/*--

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Γιά τήν ἀγάπη στήν Καινή Διαθήκη

Ἡ Κ. Διαθήκη προβάλλει τήν ἀγάπη ὄχι ἁπλά ὡς καλό ἀνθρώπινο συναίσθη­μα ἀλλ’ ὡς μυστήριο πού προσδιορίζεται ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ καί διαποτίζεται ἀπό τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Γιά νά φτάσει ὅμως στό ὕψιστο αὐτό σημεῖο ἡ Κ. Διαθήκη ἔπρεπε νά ἀφήσει πίσω της, ὡς δεύτερες ἤ τρίτες, ἀντιλήψεις πού πρίν περιό­ριζαν τήν ἀγάπη συχνά μόνο σέ ἐνδοκοσμικές καί πάντως ἀνθρώπινες, κατά τά ἄλλα συμβατές σέ μιά ἐπίπεδη κοινωνία, καταστάσεις. Νά ξεχάσει δη­λαδή ἀντιλήψεις πού ἐγκλώβιζαν τό εὖρος της σέ οἰκογενειακούς μόνο δεσμούς (στή φιλία, στή φι­ λότητα, κ.λπ.). Νά ὑπερβεῖ ἀκόμη καί δυνατά συν­αισθήματα πού τά χαρακτήριζαν γενικά ὡς ἀγάπη (τόν ἔρωτα, τή φιλανθρωπία, τή στοργή, τήν τρυ­φερότητα). Νά ξεπεράσει τέλος καί καλές ἐνσυνεί­δητες ὑπερβατικές καταστάσεις τοῦ ἀνθρώπου, μέσα στίς ὁποῖες πίστευε ὅτι πέτυχε τό ὕψιστο (θρησκευτικές ἐπιταγές γιά τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον, φιλαδελφία κ.λπ.). 

Ἔτσι ἡ Κ. Διαθήκη, στήν ὁποία τό ρῆμα «ἀγαπῶ» καί τό οὐσιαστικό «ἀγάπη» ἀπαντοῦν ἀντίστοιχα 141 καί 116 φορές, ἀνεβάζει κατά πολύ ψηλότερα, ἀπό ὅ,τι ὑπῆρχε στό παρελθὀν, τόν πήχυ τῆς ἀγάπης. Μᾶς λέει ὅτι μιλώντας γιά τήν άγάπη μιλᾶς γιά τόν ἴδιο τόν Θεό μας. Μιλᾶς γιά τό Α καί τό Ω τῆς πίστεώς μας καί τῆς ἠθικῆς μας. Μιλᾶς γιά τό πιό «καθαρό πρᾶγμα» τῆς δημιουργίας. Μιλᾶς γιά τήν ὕψιστη ἐντολή τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης. Μιλᾶς γιά τή σπουδαιότερη καί κορυφαία ἀρετή τῶν Χριστιανῶν. Μιλᾶς, κοντο­λογίς, γιά τό ἅπαν τῆς ὕπαρξής μας. Νά δοῦμε ὅμως τί ἡ Κ. Διαθήκη λέει γιά τήν ἀγά­πη κάπως ἀναλυτικότερα, ἀφοῦ προηγουμένως ρίξουμε μιά σύντομη ματιά γι’ αὐτήν στήν Π. Δια­θήκη.

Ι. Ἡ ἀγάπη στήν Π. Διαθήκη

 Ὁ Θεός στήν Π. Διαθήκη, δημιουργώντας τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση καί περιβάλλοντάς τους μέ τόση καλοσύνη, συνῆψε δεσμούς οἰκείους καί ἄνοιξε διάλογο ἀγάπης μαζί τους. Δεσμούς προσωπικούς καί διάλογο ἀγάπης πού θά ὁδηγοῦσαν σέ πλήρωμα ζωῆς καί τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση. Μέ τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου ὅμως, μέ τήν ἄρ­νησή του δηλαδή νά διαλεχθεῖ «ἐν ἀγάπῃ» μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, οἱ δεσμοί καί ἡ ἐντολή αὐτή γιά διάλογο φάνηκε ὅτι ναυάγησαν. Ὁ Θεός ὅμως οἰκονόμησε τά πράγματα γιά κάτι βαθύτερο καί πιό οὐσιαστικό ἀπό τόν ἀρχικό του σχεδιασμό: τήν ἀποστολή στόν κόσμο τοῦ Υἱοῦ τῆς ἀγάπης, πού θά σαρκώσει πλήρως τήν οὐσία, τό νό­ημα καί τό περιεχόμενο τῆς ἀγάπης καί θά «ζήσει ὡς θεάνθρωπος πιά τό δράμα τοῦ διαλόγου ἀγάπης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου». 

Ἐγκαινίασε συνεπῶς ἀπό τήν πτώση καί μετά ὁ Θεός μιά συμπεριφορά μακροχρόνια πρός προπαρασκευή τοῦ κόσμου, μέ σκοπό ἡ ἀποστολή τοῦ Υἱοῦ του νά βρεῖ ἀνταπό­κριση. Ἔτσι, ἀπό τήν κλήση τοῦ Ἀβραάμ καί τοῦ Μωυσῆ ὥς τούς προφῆτες, σέ πρῶτο πλάνο ὑποδεί­κνυε προοδευτικά καί ἀσταμάτητα στόν Ἰσραήλ ἀφ’ ἑνός νά ἀναγνωρίζει στόν Θεό κυριότητα, πιστό­τητα στή διαθήκη καί στίς ὑποσχέσεις, καλοσύνη, χάρη, στοργή ἀφ’ ἑτέρου νά ἐκφράζει ἀγάπη πρός τόν πλησίον καί πρός κάθε δημιούργημα. Ἀκόμη καί πρός τούς ἀλλοεθνεῖς ἐθνικούς καί τούς ξένους. Σέ δεύτερο ὅμως πλάνο καλλιεργοῦσε, «πολυμερῶς καί πολυτρόπως», τήν ἀναμονή τοῦ Υἱοῦ τῆς ἀγάπης. Ὑπενθύμιζε, φανερῶς καί ἀφανῶς, τήν ἔλευση στόν κόσμο τοῦ Υἱοῦ του, πού δέν θά ἦταν ἁπλά ὁ ἐπηγ­γελμένος Μεσσίας ἀλλά ὁ ἐκφραστής τῆς τέλειας ἀγάπης του. 

Αὐτός θά διόρθωνε τό σφάλμα τοῦ Ἀδάμ, πού ἀρνήθηκε καί τήν θεϊκή καί τήν ἀνθρώπι­νη ἀγάπη. Θά ἔστηνε ξανά καί τό κάθετο καί τό ὁρι­ζόντιο, ὅπως λέμε, δοκό τῆς ἀγάπης: μέ τό κάθετο θά ὑπενθύμιζε τήν ἀγάπη Θεοῦ καί ἀνθρώπων, μέ τό ὁριζόντιο, τήν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἀγάπη. Καί θά ἦταν ὁ δάσκαλος τῆς ἀγάπης. Καί πέραν αὐτοῦ θά ὑπεδείκνυε τό «περισσόν» τῆς ἀγάπης. Καί ὁ Ἰσραήλ πορεύτηκε διά μέσου τῶν αἰώνων, ἄλλοτε συμμορφούμενος, συχνά ὅμως ὄχι, σ’ αὐτήν τήν ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ πορεία, πορεία πόνου, κράτησε ὥς τό ὁριοθετημένο «πλήρωμα τοῦ χρόνου» στήν Κ. Διαθήκη, πλήρωμα κατά τό ὁποῖο ἡ ἀνθρωπότητα ἔφτασε στό δυνατό ἐπίπε­δο, πού μερικῶς τουλάχιστον θά δεχόταν αὐτή τή σαρκωμένη ἀγάπη. 

ΙΙ. Ἡ ἀγάπη στήν Κ. Διαθήκη 

i. «Ὁ Λόγος» ὡς ἡ σαρκωμένη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο 

Στήν Κ. Διαθήκη, λοιπόν, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκ­φράστηκε στόν κόσμο μέ ἕνα μοναδικό γεγονός: τή σάρκωση «τοῦ Λόγου». «Ὁ Λόγος» τοῦ Θεοῦ ἦλθε στόν κόσμο γιά «νά ζήσει ὡς Θεάνθρωπος τό δράμα τοῦ διαλόγου τῆς ἀγάπης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώ­πων». Ἡ ἀγάπη δόθηκε δωρεάν καί ὁριστικά στόν κόσμο, σαρκωμένη καί ὄχι ἰδεατή, στό πρόσωπο «τοῦ Λόγου». Ὁ Υἱός, ὡς νυμφίος, συνῆψε «διαθή­κη» καί τέλεσε τούς γάμους του μέ τήν ἀνθρωπότητα ἀμετάκλητα. Ὁ ἄνθρωπος, δεχόμενος τόν Υἱό, κλή­θηκε ἀπό τή μιά νά ἐγκαταλείψει τήν οἴηση καί τήν καύχηση, πού βασιζόταν στήν ἀτομική του ἀξία ἤ στήν τήρηση τοῦ Νόμου κι ἀπό τήν ἄλλη ἀποδεχό­μενος τόν θάνατό του ἔγινε κι αὐτός ἀγαπητός υἱός τοῦ Θεοῦ προορισμένος νά ζήσει στήν αἰωνιότητα. 

ii. Ο Χριστός ἐκφραστής τῆς τέλειας ἀγάπης 

α) πρός τόν Πατέρα Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο ὡς θεάνθρωπος, ἤ ὡς δεύτερος Ἀδάμ, πού ζεῖ τήν πρός τόν Θεόν ἀγάπη σέ τέλειο βαθμό. Ἡ ζωή Tου ὅλη, οἱ πράξεις Tου καί οἱ λόγοι Tου, ἦταν μιά διηνεκής εὐχαριστία στόν Θεό Πατέρα. Πρωτίστως ὅμως ἡ θυσία Tου ἦταν μιά πράξη πλήρους ὑπακοῆς καί ἀγάπης σέ αὐτόν. Καί ἡ θυσία αὐτή ἔφερε τήν πλήρη καταλ­λαγή καί συμφιλίωση ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Ἔφερε τήν ἀπολύτρωση «διά τοῦ αἵματος αὐτοῦ», τήν ἄφεση τῶν παραπτωμάτων. Ἡ παλαιά ἔχθρα ἤρθη. «Τό μεσότειχον τοῦ φραγμοῦ» κατερρίφθη. 

β) πρός τούς ἀνθρώπους Ἀλλά καί πρός τούς ἀνθρώπους ὁ Χριστός ἐκ­φράζει τέλεια τήν ἀγάπη τοῦ Πατέρα καί τή δική Του. Ἡ ἀγάπη «τοῦ Θεοῦ Λόγου» πρός τόν ἄνθρω­πο καί τήν κτίση ὅλη εἶχε ἐκδηλωθεῖ κατ’ ἀρχάς στήν πρώτη δημιουργία. Ἐκφράστηκε ὅμως σέ τέ­λειο βαθμό στήν ἀναδημιουργία, πού ἐπιτελέσθηκε μέ τό μυστήριο τῆς σάρκωσης. Στό μυστήριο κατά τό ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς ἦλθε κοντά μας καί δίπλα μας νά ζήσει ὡς ἄνθρωπος. Νά ἀφήσουμε τήν ἀγάπη Του πρός τήν κτίση ὅλη, γιατί αὐτή θά ἀποτελοῦσε ξεχωριστό κεφά­λαιο καί νά μιλήσουμε, πάλι πολύ συνοπτικά, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στόν ἄνθρωπο. Αὐτή ἐκδηλώθηκε κατ’ ἀρχάς μέ τό κήρυγμά Του καί τόν συνεχῆ Του λόγο πρός τούς ἀνθρώ­πους, πού, κατά τή ρήση τοῦ Πέτρου, ἦταν «ρή­ματα ζωῆς αἰωνίου». Ἔπρεπε νά ζωογονηθεῖ ἀρ­χικά καί νά ἀναγεννηθεῖ κατά πρῶτο λόγο αὐτό, πού προσεβλήθη πρῶτο κατά τήν πτώση, δηλαδή ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά βρεῖ σ’ αὐτόν πρῶτα θέση καί ἔπειτα ἀνταπόκριση τό πλῆρες μυστήριο τῆς ἀγάπης. Γιατί τό νά ἀγαπᾶς τόν Ἰησοῦ ση­μαίνει ὅτι ἀποδέχεσαι καί φυλᾶς στό κέντρο τῆς ὕπαρξής σου τίς ἐντολές Του. Ἔπειτα ἐκδηλώθηκε μέ τή ζωή Του ὅλη, πού ἦταν μιά ἀνιδιοτελής προσφορά ἀγάπης στόν ἄνθρω­πο. Προσφορά πρός πάντας καί ἐντελῶς ἰδιαίτερα πρός τούς περιφρονημένους καί ἀναξίους. Ἐκεῖνο τό «διῆλθεν εὐεργετῶν» συνοψίζει καί συμπυκνώνει τήν ἀγαπητική του προσφορά πρός ὅλους. Ἡ λέξη «οἰκουμενική» ἤ ἡ λέξη πανανθρώπινη δέν ταιριάζει περισσότερο σέ τίποτε ἄλλο παρά στήν ἔμπρακτη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός ὅλους. Ἐκδηλώθηκε ὅμως, σέ πλήρη συμφωνία μέ τόν Πατέρα, μέ τρόπο ἀποφασιστικό, στή σταυρική θυσία Του γιά χάρη μας. Μέ τήν πράξη αὐτή ἀπο­καλύφθηκε ἡ πλήρης ὑπακοή τοῦ Χριστοῦ στόν Πατέρα καί ἡ ἀγάπη Του πρός τούς δικούς Του. Σ’ αύτή τήν πράξη, συγχωρώντας καί δεχόμενος τούς πάντες, ἐκεῖνος μέν ἔφτασε στή μοναδική στιγμή τῆς «μείζονος ἀγάπης»· ἐμεῖς δέ, ἐνῶ εἴμασταν, ὡς «τέκνα φύσει ὀργῆς», νεκροί διά τῆς ἀπιστίας, ζωο­ποιηθήκαμε καί ἀναστηθήκαμε, ἐξ αἰτίας τῆς πολ­λῆς αὐτοῦ ἀγάπης, σέ νέα ὕπαρξη, ἀναγεννημένοι, «συμπολῖτες τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ», ἱκα­νοί νά ἀγαποῦμε. 

 iii. Ὁ Χριστός ὡς κήρυκας τῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων 

Ἡ σαρκωμένη ὅμως ἀγάπη ἀπαιτεῖ ἀμοιβαι­ότητα. Ὁ Χριστός ἦλθε στό κόσμο ὡς πρόσωπο διαλεγόμενο μέ ἀδελφούς, ὡς πρόσωπο πού ἀπευ­θύνει προσκλητήριο ἀγάπης πρός ἐλεύθερους ἀνθρώπους. Καί σέ τοῦτο ἀκριβῶς βρίσκεται τό δρά­μα τῆς συμμετοχῆς του στόν διάλογο ἀγάπης: ὁ ἀνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά δεχθεῖ ἤ νά ἀρνηθεῖ αὐτήν τήν ἀγάπη. Ἦλθε λοιπόν στόν κόσμο ὁ Χριστός καί ὑπέδειξε: 

α) Ἀγάπη πρός τόν Πατέρα 

Ἡ ἀπαιτούμενη στήν Κ. Διαθήκη ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό Πατέρα εἶναι ἡ ζητού­μενη στήν Π. Διαθήκη ἀπάντηση τῶν ἀνθρώπων στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας». Νά ἀναπτυχθεῖ δηλαδή διάλογος ἀγάπης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ἕνας διάλογος πού ὁπωσδήποτε στοχίζει. Ἀλλά ἡ ἀγάπη δέν εἶναι κατορθωτή παρά μόνο ἄν ὁ Θεός προβεῖ στήν περιτομή τῆς καρδιᾶς καί δώσει στόν ἄνθρωπο τήν ἱκανότητα νά ἀγαπά­ει. Ὁ Θεός ἐξάπαντος γνωρίζει πολλούς τρόπους γιά νά διαλεχθεῖ μέ τό πλάσμα του. Ἐκεῖνος παίρνει πάντα τήν πρωτοβουλία. Ἡ ἀγάπη Του κατευθύ­νεται πάντα στούς ἀνθρώπους. Ἡ Κ. Διαθήκη προ­σθέτει ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι θεοδίδακτοι1 . Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν διδαχθεῖ, ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, τήν θεϊκή ἀγάπη, πού εἶναι τό γνώ­ρισμα τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει μέσα μας ἡ θεϊκή αὐτή ἀγάπη, ἐπειδή γίναμε παιδιά τοῦ Θεοῦ2 . Μᾶς λέει ἐπίσης ὅτι ὁ Θεός ἐμπνέει τήν ἀγάπη, στήν πράξη, ἐν Χριστῷ, καί ὄχι θεωρητικά. Ἀπομένει λοιπόν νά ἐνεργοποιήσουν οἱ ἄνθρωποι τήν ὑπάρχουσα μέσα τους ἀγάπη πρός τόν οἰκτήρμονα Θεό. Μέ γεναιο­δωρία καί χαρά. Γιατί μόνο ὅποιος βιώνει τήν ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ ἔντονα μπορεῖ νά τήν προσφέρει καί στούς ἄλλους ἀληθινά καί ὄχι κάλπικα. 

β. Ἀγάπη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων 

Ἡ μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἀγάπη εἶναι γιά τήν Κ. Διαθήκη χρέος ἀνεξάντλητο. Οἱ σπουδαιότερες ὅμως ἐκφάνσεις της καί οἱ βασικότερες πτυχές της εἶναι οἱ παρακάτω: 

1. Λόγῳ τῆς υἱκῆς σχέσης μέ τόν Πατέρα καί τῆς πίστης τους στό Χριστό οἱ ἄνθρωποι ἀπό «ἄλ­λοι» ἔστω καί «πλησίον» ἔγιναν «ἀδελφοί». Αὐτό σέ καλεῖ νά συνδυάζεις στόν κάθε ἕνα ἄνθρωπο τή δι­πλή ἐντολή. Νά ἐφαρμόζεις δηλαδή τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τήν ἐντολήν τῆς ἀγάπης στόν κάθε πλησίον, γενόμενος ἐσύ ἀδελφός στόν ἄλλο3 . Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἀγάπη στήν Κ. Διαθήκη ἔγινε πανανθρώπινη, χωρίς διαχωρισμό κοινωνικό ἤ φιλετικό4 . Χωρίς περιφιφρόνηση σέ κανένα. 

2. Ἡ προηγούμενη πανανθρώπινη διάσταση τῆς ἀγάπης σημαίνει ὅτι ὁ ἀγαπῶν καλεῖται συ­ νέχεια σέ μιά ὑπέρβαση καί ἀκόμη περισσότερο σέ ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του5 . Αὐθόρμητα ἀφήνεις τόν ἑαυτό σου καί κινεῖσαι πρός τόν ἄλλο, τόν ἐχθρό, τόν ἀλλοεθνῆ, τόν ἀλλόθρησκο. Συγχωρεῖς. Ἀναλαμβάνεις νά σηκώσεις τό σταυρό του. Ἀνέχεσαι. Νεκρώνεσαι, γιατί χωρίς αὐτή τή νέκρωση δέν ὑπάρχει γονιμότητα6 . Αὐτά ὅλα συνιστοῦν ἐπανά­σταση γιατί ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης ὑπερβαίνει τά μέτρα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων. 

3. Xωρίς ἀγάπη ὅμως κανένα ἄλλο ἀνθρώπι­νο χάρισμα δέν ἔχει ἀξία7 . Ἡ ἀγάπη εἶναι πάνω καί ἀπό τή γλωσσολαλία, προφητεία, ἐπίγνωση μυστηρίων, φιλανθρωπία, αὐτοθυσία, παράδοση για καύση τοῦ σώματος. Ἡ ἀγάπη εἶναι τό μέτρο ὅλων, καθώς εἶναι ἡ μοναδική πραγματικότη­τα πού θά μείνει ἐνεργός καί στά ἔσχατα. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι χαρίσματα πρόσκαιρα. Τό χάρισμα λ.χ. τῆς προφητείας καί τῆς γνώσης, τό χάρισμα τῆς πίστης καί τῆς ἐλπίδας εἶναι μέσα προετοιμασίας ἤ πρόγευσης τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τά ὁποῖα ὅταν ἔλθει τό τέλειο θά πάψουν. Θά ὑπάρχει ὅμως τό χάρισμα τῆς ἀγάπης μαζί μέ τήν ἄμεση γνώση τοῦ Θεοῦ, πού ἀνήκουν στό μέλλον. 

4. Μέ τήν ἀγάπη κυρίως οἰκοδομεῖται ἡ ἐκκλη­σία8 . Αὐτή ἐξασφαλίζει κοινωνία μέ τόν Θεό9 . Αὐτή ἀποδεικνύει τήν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν. Μέ αὐτή εἰρηνεύει ὁ κόσμος καί ἡ ἐκκλησία. Μέ τήν μαρτυρία της ὁ κόσμος ἀναγνωρίζει τόν Ἰησοῦ ὡς ἀπε­σταλμένο τοῦ Πατέρα10. Αὐτή συνιστᾶ τό κέντρο τῆς διαθήκης πού ἄφησε ὁ Χριστός11. 

5. Ἡ ἀγάπη, ὡς καρπός τοῦ Πνεύματος12, βρί­σκεται πάνω καί ἀπό τόν Νόμο τῆς Παλαιᾶς13 καί τόν ὑπόλοιπο Νόμο τῆς Καινῆς. Αὐτή τόν ὁλοκληρώνει καί τόν νοηματοδοτεῖ. 

6. Ἡ ἀγάπη γίνεται φανερή καί ἐντός καί ἐκτός ἐκκλησίας μέ πράξεις. Δέν ὑπάρχει νοητική μόνο ἤ θεωρητική ἀποδοχή τῆς ἀγάπης παρά ἔμπρακτη. Ἁπλό παράδειγμα ἀπό τήν Κ. Διαθήκη εἶναι ὁ ἔρα­νος (λογεία) ὑπέρ τῶν πτωχῶν ἐκκλησιῶν τῶν ἱε­ροσολύμων, πού πραγματοποιοῦσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος14.Ὁ ἀπό ἀγάπη κινούμενος αὐτός ἔρανος ἀποδεικνύει ὅτι αὐτή καί μόνο αὐτή ἀποτελεῖ ὅπλο ἀποτελεσματικό γιά τήν κατάργηση ἀνισοτήτων ἤ ἄλλων θεσμικά κατοχυρωμένων «μέτρων» αὐτῆς τῆς κοινωνίας (δουλεία κ.λ.π.). 

7. Μέ αὐτή ὁ ἄνθρωπος καθίσταται τέλειος γιά τήν ἡμέρα Κυρίου15. Καί σύμφωνα μέ αὐτή θά κριθοῦμε τήν ἡμέρα ἐκείνη16. Δέν θά ὑπάρχει ἄλλο συγκεκριμένο καί χειροπιαστό κριτήριο. Ὅλες αὐτές οἱ ἐκφάνσεις καί τά γνωρίσματα τῆς ἀγάπης τήν ἀναδεικνύουν ὡς τή μόνη σταθερή ἀξία καί τοῦ παρόντος καί τοῦ μέλλοντος.  

Πρωτοπρεσ. Ἰωάννου Γ. Σκιαδαρέση, Ἀν. Καθηγητῆ Α.Π.Θ. 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 1. Α΄ Θεσ 4,9. 
2. Α΄ Ιω. 4,7. 
3. Λκ. 19,26 ἑξ. 
4. Γαλ. 3,28. 
5. Ιω. 12, 24ἑξ. 
6. Ἰω. 12,24 ἑξ. 
7. Βλ. τόν ὕμνο τῆς ἀγάπης στήν Α΄ Κορ. κεφ. 13. 
8. Α΄ Κορ. 8,1. Ἐφ 4,16. 
9. Α΄ Ἰω. 4,7-5,4. 
10. Ἰω. 17,21. 
11. Ἰω. 13,34 ἑξ. 
12. Ρωμ. 5,5. Γαλ. 5,22-23. 
13. Βλ. ὅλη τήν πρός Γαλάτας. 
14. Β΄ Κορ. Κεφ. 8 καί 9. 
15. Φιλ.1,9ἑξ. 
16. Μθ. 25,31-46.

πηγή : H OΔOΣ
ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...