/*--

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Ὁ θεολογικός λόγος περί τοῦ πόνου

Οἱ ἔννοιες τῆς Θεολογίας καί τοῦ πόνου φαινομενικά δέν συσχετίζονται. Τό σημεῖο συναντήσεώς τους εἶναι τό «μυστήριο» τόσο τοῦ Θεοῦ, ὅσο καί τοῦ πόνου. Τή συνάφεια τῶν δυό μυστηρίων καλεῖται νά ἀνιχνεύσει ἡ θεολογική σκέψη, ἐπιτελώντας ἔργο διακριτό καί ἀπό τίς ἐπιστῆμες τῆς ἰατρικῆς καί τῆς βιολογίας, ἀλλά καί ἀπό τήν ὅποια φιλοσοφική ἀνθρωπολογία. Αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά ζητήσουμε εἰσαγωγικά συγχώρεση ἀπό τούς συνανθρώπους μας πού πονοῦν, τουλάχιστον περισσότερο ἀπό ἐμᾶς. Ἐγκύπτουμε στό θέμα τοῦ πόνου μέ τήν αἴσθηση ἑνός ἐλλείματός μας: ὅτι κάποιοι ἀδελφοί μας θά μποροῦσαν νά μιλήσουν μέσα ἀπό τήν τραγική βιωματικότητα τοῦ πόνου, κι ὅτι σέ σχέση μέ τήν τραγικότητα αὐτή ὁ δικός μας λόγος ὠχριᾶ. 

1. Μία βιβλική προσέγγιση 

Ἡ συστηματική βιβλική μελέτη τοῦ θέματος τοῦ πόνου εὑρίσκεται ἐκτός τῶν προδιαγραφῶν τῆς παρούσας παρέμβασής μας. Ἐπιγραμματικά, ἑπομένως, ἄς ἐπισημάνουμε κάποιες ἀξιοσημείωτες ἀλήθειες, τίς ὁποῖες καταγράφει ἡ Παλαιά Διαθήκη: 

(α) Ὡς σημαντικό γιά τόν ἄνθρωπο μαρτυρεῖται ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τόν πόνο. Γι’ αὐτό ἐξαίρεται τό ἀγαθό τῆς ὑγείας ὡς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ καί μακαρίζεται ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος «ζῶν καί ὑγιής αἰνέσει τόν Κύριον»1. Ὁ πόνος ὑποδηλώνεται ὡς δοκιμασία δυσβάσταχτη, τήν ὁποία ὁ ψαλμωδός διεκτραγωδεῖ κατά τή διατύπωση τῶν αἰτημάτων τῆς προσευχῆς του2. Στά πλαίσια αὐτά τοποθετεῖται καί ἡ ἰδιαίτερη τιμή πρός τήν ἰατρική, ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τόν πόνο3. 

(β) Τά παραπάνω ἀποτελοῦν τήν αὐτονόητη πτυχή τοῦ πόνου. Οἱ μαρτυρίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅμως, καθίστανται συνθετότερες, ὅταν ἅπτονται τοῦ θέματος τῆς αἰτίας τοῦ πόνου. Καί τοῦτο διότι ὁ πόνος συσχετίζεται μέ τήν παραβίαση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ4, ἡ δέ ἀπαλλαγή ἀπ΄ αὐτόν μέ τήν τήρηση τους5. Εἶναι σαφές ὅτι ἡ θεώρηση αὐτή τῶν αἰτίων τοῦ πόνου πηγάζει ἀπό τό πρωταρχικό γεγονός παραβιάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, ὅταν γιά πρώτη φορά ἐξαγγέλεται ἀπό τό Θεό ὁ «στεναγμός», μέ τόν ὁποῖο ἡ γυναίκα πρόκειται νά γεννᾶ τά τέκνα της6. Ἡ ἴδια ἀλήθεια περί «εἰσαγωγῆς» τοῦ πόνου στήν ἀνθρώπινη ζωή ὡς συνέπειας τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος θά διαπιστώσουμε παρακάτω ὅτι μαρτυρεῖται ἀπό ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς.

 Ἡ ἄποψη τῆς Π. Δ. ὅτι ὁ πόνος πηγάζει ἀπό τήν ἁμαρτία εἶναι θέμα πού συμπλέκεται μέ αὐτό τῆς θεοδικίας στό βιβλίο τοῦ Ἰώβ (εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐπιμονή τῶν τριῶν του φίλων στήν ἀνίχνευση κάποιας ἁμαρτίας, ἡ ὁποία θά αἰτιολογοῦσε τά δεινά τῆς ἀσθένειάς του), ἴσχυε ὅμως καί στό θρησκευτικό περιβάλλον τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ διαπιστώνουμε ὅτι ἀποτελοῦσε θέμα ἐρωτήσεως τῶν μαθητῶν πρός τόν Κύριο7

(γ) Ἡ ἔννοια τοῦ πόνου ἀποτελεῖ πτυχή τῆς μεσσιανικῆς προφητείας. Ὁ Μεσσίας ἐξαγγέλλεται ὡς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θά γευθεῖ τόν πόνο8. Τό στοιχεῖο αὐτό τῆς μεσσιανικῆς Του ἀποστολῆς συνιστᾶ τό βαθύ σύνδεσμό Του μέ τόν ἄνθρωπο καί ἐπιτρέπει στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή νά διακηρύξει τό γεγονός αὐτό μέ τά ἀκόλουθα λόγια: «οὐ γάρ ἔχομεν ἀρχιερέα μή δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν…ἐπεί καί αὐτός περίκειται ἀσθένειαν» (4,15/5,2). Στό σημεῖο αὐτό στρέφουμε, ἤδη, τή σκέψη μας στό θέμα τοῦ πόνου μέσα ἀπό κάποιες μαρτυρίες τῆς Καινῆς Διαθήκης: . Ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ Μεσσίας «σπλαχνίζεται» τήν ἀνθρώπινη ἀσθένεια καί τόν πόνο, ὄχι μόνο ἐπισημαίνεται ὡς πραγματικότητα τοῦ μεσσιανικοῦ ἔργου9, ἀλλά ἐπιβεβαιώνεται σέ ὁλόκληρο τό φάσμα τῶν θαυμάτων πού ἐπετέλεσε. Ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἀσθένεια καί τόν πόνο ὑπῆρξε, ἄλλωστε, ἡ σαφέστερη ἀπάντηση στό ἐρώτημα ἐάν ὁ Χριστός ἦταν ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας10.  

Ἐκεῖνος πού ἐδοκίμασε ἰσχυρά τόν πόνο τῆς ἀσθένειας ἦταν ὁ ἀπ. Παῦλος. Τόν ἀποκαλεῖ «ἀγκάθι στή σάρκα του» καί «ἄγγελο τοῦ σατανᾶ», θεωρεῖ δέ ὅτι τοῦ δόθηκε ἀπό τό Θεό «γιά νά μήν περηφανεύεται»11. Εἶναι ἡ πρώτη φορά πού τό θέμα τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου μαρτυρεῖται ὄχι ὡς ἀποτέλεσμα κάποιας παραβάσεως τοῦ θεϊκοῦ νόμου, ἀλλά ὡς παιδαγωγικό μέσο. Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ κατάσταση αὐτή ἦταν δυσβάστακτη γιά τόν ἀπόστολο, ὁ ὁποῖος παρεκάλεσε τρεῖς φορές τόν Κύριο νά τόν ἀπαλλάξει, ἀλλά μαζί μέ τήν θεϊκή ἄρνηση, εἰσέπραξε τήν ἑρμηνευτική διάσταση τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου του: «ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (12, 8-9) Μέσα ἀπό τά δεδομένα αὐτά, ὁ ἀπ. Παῦλος διατυπώνει ἕναν ὕμνο γιά τή δυσβάστακτη κατάσταση ἀπό τήν ὁποία ἐπιθυμοῦσε νά ἀπαλλαγεῖ: «Ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾽ ἐμέ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ…Ὅταν γάρ ἀσθενῶ τότε δυνατός εἰμι»12

 Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη μᾶς ἐπιφυλάσσει δύο σημαντικές διαστάσεις τοῦ θέματος τοῦ πόνου. Ἡ πρώτη σχετίζεται μέ τήν τιμωρία πού ἐπιβάλλει ὁ πέμπτος ἄγγελος, ἡ ὁποία ἐπέφερε «πόνους καί πληγές» στούς ἀνθρώπους, μέ ἀποτέλεσμα αὐτοί νά «βλασφημήσουν» τό Θεό13. Ἡ μαρτυρία αὐτή παραπέμπει συνειρμικά, σ᾽ ἕνα γνωστό καί συνηθι- σμένο φαινόμενο: τό παράπονο τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό ἐξαιτίας τοῦ ἰσχυροῦ καί παρατεταμένου πόνου. Τό δεύτερο κείμενο ἀπό τήν Ἀποκάλυψη μᾶς εἰσάγει στήν ἀπαλλαγή ἀπό τόν πόνο κατά τήν αἰωνιότητα: «Καί ἐξαλείψει ἀπ᾽ αὐτῶν ὁ Θεός πᾶν δάκρυον ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καί ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγή οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι ὅτι τά πρῶτα ἀπῆλθεν»14. Πρόκειται γιά τήν ἐπάνοδο στήν κατάσταση πρό τῆς πτώσεως κι εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι τό θέμα τοῦ πόνου βρίσκεται στήν ἀρχή καί στό τέλος τῆς Ἁγίας Γραφῆς: ἡ ἐμφάνισή του στή Γένεση εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων καί ἡ ἀναίρεσή του στήν Ἀποκάλυψη εἶναι τό σημάδι τῆς ἐπανόδου τοῦ ἀνθρώπου στήν προπτωτική κοινωνία μέ τό Θεό. Ἔτσι, ἡ πραγματικότητα τοῦ πόνου συμπορεύεται μέ τήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή δημιουργία του ἕως τά ἔσχατα. 

2. Ἀπόψεις ἀπό τήν ἐκκλησιαστική γραμματεία 

(α) Μεγάλη ἔμφαση δίδεται ἀπό τούς ἐκκλησια- στικούς συγγραφεῖς στό θέμα τῆς προελεύσεως τοῦ πόνου καί τῆς ἀσθένειας. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος τονίζει ὅτι, ὁ διάβολος «ἀλλοτρίωσε» τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ, «παραδείσου ἡμᾶς ἐξέβαλεν, θανάτῳ ἡμᾶς παρέδωκεν, ἁμαρτίας ἐνέβαλεν, φθοράν ἡμῖν προὐξένησεν, πόνους ἡμῖν ἐπενόησεν»15 καί προσθέτει: «Ἰδού ὠδίνησεν ἀδικίαν ὁ ἐχθρός τῆς ἡμετέρας ζωῆς. Συνέλαβε πόνον καί ἔτεκεν ἀνομίαν»16. Ὁ πόνος πού εἰσῆλθε στήν ἀνθρώπινη ζωή μετά τήν πτώση ἀποτελεῖ ἕνα «προανάκρουσμα» τοῦ θανάτου, ὅπως γράφει ὁ Βασίλειος Σελευκίας17. 

Μάλιστα, ὁ Ἐπιφάνειος Σαλαμῖνος, θεωρεῖ ὅτι ἡ πρωτοβουλία τοῦ διαβόλου νά εἰσάγει τόν πόνο στήν ἀνθρώπινη ζωή εἶχε ὡς στόχο νά δημιουργήσει στόν ἄνθρωπο τήν ψευδαίσθηση ὅτι ἀδικεῖται ἀπό τό Θεό18. Ὡς συνέπεια, ὅμως, τῆς πτώσεως μέλλει νά καταργηθεῖ «ἐπί τήν οὐράνιον βασιλείαν» (ὅπως γράφει ὁ Ἰππόλυτος Ρώμης) καί νά ἰσχύσει ἡ ἀλή- θεια, τήν ὁποία ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ -ρητορικῇ ἀδείᾳ- ὡς λόγια πού θά ἀπευθύνει ὁ Κύριος στούς «εὐλογημένους τοῦ Πατρός Του» κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως: «Εἰσέλθετε εἰς τό ἐμόν παλάτιον, ὅπου οὐκ ἔστι πόνος, λύπη καί στεναγμός, οὐδέ δάκρυον, ἀλλά αἰώνιος ζωή καί ἀτελεύτητος»19. Αὐτή ἡ πικρή ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος «διά τῆς παρακοῆς ἐξήντλησεν πόνον» (κατά τήν ἔκφραση τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας20) ὑπῆρξε ἡ αἰτία ὑποτιμήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρεται σέ πολλούς Ἕλληνες καί αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσαν ὅτι ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα πού ταλαιπωρεῖται ἀπό τόν πόνο δέν μπορεῖ νά ἀποτελεῖ θεϊκό δημιούργημα21.

 (β) Ἄν καί συνέπεια τῆς πτώσεως καί ὄχι δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὁ πόνος σκιαγραφεῖται ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς ὡς πρόξενος πνευματικῆς ὠφέλειας. Μαρτυρεῖται περί τοῦ Μ. Ἀντωνίου ὅτι, «συνήθιζε τό σῶμα του στούς πόνους», ἐπειδή σκεπτόταν τό ρητό τοῦ ἀποστόλου «ὅταν ἀσθενῶ τότε δυνατός εἰμι»22. Τήν ἀλήθεια ὅτι ὁ πόνος δημιουργεῖ κατάνυξη στήν ψυχή ἐκφράζει καί ὁ Μ. Βασίλειος μέσα ἀπό ἕνα γλαφυρότατο ρητορικό ἐρώτημα: «Διά τί ποτέ μέν ἡ ψυχή καί μή σπουδάζουσα, αὐτομάτως σχεδόν ἐμπεσόντος πόνου, κατανύσσεται, ποτέ δέ ἄπονος οὕτως ἐστίν, ὡς καί βιαζομένη κατανυγῆναι μή δύνασθαι;»23. Τά τελευταῖα λόγια εἶναι βαρυσήμαντα: χωρίς πόνο, ἀκόμα καί μέσα ἀπό μεγάλη ἄσκηση («βιαζομένη κατανυγῆναι») ἡ ψυχή δέν ἔρχεται στήν κατάσταση τῆς κατανύξεως. 

Γιά τήν ἐκκλησιαστική γραμματεία ἰσχύει ἡ ἀρχή, τήν ὁποία διετύπωσε ὁ Χρυσόστομος: «Ὅσῳ δέ μείζων ὁ πόνος, τοσούτῳ καί ὁ στέφανος ἔσται λαμπρότερος»24. Ὁ ἴδιος ἱ. Πατέρας θεωρεῖ ὅτι οἱ ἄνθρωποι πού πονοῦν καί βλασφημοῦν τό Θεό, ἀντί νά ὑπομένουν καρτερικά, «ἀποστεροῦνται ἀπό τό κέρδος»25, ἐνῶ θά μποροῦσαν νά λάβουν «τό νικητήριο στεφάνι τῶν Μαρτύρων»26. Γιά τόν ἴδιο λόγο ὁ Ἰώβ ἀποκαλεῖται ἀπό τό Μ. Ἀθανάσιο ὡς «μέγας ἐν ἀνδρείᾳ»: διότι «τηλικούτους ὑπέμεινεν πόνους»27. Γιά τόν ἄνθρωπο τῆς πίστεως, τίποτα στή ζωή του δέν εἶναι τυχαῖο, ἀλλά ἀποτελεῖ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία του. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ διήγηση περί τοῦ ἀββᾶ Δωροθέου, ὁ ὁποῖος καλεῖται ἀπό τούς ἀδελφούς τῆς Μονῆς του νά ἑρμηνεύσει τήν αἰτία ἑνός ἰσχυροῦ πόνου στά πόδια του. 

Ὁ ἀββᾶς σκέπτεται ὅτι θά μποροῦσε νά ἐπικαλεσθεῖ κάποια παθολογικά αἴτια, σύντομα ὅμως καταλήγει στό ὀρθό συμπέρασμα: «Ἀλλά τό ἀκριβέστερον καί ὠφελιμώτερον τοῦτο μᾶλλόν ἐστιν, ὅτι οὕτως οἶδεν ὁ Θεός ὅτι συμφέρει τῇ ψυχῇ μου, καί οὕτως ἐγένετο. Οὐδέν γάρ ἐστιν ὧν ποιεῖ ὁ Θεός, ὅτι οὐκ ἔστι καλόν, ἀλλά πάντα καλά καί καλά λίαν. Οὐ δεῖ οὖν ἀθυμεῖν τινα ἐπί τοῖς συμβαίνουσιν, ἀλλά πάντα ὡς εἶπον ἐπί τήν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ ἀναφέρειν καί ἀναπαύεσθαι»28

(γ) Στό σημεῖο αὐτό, ἡ θεολογική σκέψη προσεγγίζει τή μυστηριακή πτυχή τοῦ πόνου, δηλαδή τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία νά καθορισθεῖ ἐπακριβῶς ἡ αἰτία γιά τήν ὁποία ὁ Θεός ἐπέτρεψε τόν πόνο. Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς ἀπαριθμεῖ κάποιες πιθανές αἰτίες («ἤ διά ἁμάρτημά τι προημαρτημένον ἐπιτιμῶντος τοῦ Κυρίου ἤ διά μέλλοντα προφυλαξαμένου ἤ κατ᾽ ἐνέργειαν προσβολήν ἔξωθεν γινομένην»29), καταδεικνύοντας ταυτοχρόνως ὅτι τό μυστήριο παραμένει ἀνερμήνευτο καί καταλήγοντας μέ τή διαπίστωση ὅτι «φοβητέον ἆρα οὐχί νόσον τήν ἔξωθεν, ἀλλά τά ἁμαρτήματα, δι’ ἅ ἡ νόσος». Καί βέβαια ἡ συνάφεια ἁμαρτίας καί ἀσθένειας παραμένει πάντοτε γιά τή θεολογία μία ἐξαιρετικά εὐαίσθητη πρόκληση πρός διερεύνηση. 

Τό θέμα αὐτό τίθεται ἐπιτακτικά στό Ἰω. 5,14, δηλαδή στή συμβουλή πού ἀπευθύνει ὁ Ἰησοῦς στόν θεραπευμένο παράλυτο τῆς Βηθεσδά («ἴδε ὑγιής γέγονας μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται»), καθώς καί στό Α΄ Κορ. 11,30, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ἐκεῖνοι πού μεταλαμβάνουν ἀνάξια (ἁμαρτία) προξενοῦν τήν ἀσθένειά τους ἤ καί τό θάνατο. Στό θέμα αὐτό ἐπιμένει καί ὁ Χρυσόστομος, τονίζοντας ὅτι «τῶν ἐν σώματι κακῶν ἡ πονηρία τῆς ψυχῆς αἰτία»30, ὅτι «τά πλείονα τῶν νοσημάτων ἐξ ἁμαρτημάτων ἐστί ψυχικῶν… τό παθητούς εἶναι ἡμᾶς ἐκεῖθεν γέγονεν»31 καί ὅτι «αἱ ἁμαρτίαι φθοράν ἐργάζονται»32. Ἄς μή λησμονοῦμε, ὅμως, τή διάκριση τοῦ πόνου ὡς «φυσικοῦ πάθους ἀπό τήν ἁμαρτία ὡς «παρά φύσιν» πάθους, ὅπως διατυπώνεται ἡ διάκριση αὐτή ἀπό τόν Ἰ. Δαμασκηνό33. 

Ἡ συνάφεια ἀσθένειας καί ἁμαρτίας θά πρέπει νά κατανοηθεῖ μέσα ἀπό τή συνάφεια τῆς ἀσθενείας μέ τό διάβολο ὡς δημιουργό τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἀσθένεια ὑπῆρξε τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἔργου τοῦ διαβόλου, γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός ἀναφερόμενος στή συγκύπτουσα γυναίκα ἐπισημαίνει ὅτι ἡ ἀσθένειά της ἦταν ὡς «δεσμά» τοῦ σατανᾶ ἐπί δεκαοκτώ χρόνια.. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ὁ Ἀπολογητής Τατιανός γράφει ὅτι «οἱ δαίμονες εἶναι οἱ αἰτίες τῶν ἀσθενειῶν»35, ἐνῶ τόσο ὁ Δίδυμος Ἀλεξανδρείας ὅσο καί ὁ Μ. Βασίλειος θεωροῦν τόν πόνο καί τήν ἀσθένεια ὡς δοκιμασία ἐκ τοῦ διαβόλου36. 

3. Ἡ θεολογία ἀπέναντι σ᾽ ἐκεῖνον πού πονᾶ 

Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι ἔλεγαν ὅτι, «ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ἑπτάχορδη λύρα, πού οἱ ἕξι χορδές της χτυποῦν τόν πόνο καί ἡ μία μόνο τή χαρά». Αὐτό σημαίνει ὅτι, ὅταν ὁ θεολογικός λόγος ἀπευθύνεται στό σύγχρονο ἄνθρωπο, ἀπευθύνεται σέ μία ὕπαρξη πού περισσότερο πονᾶ καί λιγότερο ἀπολαμβάνει τή χαρά τῆς ὑγείας. Κι εἶναι μεγάλη ἀστοχία τοῦ λόγου αὐτοῦ ὅταν λησμονεῖ τήν παραπάνω ἀλήθεια, ὅταν λησμονεῖ ὅτι ἡ κατάσταση τοῦ πόνου εἶναι μία μεγάλη πρόκληση γιά νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ προηγούμενη σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, ἀλλά καί γιά νά σφυρηλατηθεῖ ἡ μελλοντική. 

Ὁ πόνος εἶναι ἡ μεγάλη ὥρα τῆς ἀλήθειας γιά τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἡ ὁποία τότε ἐμφανίζει τίς πλέον μύχιες πτυχές της μέσα ἀπό ἕνα λόγο δραματικό, ἀφοῦ (ὅπως ἔγραφε ὁ Κικέρωνας) «εἶναι δύσκολο νά σιωπᾶς ὅταν πονᾶς». Οἱ θεολογικές ἀπόψεις περί τοῦ πόνου, οἱ ὁποῖες ἐπιγραμματικά καταγράφηκαν παραπάνω, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτελέσουν ἕνα κήρυγμα πού οἱ Χριστιανοί μποροῦν νά ἀπευθύνουν στό συνάνθρωπο πού πονᾶ. Ἀπέναντι στόν πόνο ἰσχύει πάντοτε ἡ ἐπιβραβευτική διαπίστωση (καί συγχρόνως προτροπή) τοῦ Κυρίου: «Ἠσθένησα καί ἐπεσκέψασθέ με» (Μτ. 25,36). Αὐτή ἡ «ἐπίσκεψη» δέν ἔχει προφανῶς, ἀνάγκη ἀπό τήν παράθεση πρός τόν πάσχοντα τῶν περί πόνου θεολογικῶν ἀπόψεων, ἀλλά ἀπό τήν γεμάτη ἀγάπη παρουσία κατά τή δύσκολη ἐκείνη συγκυρία. Ἡ θεολογία περί τοῦ πόνου ἀποτελεῖ, μᾶλλον, τό βασικό συστατικό μίας προετοιμασίας γιά τήν ὑποδοχή του καί ὄχι μιᾶς θεωρητικῆς συμβολῆς στήν ἑρμηνεία του κατά τήν ὥρα πού ἐκεῖνος μαίνεται πάνω στό ἀνθρώπινο σῶμα. Τό «μυστήριο» τοῦ πόνου ἀπαιτεῖ σιωπή, ἡ ὁποία δέν πρέπει νά χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἄγνοια, ἀλλά ἀπό τήν ἀξιοποίηση αὐτῆς τῆς προετοιμασίας.

 Ἡ ἀλήθεια, ἑπομένως, εἶναι ὅτι ὁ θεολογικός λόγος περί τοῦ πόνου πρέπει νά ἀπευθύνεται στόν ἄνθρωπο πρίν ἀπό τή δοκιμασία τῆς ὑγείας του. Ὁ λόγος αὐτός θά μιλήσει στό σύγχρονο ἄνθρωπο γι’ αὐτό πού λέγεται «καθημερινή καί οὐσιαστική σχέση μέ τό Θεό». Θά τοῦ ἐπισημάνει, δηλαδή, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας δέν μπορεῖ νά εἶναι εὐκαιριακή: νά εἶναι ἀνύπαρκτη ὅταν ὑγιαίνουμε καί νά τίθεται ἐπιτακτικά (κι ἴσως κριτικά ἀπέναντι στό Θεό) ὅταν πονᾶμε. Θά τόν χειραγωγήσει πρός τή μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι ἡ μυστηριακή ἑνότητα μέ τό Χριστό (τό ἀντίθετο, δηλαδή, τῆς ὅποιας θεωρητικῆς ἑνότητας) τοποθετεῖ τά πάντα στήν ἀνθρώπινη ζωή -ἑπομένως καί τόν πόνο- στήν προοπτική τῆς σωτηρίας. 

Θά τοῦ ὑπενθυμίσει ὅτι πρέπει νά ἀγωνισθεῖ πνευματικά, ὥστε νά βιώσει τήν ἀποστολή τοῦ Βαπτίσματός του, ἔτσι ὅπως προαναγγέλθηκε τήν ὥρα πού τό λάδι ἔπεφτε στήν πλάτη του: ὅτι ὁ ὅποιος «σταυρός» πού θά σηκώσει, δέν θά τόν βαραίνει μέσα στήν ἀπελπισία τῆς μοναξιᾶς, ἀλλά θά γλυκαίνεται ἀπό τό Σταυρό τοῦ Κυρίου πού προηγεῖται. Θά τόν βοηθήσει νά ἀνακαλύψει τήν ἑνότητα τοῦ σώματος μέ τήν ψυχή του, νά βιώσει δηλαδή τήν κεντρική ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας. Τό μυστήριο τοῦ πόνου συναντᾶ, ἔτσι, τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ καί τό μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ πόνος εἶναι μία εὐλογία, ἀλλά ἡ ἀλήθεια αὐτή γιά νά βιωθεῖ ἀπαιτεῖ δρόμο μακρύ καί ἐπίπονο, ἴσως περισσότερο ἐπίπονο ἀπό τήν ἴδια τή στιγμή τοῦ πόνου. Ἕως τήν ὥρα πού θά ἐπιτελεσθεῖ τό βίωμα αὐτό, ὁ πόνος θά ἀποτελεῖ γιά τόν ἄνθρωπο μία συγκυρία πανικοῦ καί προβληματισμοῦ, στοιχεῖα τά ὁποῖα θά ἀποτυπώνονται στή συνομιλία του μέ τό Θεό.  

τοῦ Γεωργίου Φίλια, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1. Σοφ. Σειρ. 17,28. 
2. «Ἐλέησόν με Κύριε ὅτι ἀσθενής εἰμί ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου…ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ΄ ἑκάστην νύκτα τήν κλίνην μου, ἐν δάκρυσίν μου τήν στρωμνήν μου βρέξω» (Ψαλμ. 6,3 καί 7)/ «Ὅτι ἐγώ εἰς μάστιγας ἕτοιμος καί ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μου διά παντός… μή ἐγκαταλείπῃς με Κύριε ὁ Θεός μου, μή ἀποστῇς ἀπ΄ ἐμοῦ» (Ψαλμ. 37,18 καί 22).
3. «Καί αὐτός (ὁ Θεός) ἔδωκεν τοίς ἀνθρώποις ἐπι- στήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ. Ἐν αὐτοῖς ἐθεράπευσεν καί ἦρεν τόν πόνον αὐτοῦ» (Σοφ Σειρ. 38,6-7). 
4. Ὅπως στήν περίπτωση τῆς «ἀπληστίας». «Πόνος ἀγρυπνίας καί χολέρας καί στρόφος μετά ἀνδρός ἀπλήστου» (Σοφ. Σειρ. 31,20). 
5. «Υἱέ μου, νομίμων μή ἐπιλανθάνου, τά δέ ρήματά μου τηρήτω σή καρία… τότε ἴασις ἔσται τῷ σώματί σου καί ἐπιμέλεια τοῖς ὀστέοις σου» (Παρ. 3,1 καί 8 / Πρβλ. 4,22) «Μακάριος ὁ συνιών ἐπί πτωχόν καί πένητα… Κύριος βοηθήσει αὐτῷ ἐπί κλίνης ὀδύνης αὐτοῦ» (Ψαλμ. 40,1 καί 4). 
6. Γεν 3,16. 
7. Πρβλ Ἰω. 9,2. Ἡ ἐρώτηση τῶν Μαθητῶν περί τῆς ἁμαρτίας τῶν γονέων τοῦ τυφλοῦ ὡς αἰτίας τῆς καταστάσεώς του πηγάζει ἀπό τήν παλαιοδιαθηκική ἀντίληψη περί τιμωρίας τῶν τέκνων λόγῳ τῆς ἁμαρτίας τῶν γονέων τους (Ἐξ. 20,5/34,37 / Ἀριθμ. 14,18 / Δευτ. 5,9 / Ψαλμ. 78,8/108,14 / Ἡσ. 65,6-7/Ἰώβ 3,3 ἑξ.) ἄν καί στήν Π.Δ. μαρτυρεῖται καί ἡ ἀκριβῶς ἀντίθετη ἄποψη (Ἱερ. 38,29-30 // Ἰεζ. 18,1-4). 
8. Καί ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτόν εἶναι ἐν πόνῳ καί ἐν πληγῇ καί ἐν κακώσει (Ἡσ. 53,4). 
9. Μτ. 14,4/15,32. 
10. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Χριστός ἀπήντησε στό σχετικό ἐρώτημα τοῦ Ἰωάννη (Μτ. 11,5-6). 
11. Β΄ Κορ. ,7. 12
12,. Β΄ Κορ 12, 9-10. 
13. «Καί ἐβλασφήμησαν τόν Θεόν τοῦ οὐρανοῦ ἐκ τῶν πόνων αὐτῶν καί ἐκ τῶν ἑλκῶν αὐτῶν καί οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν» (Ἀποκ. 16,11). 
14. Ἀποκ. 21, 4. 
15. Μ. Ἀθανασίου. Ἐξήγησις περί τῆς ἀπάτης τοῦ διαβόλου καί τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων. 1 ἔκδ. στό Journal of theological studies 36 (1935) σ. 4 (4-5). 
16. Μ. Ἀθανασίου, Εἰς τούς Ψαλμούς ζ΄, P.G. 27,80C. Παρόμοια εἶναι ἡ σκέψη τοῦ Ἰ. Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος σημειώνει περί τοῦ ἀνθρώπου: «Ἀλλ΄ ἐπειδή ταύτης (τῆς ἐντολῆς) παρήκουσε, διά τοῦτο θάνατος καί φροντίδες καί πόνοι καί ἀθυμίαι καί ζωή θανάτου παντός βαρυτέρα. Διά τοῦτο ἄκανθαι καί τρίβολοι, διά τοῦτο πόνοι καί ὠδῖνες καί βίος ἐπίμοχθος» (Περί μετανοίας, 5 P.G. 49,307. Πρβλ. καί Ἰ. Δαμασκηνοῦ, Ἔκθεσις ἀκριβής της Ὀρθοδόξου πίστεως Κ (ΞΔ΄) P.G. 94, 1081Β / Τοῦ ἰδίου, Ὁμιλία εἰς τό ἅγιον Σάββατον P.G. 96, 609D. 
17. «Καί τῶν ὠδίνων οἱ πόνοι πρόσοδος ἐγίνετο τάφων» (Λόγος εἰς τό ἅγιον Πάσχα, 2 P.G. 28, 1076C. Παρόμοια εἶναι ἡ διαπίστωση Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος «ἀθετήσας εὕρετο πόνους καί τόν θάνατον» (Ὕμνος Α΄, 5 ἔκδ P. Lemerle, Sources Chrétiennes 99 (1064), σ.76(5). 
18. «Ἀποστήσας ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί κηλίδας ἀπεμάξατο κακίας πολλῆς, ἅς ὁ ἄρχων τοῦ σκότους ἀπεκύησε καί πατήρ τῆς πλάνης, πόνον κατά τήν γραφήν συλλαβῶν, ἵνα τόν ἄνθρωπον φαντάζειν ἀεί πρός ἀδικίαν ἔχῃ καί κινεῖν». (Πανάριον, βιβλ. Β΄30, ΒΕΠΕΣ 75, σ. 365 (23-26). 
19. Τῇ Κυριακῇ τῆς Τυροφάγου περί μετανοίας καί ἐλεημοσύνης, Λόγος β΄2 P.G. 60, 703. 
20. Πρός Αὐτόλυκον, 2, 25 ΒΕΠΕΣ 5, σ. 39(3-4). 
21. «Ἑλλήνων δέ πολλοί καί αἱρετικῶν οὐδέ γεγενῆσθαι αὐτό» (τό σῶμα) «παρά Θεοῦ φασιν ἀνάξιον γάρ αὐτό τῆς τοῦ Θεοῦ δημιουργίας εἶναι λέγουσι, ρύπους καί ἱδρῶτας καί δάκρυα καί πόνους καί ταλαιπωρίας καί τά ἄλλα τοῦ σώματος ἐπιόντες ἅπαντα» (Εἰς τούς ἀνδριάντας 1, 1 P.G. 49,121) 
22. Μ. Ἀθανασίου, Εἰς τόν βίον Ἀντωνίου P.G. 26, 853Α. 
23. Κεφάλαια ἐκ τῶν ὅρων κατ’ ἐπιτομήν, ιστ΄. P.G. 31, 1053C. 
24. Κατά Ἰουδαίων 8, ζ΄, P.G. 48,939. Πρβλ. καί τήν ἄποψη τοῦ μοναχοῦ Γεωργίου: «πόνοι γεννῶσι δόξαν» (Χρονικόν 1-4) 
25. Λόγος ΙΙ΄, Περί ἀρρωστίας καί ἰατρῶν. P.G. 63, 652. 
26. Λόγος ΙΙ΄, Περί ἀρρωστίας καί ἰατρῶν. P.G. 63, 653. 
27. Ἀπολογία περί τῆς φυγῆς αὐτοῦ 17, P.G. 25, 665C. 
28. Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα ἀσκητικά ΙΒ΄, 124, Ἀθήνα ἔκδ. «Ἑτοιμασία» 1981, σ. 288 (22-27). 
29. Ἐκλογαί προφητικαί ΒΕΠΕΣ 8, σ.338(34-36). 
30. Εἰς τό κατά Ματθαῖον, Ὁμιλία 14, 3, P.G. 57, 221. 
31. Εἰς τό κατά Ματθαῖον, Ὁμιλία 27, 2 P.G. 57, 345 (πρβλ. καί Ὁμιλία ΛΗ΄, α, β, P.G. 59, 212 καί 213). 
32. Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους 6, 14 ε΄P.G. 62, 174. 
33. «Πάθος ἐστίν φυσικόν, κίνησις φύσεως παθητική τοῦ πάσχοντος. Ἥτις τῆς μέν φύσεως ἐστιν ἐνέργεια, πάθος δέ τοῦ περί ὅ ἡ ἐνέργεια, οἷον γένεσις, χαρά, λύπη, ἀγωνία, ἀδημονία, φόβος, ὄκνος, κόπος, ὕπνος, ἡδονή, πόνος, θυμός, ἐπιθυμία, τομή, ρεῦσις καί φθορά καί τά τοιαῦτα. Ταῦτα καί τά τοιαῦτα πάθη φυσικά εἰσί καί ἀδιάβλητα οὐκ ἐφ΄ ἡμῖν ὄντα. Μόνη δέ ἡ ἁμαρτία παρά φύσιν ἐστίν ἑκούσιον καί αὐθαίρετον πάθος τῆς ψυχῆς καί φθορά» (Εἰσαγωγή δογμάτων στοιχειώδης, Περί Πάθους). 
34. Λκ. 13,16. 
35. Κατά Ἑλλήνων, ἔκδ. E. Schwartz, Texte und Untersuchungen 4(1888) σ. 18 (6-12). 
36. Διδύμου, Ὑπόμνημα εἰς τήν Β΄πρός Κορινθίους, 12, 7 P.G. 39, 1729Α/ Μ. Βασιλείου, Ὅροι κατά πλάτος, 55, 4 P.G. 31, 1049 Β-C. 
37. Ἔπη τά περί ἑαυτοῦ ΟΑ΄ P.G. 37, 1418.

πηγή : Η ΟΔΟΣ
Τετραμηνιαία ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ρόδου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...