/*--

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὡς διδάσκαλοι καί παιδαγωγοί


Τήν 30ή τοῦ μηνός Ἰανουαρίου κάθε χρόνου, Ἐκκλησία καί Παιδεία, δάσκαλοι καί μαθητές, παιδαγωγοί καί παιδαγωγούμενοι, γιορτάζουμε τή μνήμη τῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν καί Οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου μέ τόν «ἔνθεον νοῦν», Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «τήν θείανφωνήν» καί Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου μέ τό «πάγχρυσον στόμα».Ἡ γιορτή αὐτή σοφότατα καθιερωμένη ὡς γιορτή τῶν ἑλληνικῶν καί χριστιανικῶν γραμμάτων, πέρα ἀπό τό ὅτι θέλει νά ὑπενθυμίζει τήν ἀξία τῶν ἰδανικῶν τοῦ Γένους μας, προβάλλει τούς Τρεῖς με γά λους Πατέρες ὡς πρότυπα γιά ὅσους σπουδάζουν ἤ δι δάσκουν στά σχολεῖα. Καί οἱ τρεῖς ὑπῆρξαν «ἔργῳ καί λόγῳ» ἄριστοι διδάσκαλοι καί παιδαγωγοί, προσωπικότητες ἀπό τίς λίγες στήν ἱστορία τῆς παιδείας δικαιούμενοι, νά φέρουν ἀνεπιφύλακτα τόσο τόν τίτλο τοῦ δασκάλου, ὅσο καί τόν τίτλο τοῦ παιδαγωγοῦ. 

Διαπρεπεῖς ἐρευνητές ἀποδέχονται τήν ἄποψη ὅτι οἱ Πατέρες, αὐτοί τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ. ἔθεσαν τά θεμέλια ἑνός νέου πνευματικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος «ἐνῶ εἶχε τίς ρίζες του στόν πολιτισμό τῆς κλασσικῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας, παρουσιάζεται ριζικά διαφοροποιημένος χάρη στήν καθοριστική ἐπίδραση τοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος πού τόν ἐξέθρεψε». Εἰδικότερα οἱ Τρεῖς σήμερα τιμώμενοι Ἱεράρχες καί διδάσκαλοι, ἐμπνεόμενοι ἀπό τόν Δάσκαλο τῶν δασκάλων καί Καθηγητή τῶν καθηγητῶν ὅλων τῶν αἰώνων, τόν Ἰησοῦ Χριστό, συνέβαλαν σέ μεγάλο βαθμό στή δημιουργία ἑνός νέου γιά τήν ἐποχή ἐκείνη ἀκραιφνοῦς καί ὑγιοῦς πνευματικοῦ πολιτισμοῦ καί ἑνός νέου ἰδεώδους ἀγωγῆς καί παιδείας. Μέ τήν παιδαγωγική τους σοφία καθιέρωσαν τό παιδαγωγικό πρότυπο τοῦ «χριστιανοῦ ἀνθρώπου», τό ὁποῖο ὑποβοηθᾶ τούς νέους νά πραγματώσουν στή ζωή τους τό ἰδεῶδες τῆς ἀληθινῆς μόρφωσης καί νά ἀδράξουν τό νόημα τῆς ζωῆς καί τόν ἀληθινό τους προορισμό.

Ἡ ἐκπαίδευση καί οἱ πνευματικοί ἡγέτες τοῦ τόπου μας τιμοῦν «τούς δασκάλους τῆς κτίσεως ἁπάσης καί τούς τοῦ Λόγου Ρήτορας». Ὁ Ἑλληνισμός, ὅπου γῆς, τούς τιμᾶ ὡς κατ’ ἐξοχήν πρότυπα τῆς ἐπιστήμης καί τῆς διαπαιδαγώγησης τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων. Ὅλα δέ τά ἀνώτερα καί ἀνώτατα πνευματικά ἱδρύματα ἔχουν καθιερώσει τήν 30ή Ἰανουαρίου ἀργία καί τή θεωροῦν ὡς ἡμέρα τῶν γραμμάτων καί συγχρόνως ἀποτίουν φόρο τιμῆς, μνήμης καί εὐγνωμοσύνης σέ ὅλους ὅσοι διετέλεσαν καθηγητές, δωρητές καί εὐεργέτες τῆς παιδείας τοῦ Γένους. Σέ μία ἐποχή, πού ἡ παιδεία μας «τό μεγάλο μας πάντα πρόβλημα» μεταρρυθμίζεται καί ἀνασυντάσσεται ἀναζητώντας μέσα ἀπό μέτρα ἐκσυγχρονισμοῦ τήν ποιοτική ἀναβάθμισή της, ἐπιβάλλεται «εἴπερ ποτέ καί ἄλλοτε» ἡ ἀναβάπτισή της καί ἡ ἀναβάπτιση ὅλων μας στή σκέψη, τό λόγο καί τά ὁράματα τῶν «ἔνθεων καί σοφῶν διδασκάλων», τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Πῶς δικαιολογεῖται ὅμως οἱ Τρεῖς αὐτοί Ἱεράρχες ἀπό τό μεγάλο στερέωμα τῶν Ἑλλήνων Πατέρων νά θεωροῦνται ὡς κατ’ ἐξοχήν προστάτες τῆς Ἑλληνορθόδοξης Παιδείας καί ὡς ρηξικέλευθοι παιδαγωγοί καί δάσκαλοι τοῦ Γένους μας;

Ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπογραμμίζει ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὑπῆρξαν: «Τῆς ἐκκλησίας τά μεγάλα προπύργια», «οἱ στύλοι τῆς Εὐσεβείας», «τά τοῦ Πνεύματος ὄργανα», «οἱ ἐπίγειοι ἄγγελοι», «οἱ τῆς Οἰκουμένης διδάσκαλοι». Καί ὅμως δέν ὑπῆρξαν μόνο ἱερωμένοι ἤ ἁπλοί καί μονομερεῖς θεολόγοι, ἀλλά ἦταν στήν κυριολεξία «πανεπιστήμονες», πρωταθλητές τοῦ πνεύματος καί τῆς ἀρετῆς. Θά χρειαζόταν νά πεῖ κανείς παρά πολλά γιά νά ξετυλιχθοῦν μπροστά στά μάτια μας ἐλάχιστες μόνο πτυχές τῆς ἀκάματης ποιμαντικῆς τους δραστηριότητας, τῆς ἀπαράμιλλης συγγραφικῆς τους δύναμης καί τῆς ἀσυναγώνιστης διδασκαλικῆς καί παιδαγωγικῆς τους σοφίας. Ὡς μαθητές καί φοιτητές ὑπῆρξαν ὑποδείγματα, πρότυπα γιά τούς συμμαθητές καί συμφοιτητές τους. Τούς συνέδεε τόσο ἡ βαθιά γνώση τῆς ἀρχαίας καί θείας σοφίας, ὅσο καί κάποια ἀνώτερα ψυχικά καί πνευματικά γνωρίσματα.

Ὁ Βασίλειος (330 379) τά πρῶτα γράμματα τά ἔμαθε ἀπό τόν πατέρα του καί μετά φοίτησε σέ διάφορες σχολές τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας του, τῆς Καισάρειας καί τοῦ Βυζαντίου. Ἦλθε ἔφηβος στήν Ἀθήνα καί σπούδασε μέ ζῆλο, ἐπιμέλεια καί θαυμαστή ἐπίδοση φιλοσοφία καί ἰατρική, καθώς καί νομική, ἀστρονομία καί ρητορική μέ μεγάλη ἐπιτυχία. Στήν πόλη τῆς Παλλάδας συναντήθηκε μέ τό Γρηγόριο τό Ναζιανζηνό καί ἔκτοτε συνδέθηκαν μέ μία σπάνια φιλία, γιά τήν ὁποία ὁ Γρηγόριος ἔλεγε: «φαινόταν σάν νά εἴχαμε μία ψυχή σέ δυό σώματα», «ἦμεν ὁμόστεγοι, ὁμοδίαιτοι, ὁμοτράπεζοι». Τό συγγραφικό του ἔργο εἶναι ἀπαράμιλλο. Διακρίνεται γιά τήν ἀκρίβεια καί τήν καθαρότητα τῶν λόγων του, τό ρεαλισμό καί τή βαθιά κριτική δύναμη τοῦ πνεύματός του. Ἤρεμος, ἀποφασιστικός, θαρραλέος μέ σταθερή θέληση καί ἔμφυτο θάρρος, ἦταν τά χαρακτηριστικά τῶν ψυχικῶν του ἀρετῶν πού τόν ὠθοῦσαν σέ κοινωνική δράση καί κοινωνικό ἔργο.

Ὁ Γρηγόριος (328 391 μ.Χ.) σπούδασε κι αὐτός στή Ναζιανζό τῆς Καππαδοκίας, στήν Καισάρεια, ὅπου ἀρχικά γνώρισε τό Βασίλειο καί συνέχισε τίς φιλοσοφικές σπουδές του στήν Παλαιστίνη, τήν Ἀλεξάνδρεια καί τήν Ἀθήνα, ὅπου γνώρισε καί τόν Ἰουλιανό τόν Παραβάτη. Ἦταν θεωρητικός θεολόγος, ρομαντικός, ἐνῶ ἡ εὐγλωττία του καί τό ποιητικό του τάλαντο δέν ἦταν συνηθισμένα. Ἄνθρωπος φιλήσυχος ἀναμειγνυόταν στά κοινά καί στή δράση ὅταν τό ἀπαιτοῦσαν οἱ περιστάσεις. Πάνω ἀπ’ ὅλα ἐπιβλήθηκε μέ τήν ἀρετή του.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (354 407 μ.Χ.) ἦταν ὁ διαπρεπέστερος μαθητής τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ ρήτορα Λιβάνιου καί ἀρχικά ἄσκησε τό ἐπάγγελμα τοῦ ρητοροδιδάσκαλου. Ἡ ρητορική του δεινότητα, ἡ φιλολογική του κατάρτιση καί ἡ ἱκανότητα νά πείθει τό λαό ἀποτελοῦσαν προQποθέσεις γιά μία πετυχημένη πολιτική σταδιοδρομία. Ὁ Χρυσόστομος ὅμως ἀκολούθησε ἄλλη πορεία, τήν πορεία τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης, τῆς δράσης στήν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ, τῶν πτωχῶν, τῶν ἀποδιωγμένων, τήν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας, τήν κάθαρση αὐτῆς καί τόν ἀκάματο μόχθο γιά τήν ἀρετή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τόν κέρδισε ἡ Θεολογία καί ὄχι ἡ Νομική καί τά δικαστήρια. Ὁ Χρυσόστομος ἀναδείχτηκε ρήτορας θαυμαστός, ἀπαράμιλλος χειριστής τοῦ λόγου, εὐθύτατος καί διεισδυτικότατος ψυχολόγος καί καταπληκτικός παιδαγωγός. Ἀνήκει στά φωτεινά ἀστέρια, ὄχι μόνο στό στερέωμα τῶν Ἑλλήνων Πατέρων καί διδασκάλων, ἀλλά τῆς Οἰκουμένης.

Καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες «τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι» ὑπῆρξαν ἄνθρωποι πού συνδύασαν ἄριστα ἐπιστήμη καί ἀρετή, μόρφωση καί δράση, θεωρία καί πράξη, ἀλήθεια καί ἀγάπη. Τά πολύπλευρα καί πολυδιάστατα ἔργα τους δίνουν μέχρι σήμερα τό στίγμα τόσο τῆς ἰδιαιτερότητας, ὅσο καί τῆς οἰκουμενικότητας, τῆς σκέψης καί διδαχῆς τους. Ἀπέβησαν στέρεα καί ἀμετάθετα σύμβολα τῆς ἑλληνορθόδοξης παιδείας, ἀνυποχώρητοι ἥρωες τῆς πίστης καί τῆς ἀλήθειας, ὅπως ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τούς καταξίωσε. Καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἔτρεφαν μεγάλη ἐμπιστοσύνη στήν ἀναμορφωτική δύναμη τῆς ἀγωγῆς καί τῆς παιδείας. «Τῆς τέχνης ταύτης οὐκ ἔστιν ἄλλη μείζων· τί γάρ ἴσον τοῦ ρυθμίσαι ψυχήν καί διαπλάσαι νέου διάνοιαν» (P.G. 58, 584), διερωτᾶται ὁ Χρυσόστομος. 

Ὁ Γρηγόριος ἐξ ὀνόματος καί τῶν ἄλλων δύο διακηρύσσει: «Οἶμαι (=νομίζω) πᾶσιν ἀνωμολογῆσθαι τῶν νοῦν ἐχόντων, παίδευσιν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀγαθόν εἶναι τό πρώτον». Πράγματι, πόση ἀλήθεια κρύβει αὐτή ἡ θέση τοῦ Γρηγορίου, ὅτι τό ἔργο τῆς ἀγωγῆς καί παιδείας τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων, ἰδιαίτερα σήμερα εἶναι «τέχνη τεχνῶν» καί «ἐπιστήμη ἐπιστημῶν» καί ἀκόμη ὅτι οἱ δάσκαλοι «καθαρθῆναι πρῶτον καί εἶτα καθᾶραι, σοφισθῆναι καί εἶτα σοφίσαι». Παρότρυνε τούς δασκάλους «ἤ μή διδάσκειν ἤ διδάσκειν τῷ τρόπῳ». Ὁ Βασίλειος δέ ὑπογράμμιζε: «Ὁ τόν κειμένον ἐγείρειν βουλόμενος ὑψηλότερος εἶναι τοῦ πεπτωκότος ὀφείλει» πού σημαίνει ὅτι ὁ δάσκαλος παιδαγωγεῖ ἤ διδάσκει τόσο μέ τίς γνώσεις του, ὅσο καί μέ τό παράδειγμά του. Ὁ δάσκαλος καί γιά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες ἔχει συνείδηση τῶν λόγων καί πράξεών του καί γι’ αὐτό «οὐδέν ἀνάρμοστον οὐδέ ἐκμέλει ἑαυτῷ συνειδώς», πού πάει νά πεῖ ὅτι πρέπει νά ἔχει ἐπίγνωση τοῦ ὑψηλοῦ λειτουργήματός του. Οἱ παιδαγωγικές ἰδέες, γνῶμες καί ἀντιλήψεις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἐκείνης τῆς μακρινῆς ἐποχῆς εἶναι σύμφωνες μέ τίς σύγχρονες περί ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων θέσεις τῆς ἐπιστήμης τῆς παιδαγωγικῆς. 

Ὁ Χρυσόστομος ἦταν θιασώτης μιᾶς ἀγωγῆς τῶν νέων «ἐν ἐλευθερίᾳ», χωρίς καταπίεση καί αὐταρχισμό. Τά λόγια του εἶναι καθαρά: «Μή παροργίζετε τά τέκνα ἡμῶν, οἷον οἱ πολλοί ποιοῦσιν … οὐχ ὡς ἐλευθέροις ἀλλ’ ὡς ἀνδραπόδοις» (P.G. 62, 150). Ὁ σκοπός τῆς παιδείας κατά τόν Βασίλειο εἶναι ἡ ἀνύψωση τοῦ παιδαγωγούμενου, τοῦ μαθητῆ, στόν κατά φιλοσοφίαν βίον. Μορφωμένος καί σοφός δέν εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι πολύξερος, ἀλλά ὁ τελειωμένος κατά Χριστόν ( Ἑρμ. εἰς τόν Προφ. Ἡσ. Α΄ 5070). Ὁ Χρυσόστομος δίδει ἐπιγραμματικά τά βασικά στοιχεῖα μιᾶς ἀποτελεσματικῆς παιδείας καί συνοψίζει σέ τέσσερα σημεῖα ὀργανικά συνδεδεμένα μέ τήν ἀγάπη καί τό σκοπό τῆς ἀγωγῆς. 

1. Τό «χαλινοῦν μετ’ ἀκριβείας», δηλ. ἡ ἀκρίβεια τῆς χαλιναγώγησης τῶν νέων. Νά γνωρίζουν τί ἐπιδιώκουν, νά θέτουν στόχους, νά ἔχουν προοπτικές. 

2. Τό «ἐθίζειν πρός τά δέοντα». Ὁ ἐθισμός σ’ ἕναν τρόπο ζωῆς. 

3. Τό «ρυθμίζειν». Ἡ παιδεία εἶναι ἀγωγή μέ τή διδασκαλία καί ἐπιβάλλεται νά υἱοθετεῖ τέτοιες στάσεις καί συμπεριφορές στόν παιδαγωγούμενο, ὥστε νά γνωρίζει μέ τό «κριτικό πνεῦμα» καί τήν «κριτική συνείδηση» ὅ,τι εἶναι καλύτερο γιά τόν ἴδιο καί τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας. 

4. Τό «κολάζειν τά νοσήματα τῆς ψυχῆς». Ἡ προσπάθεια νά θεραπεύσει τά νοσηρά ψυχικά συμπτώματα τοῦ νέου.

Σταχυολογοῦμε μερικές διαχρονικές παιδαγωγικές ἀρχές (= ἀξιώματα) τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στό ρόλο, τό ἔργο καί τήν προσωπικότητα τοῦ δασκάλου. «Οὐδέν γάρ ἴδιον πρός διδασκαλίαν ἐπαγωγόν ὡς τό φιλεῖν καί φιλεῖσθαι» (P.G. 62, 529) «Καί τόν θρασύν ἐπιεικῆ καί τόν ἀσελγῆ σώφρονα ποιεῖ τό φιλεῖν» (P.G. 61, 285), τονίζει ὁ Χρυσόστομος καί παροτρύνει: «μακροθυμεῖτε πρός πάντας καί πρός ἀτάκτους σφόδρα· οὐδέν γάρ τούτου φάρμακον ἴσον τῷ διδασκάλῳ». Ἡ γνώμη τοῦ Χρυσοστόμου γιά τήν ἀγωγή καί παιδεία «ἐν Χριστῷ» τῶν μαθητῶν εἶναι πολύμορφη καί πολυπρισματική. Διέγνωσε πόσο μεγάλη σημασία ἔχει γιά τό διδασκόμενο ἡ διδασκαλία νά γίνεται μέ ἀγάπη πρός αὐτόν. Σημειώνει ὅτι ὁ μαθητής θά πρέπει νά συμμετέχει ἐνεργά στή διδασκαλία καί νά διατυπώνει ἀπορίες καί γνῶμες. Κάνει λόγο γιά τή λιτότητα καί τήν ἀποφυγή ἐπαναλήψεων, ὥστε νά ἐξασφαλίζεται ἡ ψυχοσωματική ἀνάπτυξη τοῦ μαθητῆ (P.G. 49, 190). Ὁμιλεῖ γιά τήν ἐπίδραση τῆς γυμναστικῆς, τήν ἐπενέργεια τῆς μουσικῆς καί ὑπογραμμίζει ὅτι ὁ παιδαγωγός πρέπει νά ἔχει ἐπιστημονική ἐπάρκεια καί νά εἶναι ἀκέραιος χαρακτήρας. Ἐπιβάλλεται ὁ παιδαγωγός ν’ ἀποσκοπεῖ στή διαμόρφωση τοῦ παιδιοῦ σέ εἰκόνα Θεοῦ καί «τό καθ’ ὁμοίωσιν ἀποδιδούς» (P.G. 62, 144).

Γιά τό Γρηγόριο τό παράδειγμα τοῦ δασκάλου στήν ἐφαρμογή τῶν ὅσων διδάσκει εἶναι ἡ βάση τῆς ἀγωγῆς. Κατά τόν Μέγα Βασίλειο ὁ διδάσκαλος ἐπιβάλλεται νά τυγχάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν μαθητῶν του. Ὅταν δέ διδάσκει, δέν πρέπει νά εἶναι μήτε ἀσαφής, μήτε περιττός καί μάταιος. Δέον νά εἶναι σύντομος, ὥστε νά μήν κουράζει τή μνήμη τῶν μαθητῶν χωρίς πάλι νά εἶναι καί ὑπερβολικά βραχύλογος. Ἀκόμη δέν πρέπει νά διδάσκει πολλά. Πολλές φορές «δέον νά ταυτολογῇ» ὥστε διά τῆς ἐπαναλήψεως νά ἐμπεδώνει τίς γνώσεις τῶν μαθητῶν. Ἐπιβάλλεται νά ἀρχίζει ἀπό τά γνωστά καί νά χρησιμοποιεῖ κατανοητή γλώσσα γιά τούς μαθητές του. Ἡ διδασκαλία νά γίνεται ἐποπτικά: «ὡς τῶν πραγμάτων μᾶλ λον ἐμποιούντων τήν πληροφορίαν τῆς ἀληθείας. Ὀφείλει, δέ ὁ διδάσκαλος νά εἶναι «ἑαυτοῦ διδάσκαλος καί νόμος ἔμφυτος καί κανών ἀρετῆς» (Κατ’ Εὐνομίου Β΄: Α΄ 2413 καί 285 Α).

Μία ἄλλη παιδαγωγική καί διδακτική ἀρχή ἀναφέρεται στήν ἐπιλογή τῆς διδακτέας ὕλης. Στό τί πρέπει οἱ μαθητές νά μαθαίνουν. Στό γνωστό σύγγραμμά του «Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» ὁ Βασίλειος λέγει ὅτι ὅπως ὁ κηπουρός παραμερίζει τ’ ἀγκάθια γιά νά κόψει τά τριαντάφυλλα, ἔτσι καί ὁ σωστός δάσκαλος ὀφείλει νά προσέχει τή διδασκαλία τοῦ μαθήματός του πρός τούς μαθητές του, ὥστε νά τρέφονται, μορφώνονται καί ἀναπτύσσονται ὁμαλά: «Καί καθάπερ τῆς ροδωνιᾶς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι, τάς ἀκάνθας ἐκλίνομεν, οὕτω καί ἐπί τῶν τοιούτων λόγων. Ὅσον χρήσιμον καρπωσάμενος τό βαλβερόν φυλαξόμεθα». Ἡ ἀξία τοῦ δασκάλου κατά τόν Χρυσόστομο διαφαίνεται, ὅταν ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά δέν τόν ἔχουν ἀνάγκη οἱ μαθητές του. Ἀληθινά «παιδαγωγοῦ μεγίστου ἐγκώμιον γένοιτ’ ἄν τό μηκέτι δεῖσθαι τῆς παρ’ αὐτοῦ φυλακῆς εἰς σωφροσύνην τόν ὑπ’ αὐτοῦ παιδαγωγηθέντα νέον, εἰς μείζονα ἐπιδόντα ἀρετήν» (P.G. 48, 859, 860 καί 63, 768).

Δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι οἱ τρεῖς τιμώμενοι διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας δέν ἄφησαν θέμα παιδαγωγικό καί διδακτικό τό ὁποῖο νά μήν τό ἔχουν ἀντι μετωπίσει. Τούς ἀπασχόλησε ὁ σκοπός τῆς ἀγωγῆς καί παιδείας τῶν νέων, ἡ προσωπικότητα τοῦ παιδαγωγοῦ, ἡ μεθοδικότητα τῆς διδασκαλίας, ἡ ἑλκυστικότητα τοῦ μαθήματος, οἱ ἀντιληπτικές ἱκανότητες καί δυνατότητες τῶν μαθητῶν, τά μέσα ἀγωγῆς, οἱ ποινές καί οἱ ἀμοιβές, τό μεγάλο θέμα τοῦ ἐπαγγελματικοῦ προσανατολισμοῦ, ἡ διδασκαλία μέ ἐποπτικό τρόπο. Σήμερα ζοῦμε σέ μία κοινωνία μεταλλαγῶν καί ἐξελίξεων μέ κύριο γνώρισμα τήν ἐξέλιξη τῆς τεχνολογίας καί τήν ἐξάπλωση τῆς πολυπολιτισμικότητας. Μία πρωτοπόρα ἀξιοποίηση τῆς παιδευτικῆς διαχρονικῆς παράδοσης τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί ὅλων τῶν πνευματικῶν συνοδοιπόρων τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ σημαίνει ἀντιμετώπιση τῆς νέας αὐτῆς πραγματικότητας καί πρόκλησης ναί μέν, μέ νέους τρόπους μέσα καί μορφές ἀγωγῆς καί διδασκαλίας τῶν νέων πού θά διακρίνονται ἀπό ἐκσυγχρονισμό, ρεαλισμό, ὑπευθυνότητα καί ἀποτελεσματικότητα, ἀλλά πρωτίστως ἀπό ἀγάπη. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὅπως καί ὅλοι οἱ πνευματικοί συνοδοιπόροι τῆς Ἐκκλησίας, πίστευαν ὅτι τό μεγαλύτερο σχολεῖο εἶναι τό σχολεῖο τῆς ἀγάπης καί ὅτι ἡ ἀγωγή τῶν νέων εἶναι ἡ πιό σπουδαία τέχνη. Ἡ ἀγάπη γιά τούς μαθητές του εἶναι τό βασικό γνώρισμα τοῦ παιδαγωγοῦ, ὅπως εἶναι καί τό κύριο γνώρισμα τοῦ Χριστιανισμοῦ (P.G. 63,213).

Ἕνα σχολεῖο, πού θά τό χαρακτηρίζαμε σήμερα «χριστιανικό», ἀποβλέπει σέ μία ἀποτελεσματική ἀγωγή, ἡ ὁποία προάγει μέ τήν παιδαγωγική τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τήν ἀτομικότητα τοῦ παιδιοῦ – ἐφήβου μαθητῆ, καί ἐξανθρωπίζει τήν κοινωνία. Οἱ μαθητές σ’ ἕνα τέτοιο τύπο σχολείου συνεχίζουν μέ περηφάνια τή μακρά παιδευτική παράδοση τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων, τῶν πατέρων τους, καί ἐμπνέονται ἀπό τό ἀθάνατο ἑλληνικό πνεῦμα. Οἱ μαθητές αὐτοί τοῦ σχολείου τρέφουν, τό πνεῦμα τους μέ τήν ἑλληνορθόδοξη παιδεία καί διαιωνίζουν τά ἑλληνορθόδοξα ἰδεώδη καί ἰδανικά. Ἡ παιδεία πού παρέχει ἕνα τέτοιο σχολεῖο εἶναι παιδεία ξεχωριστή καί ἐξαιρετική, γιατί εἶναι ριζωμένη στόν ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῆς ἑλληνορθόδοξης πίστης καί στήν ἀνεκτίμητης ἀξίας κλασική, βυζαντινή καί νεότερη ἑλληνική κληρονομιά. Ἡ ἑλληνική αὐτή παιδεία εἶναι παιδεία καί ἀγωγή, ἡ ὁποία ἔχει ὡς σταθερό θεμέλιο καί ἀπαρασάλευτη βάση τήν ὀμορφιά – «τό κάλλος» καί τόν πολιτισμό πού ἀποπνέει ἡ γλώσσα μας ἡ Ἑλληνική «ἡ γλώσσα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων καί συγγραφέων, ἡ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων», στήν ὁποία διδάσκονται ὅλα τά μαθήματα τοῦ Ὡρολογίου Προγράμματος τῶν σχολείων μας.

Ἕνα τέτοιο σχολεῖο κατανοεῖ τίς ὄντως ἰδιαίτερες καί ἐξαιρετικές συνθῆκες ζωῆς πού ζοῦν τά παιδιά καί οἱ ἔφηβοι σήμερα ὅπου δάσκαλοι καί καθηγητές τούς προσφέρουν τό «ἄριστο καί τό μέγιστο». Ἕνα τέτοιο σχολεῖο ἀποβαίνει γιά τά παιδιά καί τούς ἐφήβους ἕνας χῶρος ὅπου ἡ μόρφωση καί ἡ ἀγωγή ἔχουν ὅσο τό δυνατό διαμαθησιακό, παιδευτικό χαρακτήρα καί στόχο. Ἕνα τέτοιο σχολεῖο συνδυάζει τήν πολυμάθεια ὄχι μόνο μέ τό «εὖ πράττειν», ἀλλά καί μέ τό «εὖ εἶναι» καί μέ τό «εὖ γίγνε σθαι». Ἕνα τέτοιο σχολεῖο παροτρύνει τούς μαθητές μέ τά λόγια του Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ Ἀποστόλου τῆς Εὐρώπης καί τοῦ κόσμου στήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή του: «Ὅσα ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τιςἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε».

τοῦ Ἰωάννη Β. Τσάγκα, Συμβούλου Θεολόγων

πηγή : Η ΟΔΟΣ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...