῶς νὰ παρακολουθήσει τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἴσως θά ᾿πρεπε κάποτε νὰ τεθεῖ ὡς πρωταρχικὸ θέμα ἡ διαφωνία αὐτὴ στοὺς οἰκουμενικοὺς Διαλόγους, ἀφοῦ ἀπὸ τὴ συμφωνία ἢ διαφωνία ἐπ᾿ αὐτοῦ κρίνεται οὐσιαστικῶς καὶ ἡ συμφωνία ἢ διαφωνία σ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες διαφορές. Γιὰ ν᾿ ἀναφέρουμε ἕνα μόνο παράδειγμα:  εἶναι χωρὶς σημασία ὁποιαδήποτε συμφωνία στὸ θέμα τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ὡς προϋπόθεση ἡ συμφωνία στὸ θέμα τῆς ἀκτίστου χάριτος τοῦ Θεοῦ. 

Προτοῦ ὁλοκληρώσουμε, θέλουμε νὰ ἐπαναλάβουμε καὶ πάλι μὲ ἔμφαση, ὅτι ἡ χριστιανικὴ ἀλήθεια ὡς ἐμπειρικὸ γεγονὸς δὲν ἐξαντλεῖται σὲ ὁποιεσδήποτε διατυπώσεις καὶ τὰ διατυπωμένα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχουν σαφῶς τέτοια πρόθεση. Ἡ γλώσσα τῆς θεολογίας εἶναι “σημαντικὴ” καὶ “δηλωτικὴ” καὶ σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν ἐξαντλεῖ τὴν ἀλήθεια. Ὡς ἔργο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συμβατικὴ καὶ οὐδέποτε ἀπόλυτη. Δηλώνει ὄχι τὴ φύση, ἀλλὰ τὸ εἶναι τῆς ἀληθείας32. Ἀπόλυτη δὲν εἶναι ἡ γλώσσα, διὰ τῆς ὁποίας ἐκφράζεται ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια, στὴν ὁποία μετέχει ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ἐμπειρίας, ὅσο τὸ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ὡς μετοχὴ στὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του ποτὲ δὲν εἶναι πλήρης γνώση Αὐτοῦ, κατανόηση δηλαδὴ τῆς οὐσίας Του, ἀλλὰ συνειδητοποίηση τῆς ἀπειρίας Του καὶ τῆς ἀδυναμίας κατανοήσεως Του. “Ἄπειρον οὖν τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον, καὶ τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία. Ὅσα δὲ λέγομεν ἐπὶ Θεοῦ καταφατικῶς, οὐ τὴν φύσιν ἀλλὰ τὰ περὶ τὴν φύσιν δηλοῖ”33. 

Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι, κατ’ οὐσίαν, συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας οὐσιαστικῆς γνώσεώς Του, ἀφοῦ “οἱ τοῦ θείου φωτὸς ἐν μεθέξει γενόμενοι, καθόσον εἰς γνῶσιν προκόπτουσι θείαν, εἰς ἀγνωσίαν μᾶλλον κατὰ ἀναλογίαν ἐμπίπτουσιν”34. Ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν εἶναι “ὅπερ ἐφαντάσθημεν, ἢ ἀνετυπωσάμεθα, ἢ λόγος ὑπέγραψεν”35. Γι᾿ αὐτο καὶ ἡ θεολογία ἔχει σαφῶς δοξολογικὸ χαρακτήρα. Δὲν εἶναι ἐνασχόληση μὲ τὴ φύση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δοξολογία τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ36. Ὡστόσο, ὅπως προανεφέρθη, ἡ διατύπωση τῆς πίστεως σὲ δογματικοὺς Ὅρους καθίσταται ἀναγκαία, ὅταν αὐτὴ ἡ πίστη ἀμφισβητεῖται. Οἱ δογματικοὶ Ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἡ καθόλου δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας λειτουργοῦν ὡς ἀσφαλιστικὴ δικλίδα, ὡς ὁριοθέτηση ἀπὸ τὸ ψέμα καὶ τὴν πλάνη. Κάθε προσπάθεια σχετικοποιήσεως τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ παρέκκλιση ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Οἱ δογματικὲς διατυπώσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς ἐκφράσεις τῆς Μιᾶς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς βεβαιωμένες στὴν καθολικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἀλήθειες πίστεως, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς παρουσίας καὶ ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελοῦν ὅρια αἰώνια, ὅρια ἀπαραβίαστα. Εἶναι τὰ ὅρια τῆς πίστεως τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραβιάσει χωρὶς συνέπειες.

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΒΟΣΚΟΥ

Σημειώσεις : 

1 “... κόρου δὲ τὴν ἀγαπητικὴν πρὸς τὸ καλὸν σχέσιν οὐ διακόπτοντος, ἡ θεία ζωὴ δι᾿ ἀγάπης ἐνεργηθήσεται, ἣ καλή τε κατὰ φύσιν ἐστὶ καὶ ἀγαπητικῶς πρὸς τὸ καλὸν ἐκ φύσεως ἔχει, καὶ ὅρον τῆς κατὰ τὴν ἀγάπην ἐνεργείας οὐκ ἔχει” (ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως 59, PG 46,96C-97Α). 
2 “Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου ... τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν” («Θεία Λειτουργία Ἰωάννου Χρυσοστόμου», ἐν: ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς  Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμ. Ι, Ἐν Ἀθήναις 1960², σ. 290). Σχολιάζοντας τὶς αἰτήσεις τῆς θ. Λειτουργίας ὁ ἅγιος ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ ἀναφέρει: “Μετὰ δὲ τούτων καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων φιλαγάθως δεήσεις ποιεῖσθαι, οὐ τῆς Ἐκκλησίας μόνον, καὶ τῆς βασιλείας, καὶ τῶν προστατῶν ἑκατέρων, καὶ τῶν ἐν κινδύνοις καὶ περιστάσεσι, καὶ συμφοραῖς ὄντων, ἀλλ᾿ ἁπλῶς ἁπάντων ἀνθρώπων τῆς οἰκουμένης ἁπάσης” (Ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας ΙΒ’, PG 150,396C). 
3 Ἀναφέρει χαρακτηριστικῶς ὁ ὅσιος ΝΕΙΛΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ στὸν Λόγο του περὶ προσευχῆς:  “Δίκαιον μὴ μόνον περὶ οἰκείας καθάρσεως προσεύχεσθαι, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ παντὸς τοῦ ὁμοφύλου, ἵνα ἀγγελικὸν μιμήσῃ τρόπον” (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τῶν ἱερῶν νηπτικῶν συνερανισθεῖσα παρὰ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἐν ᾗ διὰ τῆς κατὰ τὴν πράξιν καὶ θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καὶ τελειοῦται, Τόμος Α’, νῦν τὸ πέμπτον ἐκδιδομένη, Ἐκδοτικὸς Οἶκος “Ἀστὴρ” Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 1982, σ. 180). 
4 ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΑΧΑΡΩΦ, Περὶ Προσευχῆς, Μετ. Ἱερομ. Ζαχαρίου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1992, σ. 220, 227, 240. 
5 “Ἠρωτήθη πάλιν ... Καὶ τί ἐστι καρδία ἐλεήμων; καὶ εἶπε· καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζώων, καὶ τῶν δαιμόνων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος” [ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ, Λόγος ΠΑ’, ἐν: Ἰσαὰκ ἐπισκ. Νινευὶ τοῦ Σύρου, Τὰ εὑρεθέντα ἀσκητικά, Θεσσαλονίκη: Βασ. Ρηγόπουλος 1977 (ἀνατύπ. τῆς ἐκδ. τῆς Λειψίας), σ. 306]. Πρβλ. Γέροντος ΠΑΪΣΙΟΥ Ἁγιορείτου, Ἐπιστολές, Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 1994, σ. 84: “Οἱ Μοναχοί δέν προσεύχονται μόνο γιά τούς ζωντανούς καί γιά τούς πεθαμένους, ἀλλά ἀκόμη καί γιά τούς πιό δυστυχισμένους ἀπ᾿ ὅλους, τούς δαίμονες”.
6 Ἡ ἐμπειρία αὐτῆς τῆς ἄνευ ὁρίων ἀγάπης ἀποτελεῖ κριτήριο τῆς ἀληθινῆς ἁγιότητος. Μπορεῖ κανεὶς ν᾿ ἀναφερθεῖ σὲ πολλοὺς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στὰ μέτρα μιᾶς τόσο συγκλονιστικῆς ἐμπειρίας πόνου καὶ ἀγωνίας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Θ᾿ ἀναφερθοῦμε ὡστόσο μόνο στὸ σύγχρονο παράδειγμα τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Ἡσυχαστοῦ. Γράφει, λοιπόν, ὁ Γέρων Ἰωσὴφ σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του:  “ποῖος ἤθελεν εἶναι πλησίον μου νὰ ἤκουε τὰς εὐχάς μου, τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας μου· νὰ ἔβλεπε καὶ τὰ δάκρυα ὅπου χύνω ὑπὲρ τῶν ἐμῶν ἀδελφῶν; Ὅλην τὴν νύκτα προσεύχομαι καὶ φωνάζω· ἢ σῶσε τοὺς δούλους σου Κύριε, ἢ καὶ ἐμένα σβῆσε· δὲν θέλω Παράδεισον!” (Γέροντος ΙΩΣΗΦ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς Ἐμπειρίας, Ἅγιον Ὄρος 1985³, σ. 233). Πρβλ. «Μαρτύριον τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου» Ι, PG 5,1029Β: “Ἀγάπης γὰρ ἀληθοῦς καὶ βεβαίας ἐστί, μὴ μόνον ἑαυτὸν θέλειν σῴζεσθαι, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἀδελφούς”. 
7 Παραθέτουμε τοὺς σχετικοὺς συγκλονιστικοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς: “Ἡ ζωὴ ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀλήθεια ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἥλιος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ σύμπαντα χωρὶς Αὐτόν, - ὅλα εἶναι τρομερὰ ἀνοησία, ἀνυπόφορον μαρτύριον, σισύφειον βάσανον, κόλασις! Δὲν θέλω οὔτε τὴν ζωήν, οὔτε τὸν θάνατον ἄνευ Σοῦ, Γλυκύτατε Κύριε! Δὲν θέλω οὔτε τὴν ἀλήθειαν, οὔτε τὴν δικαιοσύνην, οὔτε τὸν παράδεισον, οὔτε τὴν αἰωνιότητα. Ὄχι, ὄχι! Ἐσένα μόνον θέλω, Ἐσὺ μόνον νὰ εἶσαι εἰς ὅλα, ἐν πᾶσι καὶ ὑπεράνω ὅλων! ... Ἡ ἀλήθεια, ἐὰν δὲν εἶναι ὁ Χριστός, δὲν μοῦ χρειάζεται, εἶναι μόνον μία κόλασις. Τὸ ἴδιον εἶναι κόλασις καὶ ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἡ ἀγάπη, καὶ τὸ ἀγαθόν, καὶ ἡ εὐτυχία· καὶ αὐτὸς ὁ Θεός, ἐὰν δὲν εἶναι ὁ Χριστός, εἶναι κόλασις” (ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος. Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, Μετάφρασις Ἀθανασίου Γιέβτιτς, Ε’ Ἔκδοσις, Ἐκδοτικὸς Οἶκος “Ἀστὴρ” Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 1987, σ. 114-115). Πρβλ. π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ, Ὁ Θεός, ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος. Εἰσαγωγή στήν Ὀρθόδοξη Δογματική Θεολογία, Μετάφραση π. Κωνσταντῖνος Coman, Γιῶργος Παπαευθυμίου, Ἀθήνα: Ἁρμός 1990, σ. 106: “Γιά τόν χριστιανισμό ὑπάρχει μιά καί μόνη περιεκτικότατη ἀλήθεια πού μᾶς σώζει:  Ἰησοῦς Χριστός - Θεάνθρωπος. Ἡ περιεκτικότατη ἀλήθεια εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, ἡ κοινωνία τῶν ὑπερτάτων Προσώπων”. 
8 Γράφει σχετικῶς ὁ Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, μιὰ σύγχρονη πατερικὴ μορφή:  “Ὁ φιλοσοφῶν νοῦς ἐγκαταλελειμμένος εἰς ἑαυτὸν δὲν δύναται νὰ συμφωνήσῃ μετὰ τῆς Εὐαγγελικῆς ἐντολῆς. Τοῦτο ἀποτελεῖ δι᾿ αὐτὸν ἀφροσύνην. Τὸ Ἀπόλυτον τῶν φιλοσόφων δὲν ἔλαβε τὴν ἄδειαν παρὰ τῶν δημιουργῶν αὐτοῦ νὰ κενώσῃ ἑαυτὸ μέχρι καὶ τῆς δουλικῆς μορφῆς (βλ. Φιλ. 2,7). Τὸ φανταζόμενον ὑπ᾿ αὐτῶν Ἀπόλυτον εἶναι κατ᾿ οὐσίαν μὴ - ὂν (ὑπὸ τὴν πλήρη ἔννοιαν τῆς λέξεως ταύτης). Πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξαν πολλοὶ νόες, οἵτινες ἀνέπτυξαν λίαν ἐλκυστικὰς θεωρίας περὶ ἑνὸς τοιούτου ἀφῃρημένου Ἀπολύτου. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήττῃ ἡμᾶς ἡ ἐμφάνισις τῶν ἰδίων τάσεων ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν. Δυστυχῶς πολλοὶ γίνονται θύματα τῆς πνευματικῆς ταύτης παραπλανήσεως” (ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΑΧΑΡΩΦ, Περὶ Προσευχῆς, σ. 136). 
9 Πρβλ. Γαλ. 4, 9: “... γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ”. 
10 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Κεφάλαια Θεολογικὰ καὶ Πρακτικὰ Ρ’ 22, ΕΠΕ Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν 19Α,486. 
11 “Μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες σου” (Παροιμ. 22, 28). Ὁ συγκεκριμένος στίχος τῶν Παροιμιῶν, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὰ σύνορα τῆς γῆς, ὅπως αὐτὰ καθορίστηκαν ἀπὸ τοὺς προγόνους, χρησιμοποιεῖται συχνά ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀναφορὰ στὰ ὅρια τῆς πίστεως τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας: “Ταῦτα ἡμεῖς στέρξωμεν καὶ ἐν αὐτοῖς μείνωμεν μὴ μεταίροντες ὅρια αἰώνια μηδὲ ὑπερβαίνοντες τὴν θείαν παράδοσιν” (ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 1, PG 94,792Α). Πρβλ. τὴν Ἀνταπάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1904: “Τοῦτο γὰρ γνώρισμα οὐσιωδέστατον Ὀρθοδοξίας τὸ θεμέλιον αὐτὸ τοῦ ὅλου αὐτῆς κανονικοῦ καὶ διοικητικοῦ οἰκοδομήματος συγκροτοῦν, τὸ «μὴ κινεῖν ὅρια αἰώνια ἃ οἱ Πατέρες ἡμῶν ἔθεντο». Τοῦτο μόνον δυνήσεται ἀποκροῦσαι τὰς νεωτερικὰς τάσεις καὶ ἐνεργείας, τὰς προϊούσας, μετὰ τοῦ Ἀποστόλου εἰπεῖν, «ἀπὸ σοφίας ἐπιγείου, ψυχικῆς καὶ δαιμονιώδους»” (ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος ΙΙ, Ἔκδοσις δευτέρα ἐπηυξημένη, Ἀκαδημαϊκὸς Ἐκδοτικὸς Οἶκος - Γκρὰτς Αὐστρίας 1968, σ. 1041). 
12 Βλ. ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ, Ἡ Ὀρθοδοξία, Μεταφραστὴς Ἀγαμέμνων Τ. Μουρτζόπουλος (Βιβλιοθήκη Ὀρθοδόξου Μαρτυρίας), Θεσσαλονίκη: Βασ. Ρηγοπούλου 1972, σ. 236 καὶ Γ. Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, Ἡ Ἐκκλησία (Ἱστορικο- θεολογικὴ καὶ κοινωνιολογικὴ θεώρηση), Ἐκδ. «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 1980, σ. 57. 
13 ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα …, Τόμ. Ι, σ. 170, ὑποσ. 1.
14 “Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾿ ἐπιστολῆς ἡμῶν” (Β’ Θεσ. 2,15). Πρβλ. Α’ Κορ. 11,2. 
15 Βλ. Κολ. 2,8 καὶ Β’ Θεσ. 3,6. 
16 «Ὅρος πίστεως τῆς ἐν Νικαίᾳ Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου», ἐν: ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα …, Τόμ. Ι, σ. 239. 
17 “... ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ᾿ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ᾿ αὐτόν” (Ἰω. 3,36). Πρβλ. Ἰω. 1,12. 3,14-18. 5,24. 6,35. 40. 47. 7,38. 11,25- 26. 14,12 κλπ. 
18 Μτ. 9,22. Μκ. 5,34. 10,52 καὶ Λκ. 7,50. 8,48. 17,19. 18,42
19 Μτ. 17, 20. 21, 21 καὶ Λκ. 17, 6. 
20 “... ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι” (Α’ Κορ. 13,2). 
21 ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Πρὸς Σεραπίωνα 1, 28, PG 26,593CD. 
22 ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Δ’ 11 ἢ 84, PG 94,1128C.
23 ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ, Ἐπιστ. ΙΓ’: ᾿Εγκύκλιος πρὸς τοὺς τῆς ᾿Ανατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους... ε´, PG 102,724D. 
24 ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ ΤΟΥ ΛΙΒΥΟΣ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΑΝΟΥ, Περὶ ἀγάπης καὶ ἐγκρατείας καὶ τῆς κατὰ νοῦν πολιτείας ἑκατοντὰς τετάρτη οη’, ἐν: ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τῶν ἱερῶν νηπτικῶν …, Τόμος Β’, Ἀθῆναι 1984, σ. 227. 
25 ΝΙΚΗΤΑ ΣΤΗΘΑΤΟΥ, Πρακτικῶν κεφαλαίων πρώτη ἑκατοντὰς κη’, ἔνθ’ ἀνωτ., Τόμος Γ’, Ἀθῆναι 1986, σ. 279.
26 ΣΤ. Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Θεολογία καί Γλώσσα. Ἐμπειρική θεολογία - Συμβατική γλώσσα, Κατερίνη: Τέρτιος 1988, σ. 166. 
27 Μιλώντας ὁ Harnack γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ κεφάλαιο «Die christliche Religion im griechischen Katholizismus», καταλήγει στὸ προκλητικὸ συμπέρασμα, ὅτι «sie erscheint nicht als eine Schöpfung mit einem griechischen Einschlag, sondern als eine Schöpfung mit einem christlichen Einschlag”, γιὰ νὰ συμπληρώσει λίγο πιὸ κάτω:  “Diese Kirche ist als Gesamterscheinung nach außen lediglich eine fortsetzung der griechischen Religionsgeschichte unter dem fremden Einfluß des Christentums, wie ja so viel fremdes auf sie eingewirft hat ... In diesem Sinne ist die griechische Kirche natürliche Religion” (A. HARNACK, Das Wesen des Christentums, Leipzig 1900³, σ. 137-138). Πρβλ. τὴν ἀναίρεση τῶν ἀπόψεων περὶ ἐξελληνισμοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐν:  Ν. Α. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Γένεσις καὶ οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος (Ἀνάλεκτα Βλατάδων 2), Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 35 κ.ἑ.
28 Θὰ μποροῦσαν ν᾿ ἀναφερθοῦν ἐν προκειμένῳ ὡς χαρακτηριστικὸ παράδειγμα οἱ ἀπόψεις τοῦ Paul Tillich σχετικὰ μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἰδιαιτέρως δὲ περὶ τῶν δύο φύσεων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βλ. PAUL TILLICH, Systematische Theologie I/ II, 8. Aufl. unveränd. photomechan. Nachdr., Berlin - New York: Walter de Gruyter 1987, σ. 154-162: “Probleme und Gefahren in der Entwichkung des christologischen Dogmas”. Στὸ κεφάλαιο αὐτὸ κάνει λόγο γιὰ ὁριστικὴ ἀποτυχία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀναφερόμενος συγκεκριμένα στὶς Συνόδους τῆς Νικαίας (Α’) καὶ τῆς Χακληδόνος (Δ’). 
29 Τὴ διδασκαλία αὐτή, τὴν ὁποία ἀνέπτυξε ἐν ἐκτάσει, στηριζόμενος σ᾿ ὅλους τοὺς πρὸ αὐτοῦ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἁγία Γραφή, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατὰ τὸν 14ο αἰώνα, διατυπώνει μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια, ποὺ δὲν ἐπιδέχεται καμιὰ ἀμφισβήτηση, ὁ ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀμφιλόχιο Ἰκονιου: “Ἡμεῖς δὲ ἐκ μὲν τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῇ δὲ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα. Αἱ μὲν ἐνέργειαι αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δὲ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος” (Ἐπ. 234,1, COURTONNE 3, σ. 42, PG 32,869). Βλ. σχετικῶς Γ. ΜΑΡΤΖΕΛΟΥ, Οὐσία καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Μέγαν Βασίλειον, Θεσσαλονίκη 1983. Μὲ ἀνάλογη σαφήνεια ἀναφέρονται στὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν ὅλοι οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ παραπέμψουμε σὲ ὅλους. Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικῶς μόνο τὶς ἑξῆς παραπομπές: ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΚΗ’ 21, PG 36,53C, ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, Περὶ θείων ὀνομάτων Β’4, Β’7 καὶ Ε’1, PG 3,640D, 645ΑΒ καὶ 816Β, ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως Ι 4, PG 94,797Β (“Ὅτι μὲν οὖν ἔστι Θεός, δῆλον· τί δέ ἐστι κατ’ οὐσίαν καὶ φύσιν, ἀκατάληπτον τοῦτο παντελῶς καὶ ἄγνωστον”) καὶ Ι 9, PG 94,836Α (“Χρὴ τοίνυν ἕκαστον τῶν ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων οὐ, τί κατ’ οὐσίαν ἐστί, σημαίνειν οἴεσθαι, ἀλλ ἤ, τί οὐκ ἔστι, δηλοῦν ἢ σχέσιν τινὰ πρός τι τῶν ἀντιδιαστελλομένων ἤ τι τῶν παρεπομένων τῇ φύσει ἢ ἐνέργειαν”).
30 Βλ. ΧΡ. Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης καὶ ἡ Λατινικὴ Ἐκκλησία», ἐν: Γρηγόριος Παλαμᾶς 2 (1918), σ. 345- 354.
31 Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικῶς τὴν ἄποψη τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ θεολόγου ERNST CHRISTOPH SUTTNER, ὁ ὁποῖος παραλληλίζει τὴ σημερινὴ ἀναβίωση τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μὲ τὸν Νεοσχολαστικισμὸ καὶ τὸν Νεοθωμισμό: “... denken wir an die zahlreichen orthodoxen Theologen, die die Spekulationen eines Gregor Palamas zur Basis oder gar zum Maßstab der theologischen Lehre erheben wollen und die ich daher in Parallele zu den Neuscholastikern und den Neuthomisten gerne als Neupalamiten bezeichne” («Wie «katholisch” muß die orthodoxe Kirche werden? Erwartungen eines Katholiken im Himblich auf die Einheit», ἐν: A. KALLIS (ἐκδ.), Dialog der Wahrheit. Perspektiven für die Einheit zwischen der katholischen und der orthodoxen Kirche, Freiburg - Basel - Wien: Herder 1981, σ. 51). 
32 Βλ. σχετικῶς ΣΤ. Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Θεολογία καί Γλώσσα, σ. 43 κ.ἑ
33 ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Ι 4, PG 94,800Β. 34 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Κεφάλαια Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ ΚΕ’ 13, ΕΠΕ Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν 19Α,462. 35 ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΚΗ’ 6, PG 36,33Α. 36 “Φύσιν μὲν Θεοῦ πολυπραγμονεῖν, ἀδύνατον· δοξολογίας δὲ ἀναπέμπειν αὐτῷ ἐπὶ τοῖς ὁρωμένοις αὐτοῦ δημιουργήμασι, δυνατόν” (ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατήχησις Φωτιζομένων Θ’ 3, PG 33,641Α

πηγή : “ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ”
περιοδικὸ τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Kύπρου.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...