/*--

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Aκούγοντας τῶν προγόνων μας τόν τρομαγμένο ἀνασασμό

1. Πῶς ἀναζητοῦμε τή γνησιότητα;

α. Ἐπιχειρηματολογία ἤ συνθηματολογία;

Ἕνα ἀπό τά μεγάλα, βασικά καί κρίσιμα ἐλλείμματα καί ἁμαρτήματα τῆς σύγχρονης (δηλ. ἐδῶ καί πάνω ἀπό ἕνα αἰώνα) ἐθνικῆς μας παιδείας, πού προσέδωσε σέ ἐμᾶς τούς νεοέλληνες τό χαρακτηριστικό τῆς στενοκεφαλιᾶς καί τῆς ἀδυναμίας νά βλέπουμε σέ κριτικό βάθος τά πράγματα, εἶναι ἡ συνήθειά μας νά συνθηματολογοῦμε καί ὄχι νά ἐπιχειρηματολογοῦμε. 

Ἡ ἀμάθειά μας ἤ, ἡ χειρότερη αὐτῆς, ἡ ἡμιμάθειά μας εἶναι ἀπελπιστική. Ὡς συνέπεια αὐτῆς τῆς ἀμάθειας καί ἰδιαίτερα τῆς ἀναπηρίας νά ἐξετάζουμε κριτικά, νηφάλια καί γνήσια τά πράγματα, ἔρχεται ὁ φανατισμός, ἡ φωνασκία, οἱ ἀφορισμοί, τά αὐταπόδεικτα ἀξιώματα καί οἱ ἀναπόδεικτες ἀρχές. Πολλοί πού ἀντιτίθενται στόν χριστιανισμό καί στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, μέ τυφλό μένος φωνασκοῦν καί συνθηματολογοῦν προσπαθώντας νά πείσουν γιά πράγματα πού καί οἱ ἴδιοι δέν ἔχουν εἰλικρινά ἐρευνήσει.

Πρέπει νά μάθουμε, ὅταν ἀναζητοῦμε τή γνησιότητα, νά ἐπιχειρηματολογοῦμε σοβαρά καί ὄχι νά συνθηματολογοῦμε φαιδρά.

β. Συζητήσεις μέ ἀρχαιολάτρες

Εἶναι χρέος, λοιπόν, τοῦ συνειδητοῦ χριστιανοῦ νά μελετᾶ κατά πρῶτον τήν Ἁγία Γραφή καί κατόπιν νά καταρτίζεται σοβαρά σέ ὅλα τά θέματα πού ἀφοροῦν στή διδασκαλία τῆς πίστεώς μας, στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας καί στό ἦθος τῆς πολιτείας μας. Ἡ ἔντονη σύγχυση τῆς ἐποχῆς μας καθιστᾶ ἐπιτακτικότερη αὐτήν τήν ἀνάγκη, ἀλλά καί πολύ περισσότερο, ἡ ἀγάπη μας γιά τούς ἀδελφούς καί συνανθρώπους μας ἐκείνους πού, θύματα τῆς προπεριγραφείσης παθολογίας τῆς παιδείας μας, παραπλανήθηκαν καί βασανίζονται ἐσωτερικά, κατόπιν ταλαιπωροῦν καί ἄλλους. 

Σήμερα στήν ἀγαπημένη καί πολύπαθη πατρίδα μας κάποιοι τέτοιοι συνάνθρωποί μας εἶναι οἱ λεγόμενοι «ἀρχαιολάτρες». Αὐτοί πού νομίζουν πώς ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός κόσμος ὑπῆρξε ὅ,τι πιό ἀνώτερο καί ἰδανικό μποροῦσε νά ὑπάρξει γιά τή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἐπιθυμοῦν νά ἀναβιώσουν τίς συνήθειες ἐκείνων τῶν καιρῶν, νά λατρεύσουν τούς θεούς τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας ὡς εἴδωλα εὐτυχίας, ἐλευθερίας καί εὐδαιμονίας βίου. Κανείς, ὅμως, δέν βοήθησε αὐτούς τούς συνανθρώπους μας νά ψάξουν καί νά δοῦν ὅτι ἡ πραγματικότητα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου ὑπῆρξε πολύ διαφορετική, κατά ἀκριβολογία, τραγική.

γ. Νά δοῦμε ὀλίγον κάτω ἀπό τήν ἐπιφάνεια

Ἄν, λοιπόν, θέλουμε νά βοηθηθοῦμε ἤ νά βοηθήσουμε τούς συνανθρώπους μας, μποροῦμε νά ἀνατρέξουμε μέ νηφαλιότητα στά γραπτά μνημεῖα τῶν ἀγαπημένων μας προγόνων, «τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων», αὐτῶν πού ὑπῆρξαν παπποῦδες μας, τῶν ὁποίων εἴμαστε, καί σεμνά περηφανευόμαστε γι᾿ αὐτό, ἀπόγονοι καί παιδιά τους καί νά ἀφουγκραστοῦμε τό βαθύ ἦχο τῆς ψυχῆς τους, τίς ὑπαρξιακές κραυγές τῆς ὐποστάσεώς τους, τήν άγωνία, τό παράπονο καί τή νοσταλγία τους, τόν θρῆνο, τό ὑπαρξιακό ἀδιέξοδο, τό δαιμονικό τρόμο, τόν πονεμένο ἀνασασμό τους. 

Μέ μεγάλη εὐκολία μπορεῖ κάποιος νά διακρίνει τά παραπάνω στά ἔπη τοῦ Ὁμήρου, στά δράματα τῶν τραγικῶν Αἰσχύλου καί Εὐριπίδου. Οἱ σημερινοί «ἀρχαιολάτρες» μένουν στήν ἐπιφάνεια, στή νεφελώδη νοσταλγία πού δημιουργεῖ ἡ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς χρονική ἀπόσταση. Θαμβώνονται καί δέν συνέρχονται. Μεθοῦν ἀπό τό κρασί κάποιου θολοῦ ρομαντισμοῦ καί παραπατοῦν στήν οὐτοπία.

2. Ἀς ἀκούσουμε τῶν προγόνων μας τόν τρομαγμένο ἀνασασμό

α. Αἰσχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης»

Δέν θά ἦταν καθόλου ἄπρεπο νά λέγαμε ὅτι ὁ τραγικός ποιητής Αἰσχύλος ἦταν ἕνας καλός θεολόγος τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου. Τόν παράλογο πόνο τῆς ζωῆς, τήν ἀκατανόητη σκληρότητα τῶν μυθολογικῶν θεῶν καί τήν ἐναγώνιο προσδοκία τῆς λύτρωσης μᾶς τά δίδει συνταρακτικά στό ἔργο του «Προμηθέας Δεσμώτης», πού δέν θά σφάλλαμε, ἄν τό χαρακτηρίζαμε καθαρότατη προφητεία τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου γιά τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Ὁ τιτάνας Προμηθέας δέν ἀνεχόταν νά βλέπει τή δυστυχία τοῦ ἀνθρώπου καί «διά λίαν φιλότητα βροτῶν» κλέβει ἀπό τούς θεούς τή φωτιά γιά νά τή δώσει στούς ἀνθρώπους εὐεργετώντας τους. Οἱ θεοί, πού δέν θέλαν τήν ἀνακούφιση τῶν ἀνθρώπων (!) , πού φθονοῦσαν τήν εὐτυχία τους (!), πού θέλαν μόνο τιμές, θυσίες καί προσκυνήσεις ἀπό τούς ἀνθρώπους (!) , τόν κάρφωσαν στόν Καύκασο. 

Ἕνα ὄρνιο τοῦ κατασπάραζε τά σπλάχνα. Ἐκεῖ ὁ θεός Ἑρμῆς τοῦ εἶπε ὅτι δέν θά τελειώσει ποτέ τό μαρτύριό του παρά μόνον, ὅταν κάποιος θεός θά θελήσει νά κατέβει στόν Ἅδη γι᾿ αὐτόν καί νά γίνει διάδοχος τῶν πόνων του. Κατόπιν ἦλθε μπροστά στόν Προμηθέα μία κόρη παρθένος καί συγκλονισμένη ἀπό τό δράμα τοῦ Προμηθέα τόν ἐρώτησε μέχρι πότε θά βασανίζεται· καί ὁ Προμηθέας ἀπήντησε στήν παρθένο πώς θά τόν λυτρώσει ἕνας γόνος δικός της. Δέν νομίζω, καί τότε πού παιζόταν ἡ τραγωδία καί τώρα πού ἐμεῖς τή διαβάζουμε, κάποιος χωρίς δάκρυα νά δέχεται αὐτούς τούς λόγους.

β. Εὐριπίδου «Βάκχαι»

Ὁ μεγάλος τραγικός ποιητής τῆς ἀρχαιότητος, ὁ Εὐριπίδης, ἄλλος «θεολόγος» τῶν προγόνων μας, στά ἔργα του φαίνεται σοβαρά εὐαίσθητος στά θρησκευτικά θέματα. Πολύ τόν προκαλεῖ ἡ ἀδικία καί ἐκδικητικότητα τῶν μυθολογικῶν θεῶν καί ξεσπᾶ σέ βαρεῖς λόγους γιά τούς δῆθεν θεούς. Οἱ λόγοι αὐτοί ἐκφράζουν τήν ἀγανάκτηση καί τόν ψυχικό πνιγμό πού βίωνε ἔντονα ὁ ἄνθρωπος ἐκείνου τοῦ κόσμου. Σέ μία τραγωδία του, στίς «Βάκχες» προβάλλει κατ᾿ ἀρχήν τό θεό Διόνυσο ὡς εὐεργέτη τῶν ἀνθρώπων, διότι τούς πρόσφερε ὡς μεγάλο εὐεργέτημα τό κρασί γιά νά λησμονοῦν προσκαίρως τίς θλίψεις τους. 

Κατόπιν ὁ Διόνυσος φέρθηκε μέ πολύ βίαιο τρόπο ἀκόμη καί σέ συγγενεῖς του καί ἰδιαίτερα στόν πάππο του Κάδμο. Ὁ Κάδμος εἶχε φταίξει σέ κάτι, ἀλλά μετανόησε καί διεκήρυξε τή μετάνοιά του. Ὁ Διόνυσος ὅμως δέν δέχθηκε τίς ἱκεσίες του γιά ἔλεος καί συγχώρηση καί ἐκδικήθηκε ἀλύπητα τό συγγενή του. Τότε ὁ Κάδμος μέ βαθύ πόνο καί ἀπόγνωση ἐξέφρασε τόν ὑπαρξιακό του στεναγμό:

«Ὀργάς ἐχρῆν θεούς οὐκ ὁμοιοῦσθαι βροτοῖς», δηλ. στήν ὀργή θά ἔπρεπε οἱ θεοί νά μή μοιάζουν μέ τούς θνητούς. 

Οἱ «Βάκχες» εἶναι τό τελευταῖο ἔργο τοῦ Εὐριπίδη, ὀλίγον πρό τοῦ θανάτου του. Οἱ φιλόλογοι μᾶς λέγουν ὅτι αὐτά ὑπῆρξαν καί τά τελευταῖα λόγια τοῦ μεγάλου τραγωδοῦ. Ἡ παρακαταθήκη ἑνός «θεολόγου» τοῦ ἀρχαίου κόσμου.

γ. Ὁμήρου «’Ιλιάδα»

Ἄν ὀνομάσαμε τούς δύο παραπάνω τραγικούς ποιητές «θεολόγους» τοῦ ἀρχαίου κόσμου, αὐτό πολύ περισσότερο θά ταίριαζε νά τό κάνουμε γιά τόν Ὅμηρο. Στήν Ἰλιάδα καί στήν Ὀδύσσεια καταγγέλονται συνεχῶς ἡ σωτηριολογική ἀνεπάρκεια καί τό ἀνατριχιαστικό σκοτάδι στό ὁποῖο καταδικάζονται δίκαιοι καί ἄδικοι, μόνον διότι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι. Οἱ θεοί φαίνονται νά νοιάζονται μόνον γιά τήν κάστα τους καί νά περιφρονοῦν ἀπαξιωτικά τή μοίρα τῶν ἀνθρώπων. Περιγράφοντας τό θάνατο τοῦ Πατρόκλου ὁ Ὅμηρος ἐμφανίζει τά ἀθάνατα ἄλογα τοῦ Ἀχιλλέως νά τόν κλαῖνε μέ δάκρυα θερμά. Ὁ Δίας ὅμως ὄχι μόνο δέν λυπᾶται γιά τό θάνατο τοῦ παλληκαριοῦ, ἀλλά ἀγανακτεῖ μάλιστα πού χάρισε σ᾿ ἕνα θνητό τέτοια ἀθάνατα ἄλογα πού τώρα ὑποχρεώνονται νά συμπάσχουν μέ τήν ἄθλια μοίρα τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ὅμηρος δηλ. μέσα ἀπό τά ἔπη του βοᾶ πώς ἀπό τούς θεούς μήν περιμένει κανείς συμπόνοια καί σωτηρία.

3. Ἀς μιλήσουμε μέ ἀγάπη καί εἰλικρίνεια, δίχως προκαταλήψεις

α. Μᾶς μίλησαν οἱ ἄνθρωποι ἐκείνου τοῦ καιροῦ

Δέν εἶναι ἔντιμο νά ὀμιλοῦμε «ταμπουρωμένοι» πίσω ἀπό προσωπικά μας ἰδεολογικά προπετάσματα καί μέ τρόπους πού ἐλέγχονται καί ἀνασκευάζονται ἀπό τήν κοινή λογική καί ἐπιστημοσύνη καί νά θέλουμε νά πείσουμε τούς ἄλλους. Παραπάνω παραθέσαμε ἐλάχιστα, ἀλλά καίρια παραδείγματα ἀπό ἀνθρώπους ἐκείνου τοῦ καιροῦ, ὄχι τυχαίους, ἀλλά αὐτούς πού ἐξέφρασαν ὅσον ἐλάχιστοι ἄλλοι τήν ψυχή τοῦ λαοῦ τους. Οἱ τραγωδίες, πού γράφτηκαν στή «χρυσή» ἐποχή τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου καί τά ὁμηρικά ἔπη, πού ἀποτελοῦν τήν κορύφωση τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ «θεολογικοῦ» λόγου, ἔχουν τήν γνησιότερη ἀντιπροσωπευτικότητα καί κῦρος πανθομολογούμενο.


Γιατί ὁ Αἰσχύλος στίς τραγωδίες του ἀνέπεμπε ὑπαρξιακές κραυγές ἀγωνίας πρός τόν ἀληθινό Θεό; 

Γιατί ὁ Εὐριπίδης σέ ὅλα του τά ἔργα κάνει φανερό τόν ἀποτροπιασμό του καί τήν ἀπογοήτευσή του γιά τό ἦθος τῶν θεῶν καί συνεπῶς τήν ἀπαξίωσή του γιά τήν εἰδωλολατρική θρησκεία μέ τίς ἀδιέξοδες προεκτάσεις της στή ζωή τῶν προγόνων μας; 

Γιατί ὁ Ὅμηρος στά ἔπη του συνθέτει μία σαφέστατη θεολογική καταγγελία καί δείχνει τό ἀνικανοποίητο τῶν ἀνθρώπων τοῦ καιροῦ του γιά τήν στάση τῶν θεῶν; 

β. Ποιοί γκρέμισαν τούς ἀρχαίους ἑλληνικούς ναούς;

Ἕνα ἀπό αὐτά γιά τά ὁποῖα συχνά μέ μένος διαμαρτύρονται καί κόπτονται οἱ «ἀρχαιολάτρες» συμπατριῶτες μας εἶναι ὁ πόνος τους γιά τήν καταστροφή πολλῶν ἀρχαίων ναῶν, τήν ὁποία ἀποδίδουν στούς χριστιανούς. «Ἤλθατε ἐσεῖς οἱ χριστιανοί καί καταστρέψατε τούς ναούς τῶν προγόνων μας» λένε μέ μεγάλη ἀγανάκτηση. Στήν ὑπόθεση αὐτή εἶναι κάτι πού εἴτε δέν θέλουν εἴτε δέν μπόρεσαν νά σκεφθοῦν. Ποιό εἶναι αὐτό; Οἱ χριστιανοί δέν ἦταν κάποιο ξένο ἔθνος πού ἐπέδραμαν στήν πατρίδα μας καί κατεδάφισαν τούς ἀρχαίους ναούς. 

Ὅταν οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι, (δηλ. οἱ παπποῦδες αὐτῶν τῶν ἰδίων πού σήμερα διαμαρτύρονται) γνώρισαν τό χριστιανισμό, βρῆκαν αὐτό γιά τό ὁποῖο διψοῦσε ἡ ὕπαρξή τους. Βρῆκαν τήν ἀπάντηση στίς σπαρακτικές ὑπαρξιακές κραυγές πού ἀνέπεμπαν αἰῶνες ὁλόκληρους καί παρόλο τόν ὄγκο τῆς συσσωρευμένης ὀργῆς καί τοῦ ἐπί αἰῶνες πόνου τους, δέν κατέστρεψαν βαρβαρικῶς τούς ναούς, ἀλλά τούς κατέλυσαν καί μέ τά ἴδια ὑλικά τους, τίς ἴδιες πέτρες, τά ἴδια μάρμαρα ἐπανοικοδόμησαν τούς ναούς γιά νά λατρεύσουν ἐκεῖνον πού ἐπί αἰῶνες προσδοκοῦσαν. Οἱ παπποῦδες μας ἦταν αὐτοί πού ἔζησαν τά ἀδιέξοδα καί κατόπιν «ἐγνώσθησαν ὑπό τοῦ Θεοῦ» καί ὄχι κάποιοι ξένοι ἐπιδρομεῖς.

γ. Πρόβλημα διαθέσεως καί παιδείας

Ἄν κάποιος ζητᾶ εἰλικρινά τήν ἀλήθεια καί τή δικαιοσύνη τήν βρίσκει. Οἱ ἀδελφοί καί συμπατριῶτες μας «ἀρχαιολάτρες» εἴτε ἑλκυόμενοι ἀπό τήν ἠθική ἐλευθεριότητα τῶν θεῶν τῆς ἀρχαιότητας, μέ τίς μοιχεῖες, πορνεῖες, κτηνοβασίες, ὁμοφυλοφιλίες, ἀνθρωποθυσίες καί ἀνθρωποφαγίες, ζήλιες καί ἀπιστίες, φθόνους καί φόνους, φαντάζονται πώς νομιμοποιοῦν κάποιες δικές τους ἐπιλογές, ὁπότε εἶναι ἔνοχοι, εἴτε ἀπό ἔλλειψη παιδείας καί γνήσιας μελέτης καί ἔρευνας τῆς ἀρχαίας μας θρησκείας πέφτουν θύματα τῶν πρώτων. 

Στερούμαστε σήμερα προσώπων πού μέ καθάριο λόγο καί ἐλεύθερη συνείδηση θά προσανατολίσουν ἐμᾶς καί τούς νεωτέρους μας στή σωστή ἀξιοποίηση τῶν πλούσιων ἱστορικῶν μνημείων μας. Μᾶς χρειάζεται μία ἐπιστράτευση ἄξιων ἀνθρώπων καί ἐπιστημόνων γιά νά καθορίσουν τούς στόχους τῆς παιδείας καί τῆς ἐκπαίδευσης στή δύσμοιρη πατρίδα μας. Οἱ στρατευμένοι σέ διάφορες κομματικές ἰδεολογίες ἤ ἰδεολογήματα ἤ οἱ πάσχοντες ἀπό διάφορες διανοητικές ἀγκυλώσεις πρέπει νά παραμεριστοῦν ὡς ἄκρως ἐπικίνδυνοι γιά τόν πολύπαθο τόπο μας. 

Οἱ συζητήσεις περί τοῦ θέματός μας στήν τηλεόραση, τόν διαφθορέα πάσης παιδείας καί πολιτισμοῦ, μόνο σύγχυση προκαλοῦν. Τίς περισσότερες φορές αὐτοί πού συζητοῦν εἶναι ἀκατάρτιστοι προχειρολόγοι καί ἀήθεις συνθηματολόγοι (κατά τήν νεοελληνική παράδοση), ἤ εἴδη «θρησκευτικῶν τραμπούκων» πού ἐμφανίζονται ὡς καί ὑπερασπιζόμενοι τήν ἀλήθεια τοῦ χριστιανισμοῦ.

Σπανίζουν ἄνθρωποι, ὑποδείγματα ἀκεραιότητας καί ἐπιστημοσύνης, πού διαφωτίζουν ἀληθινά τούς συνανθρώπους τους. Ἕνας τέτοιος εἶναι ὁ φιλόλογος Κώστας Γανωτής. Αὐτός ὁ ἄξιος ἄνθρωπος καί ἐπιστήμονας, μέ τό κρυστάλλινο ἦθος καί τήν γλυκύτατη παρουσία, μέ τό γνήσιο τρόπο καί τήν πηγαία καλοσύνη ἔχει γράψει πλῆθος ἀπό διαφωτιστικά ἄρθρα σχετικά μέ τά ὅσα ἀναφέραμε παραπάνω, πού θά βοηθήσουν κάθε καλοδιάθετο. Σήμερα στόν ἀνάστατο καί αὐχμηρό κόσμο μας ἕναν τέτοιο λόγο ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι μας: οἱ συγχυσμένοι γιά νά βροῦν τό γαλήνιο δρόμο τους, οἱ πιστοί γιά νά εὐχαριστήσουν καί πάλι τόν Θεό καί ὅλοι μας γιά ν᾿ ἁπλωθεῖ δροσιά στίς καρδιές μας.

τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Νικόδημου Κανσίζογλου,
Ἱεροκήρυκα Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας

πηγή : ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ, 
Περιοδική ἔκδοση Ἱ.Ν. Ἁγ. Γεωργίου Γιαννιτσῶν
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...