/*--

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Λόγοι τοῦ ὁσίου Πορφυρίου

«Οὗ γὰρ Θεὸς τὸ σπουδαζόμενον, ἐκεῖ οὐδὲν τὸ νικῶν τὸν φιλόθεον».*
Καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ μοῦ ἦρθε ἔντονα μέσα στὸ νοῦ, πολὺ ἔντονα, «Κι ἂν ἐσὺ λειτουργεῖς ἐδῶ κι ἔχεις τὸ νοῦ σου εἰς τὸν Θεό, ποιός μπορεῖ νὰ σὲ βλάψει; Ἃν ἔχεις μία μεγάλη χορωδία καὶ ἔξω στὴν Ὁμόνοια πέφτουνε βόμβες, θὰ τὶς ἀκούσεις; Θὰ εἶναι τόση ἡ δύναμις τῆς φωνῆς τῆς χορωδίας, ποὺ θὰ πνίγουνε καὶ τῆς βόμβας ἀκόμα τὸν βόμβο». Ἑτοιμάστηκα, λοιπόν, ἔτσι νὰ τὸ κάνω στὴ Λειτουργία μου. Νὰ δοθῶ πολὺ στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Νὰ ἐκτελέσω μὲ μεγάλο ζῆλο καὶ μὲ μεγάλη πνευματικὴ ἔνταση τὸ δράμα τῆς Λειτουργίας, τὸ δράμα τὸ φρικτὸ τοῦ Γολγοθᾶ.

Τὴν ἄλλη μέρα εἶχα Λειτουργία καί, κατὰ τὸ σχέδιό μου, ἐβγῆκα ἔξω, ἐπῆρα καιρὸ καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ νοῦς μου ἐδόθηκε πολὺ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πάρα πολύ. Καὶ ἔκανα ὅλη τὴ Λειτουργία δοσμένος, τρόπον τινά, ποὺ δὲν κάνει νὰ τὸ λέω, καὶ δὲν μοῦ ἀρέσει, σὰν νὰ εἶχα ὑπνωτιστεῖ. Ἔ, ἦταν ἡ πρώτη Λειτουργία, ποὺ τόσο ὡραῖα ἔκανα ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα παπάς. Τέλεια ἀφοσίωση ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πῆρα καιρό. Πολὺ ὡραία Λειτουργία! Ἔξω ἀκουότανε καὶ τὸ γραμμόφωνο, ἡ ἐκκλησία ἦταν γεμάτη κόσμο, ἀλλά, σᾶς λέγω εἰλικρινά, ἔβγαινα στὴν Ὡραία Πύλη καὶ ἔλεγα «Εἰρήνη πᾶσι», ἔβλεπα τὴν ἐκκλησία γεμάτη κόσμο, ἀλλά, ἂν ἦταν ἀδελφός μου ἐκεῖ μπροστὰ στὰ βημόθυρα, θὰ τὸν ἔβλεπα, θὰ τὸν ἔβλεπα, ἀλλὰ δὲ θὰ καταλάβαινα ὅτι εἶναι ὁ ἀδελφός μου. Δηλαδὴ δὲν τὸν ἔβλεπα τὸν κόσμο.

Ἔβλεπα ὅλο τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα τὸν ἄνθρωπο, δηλαδή, ἂν ἤτανε γνωστός μου δὲν τὸν ἐγνώριζα. Ἤτανε τέτοια ἡ Λειτουργία μου αὐτή, πολὺ εὐχαριστημένος! Ὅταν τελείωσα, κατέλυσα ἐκεῖ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια κι ἔβγαλα τὰ ἱερά μου, τὰ δίπλωσα καὶ ἀμέσως ἐπῆγα ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τὸ μαγαζὶ μὲ τοὺς δίσκους τοῦ γραμμοφώνου, ποὺ πωλοῦσε γραμμόφωνα καὶ δίσκους. Τοῦ λέω, κύριε Κ., τὸν χαιρέτησα, τοῦ εἶπα, καλημέρα, εἶμαι ὁ παπὰς ἐδῶ τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, τώρα ἦρθα.

 Μοῦ λέει, «καλῶς ὅρισες, παπά μου».

 Τοῦ λέω: «Ἦρθα νὰ σοῦ πῶ κάτι, ἔτσι μὲ ἀγάπη Θεοῦ.» 

«Πές μου». 

Λέω «Ἄκουσε, παιδί μου, πολὺ μ’ ἐνοχλεῖ αὐτὸ τὸ γραμμόφωνο, ποὺ τὸ βάζεις τόσο δυνατὰ καὶ ὁ ἦχος, τὰ τραγούδια αὐτὰ τὰ ἐρωτικά, κι ὅλα αὐτὰ ποὺ βάζεις καὶ κυρίως ἐρωτικὰ π’ ἀκούω νὰ βάζεις, διαχέεται ὁ ἦχος μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ στενοχωριέμαι πολύ. Δὲν μπορεῖς, ὅταν μὲ βλέπεις, νά, ἐγὼ φαίνομαι –ἡ Ἁγία Τράπεζα ἀπὸ μέσα ἀπ’ τὸ μαγαζί του φαινότανε, τόσο κοντὰ ἦταν– καὶ δὲ μπορεῖς, τοῦ λέω, νὰ μή, νὰ μὴ βάζεις τὶς ὧρες αὐτές;»

«Ὄχι, παπά, μοῦ λέει, δὲ γίνεται αὐτό. Ἔχω παιδιά, πληρώνω ἐνοίκιο.» 

«Τί πρέπει νὰ γίνει; Κάτι πρέπει νὰ γίνει, παιδί μου. Εἶναι καὶ ἁμαρτία. Ἐγὼ πολὺ στενοχωριέμαι. Ἔ, δὲ μπορεῖς αὐτὸ τὸ γραμμόφωνο νὰ τὸ βάλεις στὸ μέσα μέρος καὶ νὰ τὸ κάνεις πιὸ σιγανό, νὰ μὴν ἔρχεται κεῖ πέρα; Σὺ θὰ μὲ δεῖς, ὅταν μὲ δεῖς ποὺ τελειώνω, βγάλτο ἔξω καὶ βάλτο ὅσο θέλεις. Θὰ κάνεις ἕνα μεγάλο καλό, τοῦ λέω. Θὰ μὲ ἀπαλλάξεις ἀπ’ αὐτὴ τὴ στενοχώρια. Δὲ μοῦ ἀρέσει καθόλου. Νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ γιὰ σένα ἁμαρτία. Τόσος κόσμος, ποὺ ἐκκλησιάζονται, θὰ λένε, τί ἄνθρωπος εἶν’ αὐτός, μωρέ, δὲν καταλαβαίνει; Ἐδῶ Λειτουργία γίνεται κι αὐτὸς βάζει ἐρωτικὰ τραγούδια νὰ μᾶς σφυρίζουνε στ’ αὐτιὰ σατανικὰ λόγια; Ὅλοι μέσα στὴν ἐκκλησία θὰ σὲ καταριῶνται μὲ κατάρες πολὺ δυνατές, γιατὶ ἔ, θὰ εἶναι ἄνθρωποι χριστιανοὶ κι ἐγὼ σὲ λυπᾶμαι». 

Ναί. Τέλος πάντων, τὸν κατάφερα, μοῦ λέει «Παπά μου, θὰ σοῦ κάνω τὴ χάρη». 

«Εὐχαριστῶ πολύ, εὐχαριστῶ πάρα πολύ». Χαιρέτησα, πάει τὸ τακτοποίησα αὐτὸ τὸ πράγμα.

Ἔβλεπα τὸν ἑαυτό μου σὰν ἕνα ἀπροστάτευτο καὶ ἀβοήθητο στὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνέμου. Σὰν ἕνα πουλάκι ποὺ ἔπρεπε νὰ τρέξει νὰ βρεῖ φωλιά, νὰ βρεῖ καταφύγιο. Καὶ ὅλα αὐτὰ μ’ ἔκαναν νὰ ἀνεβαίνω, νὰ ἀνεβαίνω στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ζητῶ τὴν ἅγια θαλπωρὴ καὶ τὴ βοήθεια, καὶ ἔζησα δηλαδὴ κάτι τέτοιες στιγμές, πολὺ ἱερές.

Ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ

Ἤμουνα μία φορὰ μόνος καὶ ἔρημος. Εἶχα δέκα μέρες. Ἐπῆγα γιὰ περισυλλογὴ εἰς τὴ Βάθεια, εἰς τὸν Ἅγιο Νικόλαο. Ἤτανε κάτι κελιὰ ἐρειπωμένα, γεμάτα ποντικοὺς τόσο μεγάλους.

π. Π.: Θέλω νὰ σᾶς πῶ κάτι, ἔτσι ἐγωιστικό. Ἀλλὰ νὰ ὠφεληθεῖτε ἐσεῖς, ἂν τὸ πάρετε ἀπὸ καλὴ πλευρά. Ἀκοῦστε: Σᾶς εἶπα ποὺ ἐκμεταλλεύτηκα μιὰ μεγάλη κακοκαιρία πάνω ἐκεῖ, στὸν Ἅγιο Νικόλαο, στὴν ἐρημιά. Δὲν περνοῦσε κανείς· χειμώνας ἤτανε. Μόνο ἐρχότανε ἕνας Βαγγέλης Κιούσης, ἐκεῖ ἀπ’ ἔξω ἔμενε. Τὸ θυμάστε πὼς ἤμουνα μόνος καὶ πὼς πήγαινα μέσα στὴν ἐκκλησία. Τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως μέσα στὴ νύχτα ἐμούγκριζαν, βοῦ βοῦ οὐ οὐ. Ψυχὲς πολλές. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισα νὰ κάνω ὑπακοὴ καὶ ἀπὸ τότε ποὺ ἦρθε ἡ χάρις, ἔγινα ἄλλος ἄνθρωπος.

Ὅ,τι ἔβλεπα, τὸ ἔκανα προσευχή. Ἄκουγα τὸ πουλάκι νὰ κελαηδεῖ, τὸν ἑαυτό μου πῶς ἐκεῖνο ψάλλει καὶ δοξολογεῖ τὸν Πλάστη. Καὶ συνέχεια τὰ λουλούδια, τὰ δέντρα, τὰ χόρτα, τὰ βράχια. Τὰ βράχια πόσα μοῦ λέγανε! Ἡ αἰωνιότητα τῶν βράχων! Πολλὰ μοῦ λέγανε αὐτά. Τί εἶχαν δεῖ αὐτά. Τὰ ρωτοῦσα καὶ μοῦ λέγανε τί εἶδαν στὰ Καυσοκαλύβια τόσα χρόνια. Τί εἴδανε τὰ μάτια τους. Καὶ μοῦ τὰ ἔλεγαν. Κι ἐγὼ κατανυγόμουνα. Τὰ ἔβλεπα κι ἐγώ.

Εἶναι ὡραῖες οἱ ἀναμνήσεις, εἶναι σὰ νὰ τὰ ζῶ μέσα στὸ ἐκκλησάκι. Πά! Πά! Καὶ νὰ κοιτάζεις γύρω μὲ τὸ μυαλό σου. Δὲν σᾶς τὰ εἶπα ὅλα. Μέσα στὸ ἐκκλησάκι ποὺ ἔμενα, καθόμουνα στὸ στασίδι καὶ ἔριχνα μιὰ ματιὰ γύρω στὰ βουνά. Ἀπὸ πάνω ἦταν γεμάτα κουμαριές, δάσος. Οὔτε ψυχή. Μόνο κάτω στὸν κάμπο ἦταν χωριά, στὴ Βάθεια. Ἐκεῖ πάνω τέλεια ἐρημιά. Δηλαδὴ νὰ καταλάβετε τὸ ἔρημο, τὸ ἀβοήθητο. Ἤμουνα ψηλὰ καὶ κοίταζα, γιὰ νὰ τὸ καταλάβω καλά, ποῦ εἶμαι, ποῦ κάθομαι, ποῦ βρίσκομαι. Καί, καλὰ τὸ εἶπα, τὸ ἀβοήθητο. Θὰ μοῦ πεῖς, θὰ τὸ κάνουμε ἔτσι; Ὄχι. Ἀλλὰ θέλω νὰ πῶ πόσο βοηθεῖ.

Νὰ εἶσαι δηλαδὴ σ’ ἕνα ἔρημο μέρος. Ὅπως ἔτυχε σὲ μένα νὰ μὲ κλείσει ἕνας ἄγριος καιρὸς πάνω σ’ ἕνα βουνό, ποὺ ἦταν ἕνα μοναστήρι ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βάθειας. Καὶ ἔκανε μία κακοκαιρία. Ἔβρεχε μέρες. Δέκα μέρες. Συνέχεια βροχὴ καὶ ἀέρας. Μούγκριζε ὁ ἀέρας, ὁ πλάτανος... Ἔτρεμε ὁ κουμπές, τρέμανε οἱ τοιχογραφίες. Κι ἐγὼ καθόμουν στὸ στασίδι καὶ ἔβγαινα, πήγαινα πιὸ πάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα καὶ ἀπὸ τὶς βροχὲς καὶ ἀπὸ τὸν ἀέρα. Καὶ ἔβλεπα κάτω τὸν ἑαυτό μου, κάτω ἔρημο μέσα στὴ θύελλα. Μέσα στὸ... νὰ μουγκρίζει ὁ ἀέρας, τὰ θηρία τῆς φύσεως, καὶ νὰ νομίζει κανεὶς ὅτι βρίσκεται στὴν κόλαση. Κι ὅμως ἂν ἦταν ἔρημος ἔτσι...

Ἀλλὰ ἐγὼ αἰσθανόμουνα σὰν τὸ πουλὶ τὸ κατατρεγμένο μὲ τὰ ξεροβόρια, μὲ τὰ χιόνια, μὲ τοὺς κινδύνους, ποὺ ζητοῦσε ἕνα καταφύγιο, νὰ πάει νὰ γλυτώσει. Καὶ τὸ καταφύγιό μου ἦταν νὰ ταξιδέψω πρὸς τὰ πάνω. Διότι ἐδῶ στὴ γῆ ἦταν φουρτούνα· ἤτανε κακοκαιρία, ἦταν δύσκολη ἡ ζωή. Ἡ ψυχή μου ζητοῦσε κάτι πιὸ ἅγιο, πιὸ ὑψηλό, πιὸ τέλειο. Ἦταν ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ. Βλέπετε πῶς αὐτὰ ἔρχονται μόνα τους; Τὸ παρεξηγεῖτε;

Ὁ ἀσκητὴς ὅλα τὰ θυσιάζει. Ἀρκεῖ νὰ ἐπιτύχει τὸν τρόπο νὰ αἰσθανθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴ θαλπωρὴ τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀγκάλη τοῦ Χριστοῦ. Νὰ αἰσθανθεῖ τὴν συντροφιά του μὲ τὸν Θεό, τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅ,τι ἄλλο γύρω, δὲν τὸ ἔχει γιὰ κακό. Ἐσεῖς τὸ βλέπετε ὅμως γιὰ κακό. Σοῦ λέει: τί εἶναι αὐτὸ τὸ πράγμα; Δέν θὰ φύγει ἀπελπισμένος. Ἀντίθετα. Κάθεται ἐκεῖ, βασανίζεται, δὲν φεύγει ἀπελπισμένος. Φεύγει πολὺ παρηγορημένος καὶ μὲ μεγάλη συντροφιά.

Τὸ γεγονὸς αὐτῆς τῆς καταιγίδας καὶ τὴν ὠφέλεια ποὺ ἀποκόμισε ἀπὸ αὐτὸ τὸ διηγήθηκε πολλὲς φορὲς ὁ Γέροντας Πορφύριος. Ἔτσι σὲ μιὰ ἄλλη διήγησή του εἶπε πάλι:

π. Π.: Στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ἤμουν μόνος, μονότατος. Ἄρχισε νὰ φυσάει ἕνας δαιμονισμένος βοριάς, ποὺ νὰ σπάζει καὶ τοὺς θάμνους ἀκόμα καὶ δέντρα καὶ ἐλιές. Ἐσφύριζε καὶ συγχρόνως ἔβρεχε. Ἔβρεχε μέρες δηλαδή. Βρέξιμο μέρες καὶ σφύριγμα, κακοκαιρία, ἕνα εἶδος... Καὶ φοβόμουνα. Πῆγα μὲ τὸ στανιὸ στὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου, ποὺ εἶναι πολὺ κατανυκτικὴ μὲ τοιχογραφίες. Μπῆκα μέσα καὶ ἄρχισα νὰ διαβάζω. Δηλαδὴ τί νὰ διαβάζω, νὰ προσεύχομαι ἔτσι. Καὶ τὸ γεγονὸς μοῦ ἀπέσπασε τὴ σκέψη. Καὶ ὅπως γινόταν αὐτὴ ἡ καταστροφή, ἐγὼ θέλησα νὰ τὴν ἐκμεταλλευτῶ. Καὶ σκέφτηκα πὼς ἤμουνα μόνος ἐκεῖ μέσα σ’ ἕνα ἐκκλησάκι ἐρημικό, ποὺ ἄλλοτε τόσοι ἅγιοι εἶχαν γονατίσει, εἶχαν «ἀνοίξει» καὶ εἶχαν ξεκλειδώσει τὶς καρδιές τους στὸν Θεό. Καὶ νά κι ἐγὼ τώρα, ἕνας φτωχὸς ἐρημίτης, μοῦ ἄρεσε ποὺ ἤμουνα μόνος.

Πῆγα ψηλὰ καὶ κοίταξα κάτω τὸ τοπίο, καὶ ἔβλεπα ὅλα αὐτά. Τὸν ἀέρα ποὺ φυσοῦσε, τὰ δέντρα ποὺ στροβιλίζονταν καὶ ἔγερναν ἔτσι, σὰν νὰ ἐπικαλοῦντο καὶ αὐτὰ τὴ θεία δύναμη, νὰ τὰ σώσει ἀπὸ τὴ λαίλαπα. Ἔτσι σ’ αὐτὴ τὴ φαντασία πάρα πολὺ συγκινήθηκα. Ἔβλεπα τὸν ἑαυτό μου σὰν ἕνα ἀπροστάτευτο καὶ ἀβοήθητο στὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνέμου. Σὰν ἕνα πουλάκι ποὺ ἔπρεπε νὰ τρέξει νὰ βρεῖ φωλιά, νὰ βρεῖ καταφύγιο. Καὶ ὅλα αὐτὰ μ’ ἔκαναν νὰ ἀνεβαίνω, νὰ ἀνεβαίνω στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ζητῶ τὴν ἅγια θαλπωρὴ καὶ τὴ βοήθεια, καὶ ἔζησα δηλαδὴ κάτι τέτοιες στιγμές, πολὺ ἱερές. Καὶ τὶς θυμᾶμαι. Καὶ ἕνα τέτοιο πράγμα τὸ ζητάω καὶ σήμερα, καὶ ἕνα τέτοιο πράγμα. Νὰ μουγκρίζει!! Ἄγριο θέαμα.

Ὁ κάθε μπερδεμένος καὶ νευρικὸς θὰ ἀναγκαστεῖ νὰ βλαστημάει τὸν Θεό. Αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω, νὰ βλαστημάει τὸν Θεό, τό ‘χω δεῖ. Ἔχω δεῖ ἀνθρώπους πού ‘χουν βλαστημήσει γιὰ τὴν κακοκαιρία. * «Γιατί ἐκεῖ, ὅπου ἐκεῖνο ποὺ ἐπιδιώκεται εἶναι ὁ Θεός, ἐκεῖ τίποτε δὲν νικᾶ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεό.» (ΕΠΕ.Φ. 18, 214). Τὸ παιδὶ μ’ ἀγαποῦσε πολύ

π. Π.: Ἄκου νὰ σοὺ πῶ μία ἱστορία. Μία φορά, πάνε χρόνια, ἤμουνα σὲ μιὰ ἐκκλησία ἱερέας καὶ ἔρχεται μία κυρία καβάλα στὸ γάιδαρό της. Κατέβηκε ἐκεῖ, μοῦ λέει:

«Γέροντα, ἔχω τὸ παιδί μου ἄρρωστο».

 Τῆς λέω: «Τί ἔχει;» «Κόπηκε ἡ φωνή του. Ἔχει καιρὸ ποὺ δὲν μιλάει. Κόπηκε ἡ φωνή του». Ἦταν ἕνα ἀγόρι 18 χρονοῦ, κάπου ἐκεῖ. Παίρνω ἐγὼ τὸ πετραχήλι, κατέβηκα κάτω στὸ χωριὸ καὶ πῆγα ἐκεῖ. Τὸ παιδὶ ἄρρωστο, δὲν μιλοῦσε. Μοῦ ἔβαλε ἐκεῖ μία καρέκλα, μία πετσέτα πάνω ἀπὸ τὴν καρέκλα, ἕνα πιάτο, καὶ ἄρχισα νὰ διαβάζω ἁγιασμό. Τοῦ παιδιοῦ τοῦ μίλησα, δὲν μίλησε. Κάπου 18-19 χρονοῦ ἤτανε. Λοιπόν, ὅταν τελείωσα τὸν ἁγιασμὸ καὶ ἄρχισα νὰ ραντίζω, ποὺ λένε «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν Σου», τὸ ἄλλο τροπάριο... καὶ ὅταν πῆρα καὶ τοῦ διάβασα, καὶ μετὰ μὲ τὸν σταυρὸ τὸν χτύπησα μὲ τὸ βασιλικὸ καὶ τὸν ἁγιασμό, μοῦ λέει:

«Σ’ εὐχαριστῶ πολύ». Τὸ μουγγὸ τὸ παιδί. «Σ’ εὐχαριστῶ πολύ». 

Λοιπόν, καὶ σὲ λίγες μέρες σὲ κάνα μήνα, δὲν θυμᾶμαι, τὸ παιδὶ μ’ ἀγαποῦσε πολύ, δὲν ἔχεις ἰδέα. Βάφτισε ἕνα παιδὶ καὶ τὸ ἔβγαλε Πορφύριο.

Καὶ ἔρχεται καὶ μοῦ λέει: «Ἔβγαλα τὸ ὄνομά σου».

π. Π.: Τοῦ λέω: «Μωρέ, μὲ ρώτησες;»

Σ.: «Ἐγὼ σ’ ἀγαπάω καὶ ἤθελα νὰ βγάλω τὸ ὄνομά σου».

π. Π.: Καὶ ἔβγαλε ὄνομα Πορφύριος. 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Γέροντος Πορφυρίου,
ἐκδ. Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Μήλεσι

Τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου

πηγή : πειραϊκή εκκλησία
ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...