/*--

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

«Ἡρωδιανοί, Xριστούγεννα καί Νιότη»

Διακατεχόμενοι ἀπὸ πλῆθος αἰσθημάτων χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης ἑορτάζουμε καὶ φέτος τὴ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, τοῦ Νέου Παιδίου τῆς Οἰκουμένης. Ἂν καὶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἡ μεγαλύτερη ἑορτὴ εἶναι τὸ Πάσχα, δὲν παύει νὰ ἑορτάζει μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα καὶ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὰ Χριστούγεννα.

Tὰ Χριστούγεννα ἔφεραν πάνω στὴ γῆ τὸ νέο μήνυμα τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς χαρᾶς στὸν τότε φθειρόμενο ἀπὸ τὰ πάθη, τὶς ἐσωτερικὲς ἀντιθέσεις καὶ τὰ ψευτομεσσιανικά του ὁράματα, παλαιὸ κόσμο τῆς ρωμαϊκῆς ἐπικράτειας. Χαρακτηριστικὴ ἡ ἐρώτηση τῶν Μάγων: «ποῦ εἶναι ὁ βασιλιὰς τῶν Ἰουδαίων; Ποῦ γεννήθηκε; Γιατί εἴδαμε τόν ἀστέρα Του στήν ἀνατολή καὶ ἤρθαμε νὰ τὸν προσκυνήσουμε», (Ματθ. 2,2). Γεμάτοι ἀπὸ βαθιὰ δίψα νὰ γνωρίσουν τὸν Δοτήρα τῆς νέας ζωῆς ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ πρὸς προσκύνησή Του.

Παρὰ ταῦτα καὶ ἐνῶ ὅλος ὁ κόσμος ἀνάμενε μὲ βεβαιότητα τὸ μεγάλο γεγονός, ἡ κοσμικὴ ἐξουσία τῆς ἐποχῆς, ἀντιθέτως ταράσσεται καὶ «ἀφοῦ σύναξε ὅλους τούς ἀρχιερεῖς καί τούς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ζητοῦσε νά μάθει ἀπό αὐτούς ποῦ γεννιέται ὁ Χριστός», (Ματθ. 2,4). Ὅσο περισσότερες συγκεντρώνονται πληροφορίες ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες καὶ τοὺς ἀξιωματούχους της, γιὰ τὶς ἀναγγελίες τῶν Προφητῶν, τόσο μεγαλύτερη ἡ ἀνησυχία καὶ ἡ ἀβεβαιότητά της.

Ἡ ταπεινὴ Βηθλεὲμ ὅπως ἀναφέρει ἡ Γραφή: «Κι᾽ ἐσύ Βηθλεέμ, γῆ τοῦ Ἰούδα, δὲν θὰ εἶναι διόλου στὸ ἑξῆς ἀσήμαντη ἀνάμεσα στὶς σπουδαιότερες πόλεις τοῦ Ἰούδα, γιατί ἀπὸ αὐτὴν θὰ προέλθει Ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ποιμάνει τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ», (Ματθ. 2,6). Ἡ παραφροσύνη τοῦ Βασιλιᾶ Ἡρώδη, ἡ ἐσωτερική του ταραχὴ γεννημένη ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς, στηριγμένη στίς προαναγγελίες τῶν Ἁγίων Προφητῶν γιά τὴν ἔλευση ἑνὸς νέου Βασιλιᾶ, τὸν ὁδήγησε στὴν κατάστρωση σχεδίων ἐξοντώσεώς Του, ἀπὸ τὸν φόβο τῆς ἀπώλειας τῆς ἐξουσίας. Καλεῖ κρυφά τούς Μάγους καὶ μὲ δόλιο τρόπο, τοὺς δίνει τὴν ἑξῆς ἐντολή: «πηγαίνετε καὶ ψάξετε καλὰ γιὰ τὸ παιδὶ καὶ μόλις τὸ βρεῖτε νὰ μὲ εἰδοποιήσετε, γιὰ νὰ ἔρθω καὶ ἐγώ νὰ τό προσκυνήσω», (Ματθ. 2,8).

Ὁ Θεὸς ὅμως πρόσταξε τοὺς Μάγους, μετὰ τὴν ἐγκάρδια προσκύνησή τους νὰ μὴν ξαναγυρίσουν στὸν Ἡρώδη, «Ἐπειδή τούς πρόσταξε ὁ Θεός κατά τό ὄνειρο νά μήν ἐπιστρέψουν στόν Ἡρώδη καί ἀναχώρησαν ἀπό ἄλλη ὁδό γιά τή χώρα τους», (Ματθ. 2,12). Ἡ Θεϊκὴ ἐπέμβαση ματαίωσε τὰ καλοστημένα σχέδιά του καὶ ἔτσι προχώρησε στὸ σφάξιμο χιλιάδων νηπίων στὸ χῶρο τῆς Ἰουδαίας γιὰ νὰ σκοτώσει τὸ Θεῖο Βρέφος. Ἡ δολιότητά του, δὲν ἐκδηλώνεται μόνο γιὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἢ γιὰ ἄλλες περιστασιακές. Ὁ Ἡρώδης ἦταν πρόσωπο ἰδιαίτερα μισητὸ καὶ ἀντιπαθητικὸ (λόγῳ τοῦ ὅτι ἦταν Ἰδουμαῖος, δηλαδὴ μὴ γνήσιος Ἰουδαῖος) ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν ἱστορικὸ Ἰώσηπο, δὲν δίστασε νὰ σκοτώσει τὰ 45 ἀπὸ τὰ 75 μέλη τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου.

Ἐπίσης τὴ γυναίκα του, τὴν πεθερά του, τὰ παιδιὰ του Ἀλέξανδρο, Ἀριστόβουλο, Ἀντίπατρο καὶ πολλὰ συγγενικά του πρόσωπα. Στὸ τέλος τῆς ζωῆς του καὶ μάλιστα τὶς τελευταῖες ἡμέρες, συνέλαβε καὶ ἐκτέλεσε ὅλους τους ἐκπροσώπους τοῦ λαοῦ. Τὴν παράδοσή του συνέχισε ὁ γιὸς του Ἀρχέλαος, ὁ ὁποῖος διαδεχόμενος τὸν πατέρα του στὴν ἐξουσία, ἔκαμε ἀκόμα χειρότερα πράγματα ἀπ᾽ αὐτόν. Ὁ ἄλλος του γιός, ὁ Ἀντύπας ἀποκεφάλισε τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή, πῆρε γιὰ γυναίκα του, τὴ γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του ἐνῶ ζοῦσε καὶ συμμετεῖχε στὸ δικαστήριο ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἐγγονός του, ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας, κήρυξε διωγμὸ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπίσης σκότωσε τὸν Ἰάκωβο τὸν Ζεβεδαῖο, (βλ. λεξ. ὀρθοδ. θεολογίας Σ. Νίκα, Ἀθήνα 1997).

Ὁ γεννήτορας λοιπὸν αὐτῆς τῆς αἱμοσταγοῦς οἰκογενείας, αὐτὸς ποὺ μετέδωσε μία τέτοια παράδοση μίσους, ἐκδικήσεων καὶ φόνων στὸν κύκλο του, μόνο καὶ μόνο γιὰ τὴν κατοχὴ τῆς ἐξουσίας, ἐφόνευσε ὅπως προείπαμε, τὰ χιλιάδες παιδιά, ἐφόνευσε τὴ νιότη, γιὰ νὰ μὴν γλυτώσει ἀπὸ τὸ κοφτερὸ ξίφος του οὔτε τὸ νήπιο Ἰησοῦς Χριστός. Κατακτημένος ἀπὸ τὴν κοσμική του νοοτροπία, δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει ὅτι ἡ Βασιλεία ποὺ θὰ ἔφερνε στὸ κόσμο τὸ Βρέφος τῆς Φάτνης, δὲν θὰ ἦταν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου.

Τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνηπίασε καὶ καταδέχτηκε νὰ λάβει τὴν παθητὴ ἀνθρώπινη φύση γιὰ νὰ τὴν ἀναγεννήσει, φάνταζε τότε ὡς ἕνας μύθος. Ὁ ἁπλὸς λαὸς ὅμως ποὺ πίστευε μὲ ἄδολη πίστη στὸν Θεό, διατηροῦσε ζωντανὰ μέσα στὶς παραδόσεις καὶ τὴ συνείδησή του, τὴν ἐσχατολογικὴ προσδοκία περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Μεσσία. Οἱ Προφῆτες ἔλεγαν ὅτι στὴ Βηθλεέμ, μία Κωμόπολη ἀπὸ τὴν ὁποία καταγόταν ἡ γενιὰ τοῦ Προφητάνακτα Δαβίδ, σ᾽ αὐτὴ τὴν ἴδια Πόλη, ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ ἴδιο μέρος, θὰ προέλθει ἡ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου.

Τὸ «Νέον Παιδίον» ἀπὸ τὴν ταπεινή Του Φάτνη στή Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, ἔδωσε τὴν αἰώνια νεότητα, τὴν ἐλπιδοφόρα συνέχεια μπρὸς στὸ τέλος ἑνὸς παλαιοῦ κόσμου ποὺ ἐδῶ καὶ δύο χιλιάδες χρόνια, καλεῖ διὰ τῶν Ἀγγέλων Του, στὴν Ἑορτὴ καὶ Πανήγυρη τῆς χαρᾶς, τῆς Γεννήσεως τοῦ Καινοῦ, τοῦ νέου. Οἱ «ἡρωδιανοὶ», οἱ ἄνθρωποι δηλαδὴ τοῦ Ἡρώδη τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ εἶχαν δημιουργήσει μία δική τους παράταξη καὶ δίδασκαν πὼς πρόκειται νὰ ἔλθει ἄλλος Μεσσίας (πρωτοστάτησαν στὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ) καὶ τώρα νέοι «ἡρωδιανοὶ» τοῦ αἰώνα τούτου μὲ τὰ θελκτικὰ χρώματα καὶ τὰ χρυσωμένα χάπια τῆς εὐτυχίας, ἔκστασης καλοῦν τοὺς νέους στὴν προσκύνηση ὄχι ἑνός, ἀλλὰ πολλῶν ψευδομεσσίων γιὰ νὰ κρατοῦνται παρόμοια μ᾽ ἐκεῖνο τὸν ἄλλο, δηλ. τόν Ἡρώδη, στὴ «γλυκύτητα» τοῦ καταναγκασμοῦ τῶν συνειδήσεων καὶ τοῦ πορισμοῦ χρημάτων καὶ ἄλλων ποὺ ἀπορρέει ἀπ᾽ αὐτήν.

Ἂν καὶ πέρασαν τόσοι αἰῶνες καὶ παρὰ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς σοφίας τῶν ἀνθρώπων, ὑπάρχουν σήμερα πολλοὶ νέοι ποὺ ζοῦν σὰν γέροι. Κουρασμένοι διαβάτες ἀπὸ ἕνα κόσμο ποὺ μόνο λέει γιὰ ζωή. Ἀπελπισμένοι στρατοκόποι ἀπὸ ἕνα σύγχρονο πολιτισμὸ ποὺ ἀνέχεται μὲ χαμογελαστὸ προσωπεῖο τὸν θάνατο, τὴν καταστροφὴ τοῦ καλοῦ αὐθορμητισμοῦ, τὸ σβήσιμο κάθε προσδοκίας, τὸν πρόωρο γηρασμό, φτιαγμένος ἀπὸ τὰ ἀβάσταχτα φορτία τοῦ ἄγχους, τῆς ἀποστροφῆς καὶ τῆς φριχτῆς μόνωσης, μοναξιᾶς ποὺ συγκροτεῖ ἕνα νέο «ἡρωδιακοῦ» τύπου φόνο συμπλεγμάτων καὶ ἀνομιῶν, πολλὲς φορὲς μάλιστα τόσο ὀδυνηρός, ὥστε νὰ διχάζει καὶ νὰ σκίζει στὰ δύο τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τῆς νιότης ποὺ παλεύει σὰν πρωτομάρτυρας, γιὰ νὰ κρατηθεῖ στὴν ἰσορροπία τοῦ φυσιολογικοῦ καὶ στὴν ἑνότητα ψυχῆς καὶ σώματος, βασικότατες ἀρχὲς τῶν λόγων, τοῦ μόνου Αἰώνιου Νέου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὑπὲρ τὴ χρηματικὴ καὶ ἄλλη σκοπιμότητα, ὁ Χριστὸς καλεῖ μὲ ἰδιαίτερη θέρμη, τοὺς νέους νὰ γίνουν συμμέτοχοι ἑνὸς ἄλλου πλούτου, θείας εὐλογίας καὶ σοφίας. «Ὁ Θεὸς τῶν Χριστουγέννων», κατὰ τὴν προσφιλῆ ἔκφραση Ἱεράρχου τοῦ Φαναρίου, καλεῖ τοὺς νέους νὰ μὴ γίνουν ὀπαδοὶ ἑνὸς ἢ κανενὸς ἐνθρονισμένου ἡμίθεου ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ φίλοι Του καὶ ἀδελφοί Του, μέτοχοι τῆς ταπεινοφροσύνης τῆς φάτνης Του. Συγκάτοικοι στὸ Σπίτι Του, ποὺ προβάλλει τὸ μέτρο τῆς διάκρισης.

Προκαλεῖ καὶ εἰσέρχεται στὸ ψεῦδος γιὰ νὰ τὸ μεταβάλει εἰς ἀλήθειαν καὶ ἀνακούφιση τῶν ὑπαρξιακῶν λογισμῶν, ποὺ γι' αὐτοὺς λίγοι τούς μιλοῦν, γιατί «πρέπει», ὅπως τοὺς λένε, μέσα ἀπὸ ποικίλους προγραμματισμούς, νὰ φτιάξουν τὴν «καριέρα» τους, ἀπωθοῦντες ἀπ᾽ αὐτοὺς ὑποσυνείδητα κάθε ἄλλη καλὴ πτυχὴ τῆς ζωῆς, κάθε πνευματικὸ προσανατολισμὸ ποὺ δροσίζει τὸ εἶναι, γιὰ νὰ φτάσουν στὸ τραγικὸ τέλος τῆς γηρασμένης καὶ ἀποκαμωμένης νιότης.

Μάθετε σήμερα λοιπὸν καὶ ἀκοῦστε τὸν εἰρηνικὸ Ὕμνο τῆς ἀγάπης ποὺ ξεχύνεται παντοῦ ἀπ᾽ τὴν ταπεινὴ Φάτνη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, Υἱοῦ τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν. Ποτὲ δὲν θὰ παύσει νὰ ὑπάρχει νεανικὸς σκοπὸς καὶ τραγούδι γιὰ σᾶς ποὺ θυσιαστικὰ στέκεστε ἀπέναντι στὸ χάος, τὴν καταστροφὴ καὶ τὴν ἀνισότητα. Μάθετε ὅτι: «πέθαναν αὐτοί πού ζητούσαν τη ζωή τοῦ παιδιοῦ», (Ματθ. 2,8). Ὁ Θεῖος Δομήτορας τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς νιότης εἶναι μέσα σας καὶ ὡς νέοι εἶστε τὰ προνομιούχα πλάσματα τοῦ Θεοῦ.

Δὲν ταιριάζει λοιπὸν σὲ σᾶς ἡ ταπεινολογία, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ ταπεινοφροσύνη χωρὶς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖτε νὰ πλησιάσετε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἄρα πάντα ἀπομονωμένοι, ἀποκαμωμένοι ἀπ᾽ τὴν ἀγάπη τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστὸς μακάρισε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τὰ παιδιά, τοὺς νέους, (Μάρκ. 10,16), δείχνοντας μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο ὅτι εἶναι οἱ αὐθεντικοί Του μαθητές καὶ ὄχι οἱ ὀπαδοὶ Του «Γι᾽ αὐτοὺς εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν», (Ματθ. 19,14). Ἡ Φάτνη Του ἄνοιξε, γιὰ ὅλους καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς νέους, τὴν Βασιλεία Του σὰν δῶρο καὶ ὄχι σὰν ἀνταπόδοση καὶ ὀφειλή.

Εἶστε λοιπὸν οἱ ἀληθινοὶ μαθητὲς ποὺ καλεῖστε καὶ σεῖς σήμερα, νὰ γίνετε «νήπιοι» γι᾽ Αὐτόν. Εὐτυχισμένοι αὐτοὶ ποὺ νιώθουν καὶ αἰσθάνονται ἔτσι. Θὰ ἑορτάσουν Χριστούγεννα μὲ ἐκεῖνες τὶς ἀξέχαστες γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς χριστουγεννιάτικες ἀναμνήσεις τῆς νιότης, ποὺ εἶχαν μέσα τους τὴν ἀναμονή, τὴν προσδοκία τῆς Ἑορτῆς.

* Τό παρόν ἄρθρο τοῦ Ἀρχιμ. Μακαρίου Δουλουφάκη, Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης, νῦν Μητροπολίτου Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας, δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα «Μεσόγειος» Ἡρακλείου, τά Χριστούγεννα τοῦ 1997.

πηγή : Ἐν Ἐσόπτρῳ
Τριμηνιαία ἔκδοση τοῦ Πολιτιστικοῦ Κέντρου - Ἐπικοινωνιακοῦ καί Μορφωτικο Ἱδρύματος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Γορτύνης καί Ἀρκαδίας

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...