/*--

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Ἕνα παιδὶ τοῦ Θεοῦ

Ὁ γέρων Πορφύριος εἶναι γεννημένος ἥρωας τοῦ Πνεύματος. Τολμηρός. Σὰν ἄλλος Κολόμβος, βγαίνει στὸν ἀπέραντο ὠκεανὸ γιὰ τὴν ἀναζήτησι τοῦ νέου κόσμου ποὺ ποθεῖ ἡ ψυχή του. Δώδεκα χρονῶν φεύγει μόνος του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐν ἀγνοίᾳ τῶν γονέων του. Προχωρεῖ στὸ ἄγνωστο, ἑλκόμενος καὶ καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸν μυστικὸ ἔρωτα ποὺ φλογίζει τὴν καρδιά του. Κανεὶς δὲν τὸν στέλνει καὶ κάνεις δὲν τὸν περιμένει. Τὸν καλύπτει ἀοράτως «ὁ φυλάσσων τὰ νήπια» Θεός. Τὰ φέρνει ἔτσι ἡ Παναγία, καὶ καταλήγει στὰ Καυσοκαλύβια, στὴν καλύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ ζοῦν δύο γέροντες, ἁπλοί, ἁδροί.

Γνήσιοι ἁγιορεῖτες. Γεωργοῦν τὸν ἀγρὸ τῆς ψυχῆς τους. Κάνουν τὰ καλογερικά τους. Ἀγαποῦν τὶς ἀκολουθίες. Λένε τὴν εὐχή. Δὲν ἔχουν καμία ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Τρέφονται ἀπὸ τὴν παράδοσι τοῦ ἱεροῦ τόπου, ὅπως τὰ αἰωνόβια δέντρα ἀπὸ τὸ χῶμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Δέχονται αὐτὸ τὸ δωδεκάχρονο παιδί. Δὲν τοῦ κάνουν ἰδιαίτερες διδασκαλίες. Τὸ ἀγαποῦν –καὶ τὸ καταλαβαίνει–, χωρὶς νὰ τοῦ λένε ποτὲ μπράβο. Ἁπλῶς, τὸ παίρνουν στὶς ἀκολουθίες. Τοῦ δίδουν ἕνα κομποσχοίνι, νὰ λέη τὴν εὐχή. Αὐτὸς βοηθιέται, τρέφεται πνευματικά, μὲ τὸ νὰ ζῆ μαζί τους· νὰ τοὺς βλέπη· καὶ νὰ ἀναπνέη τὴν εὐωδία τοῦ Ἁγίου Ὄρους. [...]

Γιὰ τὸν νέο αὐτὸ δόκιμο ὅλα εἶναι ἀφορμὴ χαρᾶς καὶ γνώσεως. Σὰν σφουγγάρι, ρουφᾶ ὅλη τὴ χάρι ἀπὸ τὶς ψαλμωδίες, τὶς εἰκόνες καὶ ὅλο τὸ περιβάλλον τῆς Σκήτης. Τὰ πάντα τὸν ἐνθουσιάζουν καὶ τοῦ μιλοῦν· ἡ ἀκολουθία στὴν Καλύβη, ἡ ἀγρυπνία στὸ Κυριακό, ὅλη ἡ φύσι τοῦ Ἁγίου Ὄρους: τὰ νερά, τὰ δέντρα, τὰ πουλιά, τὰ βράχια. Πράγματι, τὸ «περιέχον» εἶναι «λογικὸν καὶ φρενῆρες» (πρβλ. Test. 16). Τὸ περιβάλλον εἶναι ἅγιο καὶ ἱερό. Τὸ νοιώθει, τὸ ζῆ. Εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἔφερε σὲ τοῦτο τὸν παράδεισο. Ὁμολογεῖ ὅτι «ἡ θρησκεία μας εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι τρέλα, εἶναι λαχτάρα τοῦ θείου...».

Λέει: «Πρέπει νὰ φύγω, νὰ χαθῶ, νὰ μὴν ὑπάρχω». Θέλει νὰ βρεθῆ μὲ τοὺς ἀνύπαρκτους, τοὺς ταπεινούς, καὶ τοὺς Ἀγγέλους. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀληθινὸ καὶ συνειδητὸ αὐτὸ ποὺ ζητᾶ, ἡ δέησί του νὰ χαθῆ δὲν μένει χωρὶς ἀνταπόκρισι. Ὁ Θεὸς ποὺ τὸν προστάτεψε, ὅταν μόνος του πῆρε τὸν δρόμο γιὰ τὸ Ὄρος, καὶ τώρα ἀκούει τὸν πόθο τῆς καρδιᾶς του. Ἕνα βράδυ, στὸν σκοτεινὸ νάρθηκα τοῦ Κυριακοῦ ναοῦ τῆς Σκήτης, πρὶν ἀρχίση ἡ ἀκολουθία, φτάνει ἕνας «χαμένος» ἀσκητής, ἕνας περιφρονημένος μοναχός, ὁ Γερο-Δημᾶς, ποὺ ζῆ σ’ ἕνα ξεροκάλυβο πάνω ἀπὸ τὴ Σκήτη. Μέσα στὸν σκοτεινὸ καὶ ἄδειο χῶρο ἀρχίζει ὁ Γέροντας τὶς μετάνοιες. Λέει τὴν εὐχή. Ἔξαφνα βγάζει μία κραυγὴ δοξολογίας.

Πλημμυρίζει ἀπὸ φῶς. Καὶ ἀμέσως παίρνει φωτιὰ ἡ εὔφλεκτη ὕλη τοῦ μικροῦ μοναχοῦ. Δέχεται τὴ χάρι. Συγκλονίζεται, σὰν νὰ ἔπεσε πάνω του κεραυνός. Ἀναλαμβάνεται σὲ ἄλλο κόσμο. Τρέμει σύγκορμα. Ἀνοίγουν οἱ αἰσθήσεις του. Βλέπει τὰ ἀόρατα. Σπαρταρᾶ ἀπὸ λυγμούς. Τὸ μέγεθος τῆς εὐλογίας ξεπερνᾶ τὴν ἀντοχή του. Πνίγεται στὸ κλάμα. Δὲν μπορεῖ νὰ μιλήση. Μόλις τελειώνει ἡ ἀκολουθία, τρέχει στὸ δάσος. Ξεσπᾶ σὲ κραυγές: Δόξα τῷ Θεῷ, δόξα τῷ Θεῷ! Ὁ οὐρανὸς ἀπάντησε. Τὰ βλέπει ὅλα καθαρά, τὰ αἰσθάνεται. Τὰ ἀκούει, τὰ ὀσφραίνεται ἀπὸ μακριά. Βλέπει τί συμβαίνει στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Βλέπει τί συμβαίνει στὸ βάθος τῆς γῆς. Χάνεται μέσα στὴν ἀπέραντη ἀγκαλιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ ἕνα τόσο μικρὸ παιδὶ νὰ σηκώση ἕνα τόσο μεγάλο χάρισμα; 

Ναί· ὁ Θεὸς ξέρει τί κάνει. Αὐτὸς συγκλονίζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Συνεχίζει τὴν πορεία του μέσα στὸν παράδεισο τῆς θείας εὐφροσύνης. Κολυμπᾶ κυριολεκτικὰ μέσα στὴν πλησμονὴ τῆς χαρᾶς. Τὰ βρίσκει ὅλα. Μᾶς βρίσκει ὅλους, σὰν ἕνα ἄνθρωπο. Προσεύχεται. Μένει ἐκεῖ. Ταπεινώνεται καὶ ἀναλαμβάνεται μέσα στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς τὰ κοινοποιεῖ. Δὲν παίρνει ἀέρα τὸ μυαλό του. Μένει ξένος ἀπὸ κάθε ὕβρι καὶ οἴησι. Εἶναι μεγάλος, δηλαδὴ ταπεινός, καὶ παραμένει. Δὲν ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὰ χαρίσματα ἀλλ’ ἀπ’ Αὐτὸν ποὺ τὰ δίδει. Μιὰ ζωὴ ἔμεινε «κεκρυμμένος σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ», γεμάτος ἀπὸ τὴ Χάρι. Εἶπε: «Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Χριστὸ γίνεται χαριτωμένος καὶ ζῆ ἔτσι πάνω ἀπὸ τὸ κακό. Τὸ κακὸ γι’ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει μόνο τὸ ἀγαθό, ὁ Θεός».

«Ὅταν εἶναι κανεὶς ἄδειος ἀπὸ τὸν Χριστό, τότε ἔρχονται χιλιάδες ἄλλα καὶ τὸν γεμίζουν: ζήλειες, μίση, ἀνία, μελαγχολία, ἀντίδρασι». «Ἐκεῖνος ποὺ ἐμφορεῖται ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει καὶ αὐτὸς τὴ γνῶσι τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζει τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Τοῦ τὰ φανερώνει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα». Εἶναι θεοφόρος. Ὁ Θεὸς ποὺ τοῦ ἔδωσε τὸ σθένος νὰ ἔλθη δωδεκάχρονος στὸ Ἅγιον Ὄρος τοῦ ἔστειλε μία ἀσθένεια. Ἀρρωσταίνει. Δὲν μπορεῖ νὰ μείνη. Βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Σινᾶ Πορφύριος, ὅταν τὸν γνώρισε στὴν Εὔβοια, ἐξεπλάγη καὶ τὸν χειροτόνησε ἱερέα 20 ἐτῶν, δίδοντάς του τὸ ὄνομα Πορφύριος.

Ὁ ἀκαδημαϊκὸς Ἀμίλκας Ἀλιβιζᾶτος, ὅταν τὸν γνώρισε τριαντατετράχρονο, ἐξεπλάγη καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρύσανθο νὰ τὸν τοποθέτηση –αὐτὸν ποὺ εἶχε πάει μόνο στὴν πρώτη Δημοτικοῦ– ἐφημέριο στὴν Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν, στὴν Ὁμόνοια. Ἐκεῖ μένει 33 χρόνια (1940-1973). Γίνεται γνωστὸς ὡς μία αὔρα τοῦ Πνεύματος καὶ ἕνα θεῖο χαμόγελο γιὰ ὅλο τὸν κουρασμένο κόσμο τῆς περιοχῆς. Ἀγαπᾶ καὶ φωτίζει ὅλους, ὅπως ὁ Θεὸς ἀνατέλλει τὸν ἥλιο «ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς» (Ματθ. 5, 45). Δὲν ἀποπαίρνει κανένα. Παρηγορεῖ καὶ ἁγιάζει τοὺς πάντες. Φτάνει μέχρι καὶ τὸν «οἶκο ἀνοχῆς» –ὅταν ἅγιαζε κατὰ τὰ Φῶτα. Δὲν παραξενεύεται. Χαίρεται. Ψάλλει μ’ ὅλη του τὴν καρδιὰ τὸ «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε...». Καλεῖ καὶ αὐτὰ τὰ πονεμένα πλάσματα νὰ φιλήσουν τὸν Σταυρὸ καὶ νὰ παρηγορηθῆ «ἡ ψυχούλα τους ἡ ταλαιπωρημένη». Γίνεται γνωστὸς ὡς μία εὐλογία γιὰ ὅλους. 

Ἕνα ἀγγελικὸ πρόσωπο. Ἕνα θεῖοπαιδὶ ποὺ παίζει. Μιὰ εὐωδία ποὺ ἁπλώνεται καὶ βρίσκει κάθε ψυχή. Εἶναι ἀγράμματος καὶ πάνσοφος. Εἶναι ποιητὴς θεόπνευστος, λογοπλάστης καὶ ἀνθρωποπλάστης. Λέει: Πρέπει νὰ εἶσαι ποιητής, γιὰ νὰ γίνης χριστιανός. Ὁ Χριστὸς χοντροκομμένες ψυχὲς δὲν τὶς δέχεται. Λέει: Ὅλα τὰ ἔβλεπα, τὰ γνώριζα ἀλλὰ δὲν μιλοῦσα. Μιλοῦσε διακριτικά, ὅταν καὶ ὅσο χρειαζόταν, γιὰ νὰ δώση κουράγιο στὸν ἄλλο, τὸν πονεμένο καὶ ἄρρωστο. Νὰ τοῦ πῆ πόσο ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη. Μιλοῦσε ἐλεύθερα. Καὶ σοῦ μετέδιδε τὴν παιδικότητα τοῦ Παραδείσου ποὺ εἶχε μέσα του. Ἔλεγε ὅ,τι σκεφτόταν καὶ ὅ,τι εἶχε κάνει: ἤθελε νὰ μάθη ἁρμόνιο· εἶχε φτιάξει ἕνα πρωτόγονο ραδιόφωνο ποὺ δούλευε ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο. Καὶ σὲ βοηθοῦσε νὰ πῆς καὶ σὺ ὅ,τι σκεφτόσουν. Ἡ ἐξομολόγησι σ’ αὐτὸν γινόταν σὰν μία φιλικὴ συζήτησι. 

Ἦταν ἕνα παίδι τοῦ Θεοῦ μέχρι τέλους. Σοῦ παρουσιαζόταν ὅπως ἦταν. Δὲν σοῦ παρίστανε φτιαχτὰ τὸν ἅγιο καὶ τὸν ἄψογο. Δὲν φοβόταν τὴν πραγματικότητα. Δὲν ἤθελε νὰ δοξασθῆ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἤθελε νὰ δοξασθῆ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ, ποὺ «βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. 5, 45). Αὐτὸς ἦταν ὁ π. Πορφύριος, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1991 στὸ κελλὶ ποὺ ἐκάρη μοναχός. Ἦταν μία φωτεινὴ παρουσία ἀλήθειας καὶ παρακλήσεως, γιατὶ μᾶς μετέδωσε δωρεὰν τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε μέσα του. Δὲν μᾶς διαφήμισε τὶς ἀρετὲς καὶ τὸ ἄψογον τῆς ζωῆς του. Ἂν ὁ π. Πορφύριος ἔμενε στὰ χαρίσματα καὶ μ’ αὐτὰ ἤθελε νὰ δοξασθῆ ὡς χαρισματοῦχος καὶ νὰ καταπλήξη τὸν κόσμο μὲ τὶς θαυματουργίες του, θὰ γινόταν ἴσως μιὰ Ἀθανασία τοῦ Αἰγάλεω ἢ κάποιος παρόμοιος ψευδοπροφήτης ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ποὺ ταλαιπωροῦν τὸν κόσμο. Τώρα εἶναι ὁ γέρων Πορφύριος, τὸ ἀχάραχτο διαμάντι, τὸ χαμογελαστὸ παιδὶ τοῦ Θεοῦ, ποὺ διώχνει τὸν ζόφο τῆς κολάσεως καὶ τῆς κατήφειας· βοηθᾶ «νὰ αἰσθανθῆ ὁ κόσμος τὸ ἀγκάλιασμα ποὺ κάνει ὁ Χριστὸς σὲ ὅλους μας».

Πάει πέρα ἀπὸ τὰ χαρίσματα. Εἶναι θεοφόρος καὶ θεοκίνητος. Εἶναι σοφὸς καὶ ἤρεμος. Ἔχει τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἁπλότητα τοῦ παιδιοῦ τοῦ Θεοῦ. Δὲν ταράζεται ἀτομικά. Δὲν κραυγάζει ποτὲ μεταδίδοντας τὴν κρυάδα ποὺ προκαλεῖ ὁ πλανεμένος καὶ ψευδοπροφήτης «ὡς ἰδίαν ἔχων φρόνησιν» (πρβλ. ἀπ. 2).
Εἶναι γαλήνιος. Μιλᾶ «ἤρεμα, ἁπλὰ καὶ ἁπαλά». Χωρὶς ἀνθρώπινους ἐκνευρισμούς· μεταφέρει τὴ βεβαιότητα τῆς πίστεως. Μὲ ἕνα χαμόγελο οὐράνιο ὅλα τακτοποιοῦνται. Ἀθόρυβα καὶ ἀναίμακτα καταστρέφεται ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Τὰ πάθη μεταβάλλονται, μεταμορφώνονται σὲ δυνάμεις ὑπηρετικὲς τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν πνευματική του προκοπὴ καὶ σωτηρία. Ζῆ καὶ ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ταπείνωσι εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς ψυχῆς. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι κουταμάρα καὶ ἀρρώστια ποὺ ζαλίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὴν πλάνη. Εἶπε: Ὅταν φύγω, θὰ εἶμαι πιὸ πολὺ μαζί σας. Καὶ ἔτσι εἶναι.

Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου Γοντικάκη, Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Τὸ κάλλος θὰ σώση τὸν κόσμο, ἐκδ. Ἱ. Μ. Ἰβήρων, Ἅγ. Ὄρος.

πηγή : πειραϊκή εκκλησία
ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...