/*--

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὡς ἐπιγραμματοποιός

Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός (περ. 329 – 25 Ἰανουαρίου 389 ἤ 390 μ.X.), γνωστός ἐπίσης ὡς Γρηγόριος Θεολόγος καί Γρηγόριος τῆς Ναζιανζοῦ, ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. Θεωρεῖται εὐρέως ὡς ὁ πιό ταλαντοῦχος ρήτορας μεταξύ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Γρηγόριος ἦταν γνωστός ὄχι μόνο ὡς θεολόγος, ἀλλά καί ὡς ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων, καθώς ἐπίσης καί ὡς ποιητής, ἀφοῦ ἔγραψε ἀρκετά ποιήματα μέ θεολογικά καί ἠθικά θέματα.

Τό συγγραφικό του ἔργο εἶναι δυνατόν νά καταταγεῖ σέ τρεῖς τάξεις: τούς «Λόγους», τίς «Ἐπιστολές»καί τά «Ποιήματα». Ἀπό τούς 45 Λόγους, πού διακρίνονται γιά τή θεολογική καί φιλοσοφική τους κατάρτιση, ἀναφέρουμε τούς: «Εἰς τό Ἅγιον Πάσχα», «Πρός Ἀρειανούς καί εἰς αὐτόν».Οἱ ἐπιστολές του εἶναι κυρίως ἰδιωτικῆς φύσεως καί ἐλάχιστες ἀναφέρονται σέ θεολογικά ζητήματα. Ἀκόμη εἶναι τά ποιήματα, τά ὁποῖα ἔγραψε κατά τά τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του. Σώζονται 408 ποιήματα καί διαιροῦνται σέ δύο βιβλία. Τό πρῶτο περιλαμβάνει θεολογικά ποιήματα, ἐνῶ τό δεύτερο ἱστορικά. Τέλος συνέθεσε ἐπιγράμματα, τά ὁποῖα ἔχουν περισωθεῖ στήν παλατινή ἀνθολογία.

Ἡ ὕλη ὁλόκληρου τοῦ 8ου Βιβλίου τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας καλύπτεται, ὡς γνωστόν, ἀπό τά 254 ἐπιγράμματα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐπιγράμματα ὅλα τους εἴτε ἐπιτύμβια εἴτε σχετιζόμενα μέ νεκρούς, ἀλλά καί μέ γενικότερα ἠθικά ζητήματα. Ἡ Παλατινή Ἀνθολογία εἶναι μία συλλογή ἔργων ἐπώνυμων καί ἀνώνυμων ἐπιγραμματοποιῶν ἀπό τήν Ἀρχαιότητα καί τή Βυζαντινή ἐποχή, ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἀπό τόν Κωνσταντίνο Κεφαλᾶ, στά χρόνια τῆς Μακεδονικῆς δυναστείας. 

Ἡ συλλογή αὐτή ἐπαυξήθηκε κατά τό τέλος τοῦ 13ου αἰώνα ἀπό τό Μάξιμο Πλανούδη. Ὀνομάζεται ἔτσι γιατί τό βασικό χειρόγραφο πού περιέχονται τά ποιήματα αὐτά εἶναι ὁ κώδικας Palatines Heildelberg 23, πού βρίσκεται στή Χαιδελβέργη. Σώζονται 13 βιβλία ἀπό τήν Παλατινή Ἀνθολογία. Ἄλλα δύο σώζονται στόν κώδικα Parisinus Suppl Gr 384. Ὁ κώδικας κόπηκε, ἕνα μέρος βρίσκεται στή Χαϊδελβέργη καί ἕνα μικρότερο στό Παρίσι. Τά ἐπιγράμματα πού συμπεριλαμβάνονται στήν Παλατινή Ἀνθολογία, διακρίνονται σέ 15 βιβλία, καί ἔχουν καταταχθεῖ μέ βάση τό περιεχόμενό τους σέ:

-ἐρωτικά
-ἐπιδεικτικά
-ἐπιτάφια
-ἐκφράσεις
-συμποτικά
-χριστιανικά

Ἡ Παλατινή Ἀνθολογία ἀποτελεῖται ἀπό περίπου 3.700 ποιήματα μέ πάνω ἀπό 23.000 στίχους συνολικά. Ἡ ἔκτασή τους ποικίλλει. Τό πιό μακρύ ἐπίγραμμα ἔχει 76 στίχους (Ι 10). Ὑπάρχουν μερικά πού ἔχουν πάνω ἀπό 20 στίχους καί μερικά μονόστιχα, ἀλλά τά περισσότερα ἔχουν 2-12 στίχους. Τό μέτρο τῶν ποιημάτων τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας εἶναι τό ἐλεγειακό δίστιχο, δηλ. ὁ δακτυλικός ἑξάμετρος πού ἀπαντᾶται καί στά ὁμηρικά ἔπη, συναρμοσμένος μέ τόν δακτυλικό πεντάμετρο σέ ἕνα εἶδος στροφῆς. Ὑπάρχουν βέβαια κάποιες ἐξαιρέσεις ἀλλά τό ἐλεγειακό δίστιχο κυριαρχεῖ. Ἱστορία-προέλευση ἐπιγράμματος

Τό ἐπίγραμμα εἶναι λογοτεχνικό εἶδος πού γεννήθηκε ἀπό τήν ἀνάγκη νά κρατηθεῖ ζωντανή ἡ μνήμη τοῦ νεκροῦ μέ τήν ἔμμετρη ἐπιγραφή πού χαρασσόταν στούς τάφους καί τά ἀναθήματα (= ἀφιερώματα στούς θεούς). Τά ἐπιγράμματα, ἀποτελούμενα συνήθως ἀπό ἕναν ἤ δύο στίχους σέ ἐλεγειακό μέτρο καί ἰωνική διάλεκτο, εἶχαν ὡς σκοπό νά ἀπαθανατίσουν τό κλέος τῶν μεγάλων ἀνδρῶν καί τῶν νεκρῶν τῶν πολέμων. Μεγάλη ἀρετή στή συγγραφή ἐπιγραμμάτων θεωροῦνταν ἡ συντομία καί ἡ ἐκφραστική δύναμη τοῦ περιεχομένου. Ἔτσι, διαμορφώθη- καν ἐπιγράμματα: ἐπιτύμβια, ἀναθηματικά, σκωπτικά.

Πατρίδα τοῦ ἐπιγράμματος εἶναι ἡ Ἰωνία (7ος αἰ. π.X.). Ἀπό ἐκεῖ μεταφυτεύτηκε στήν Ἀττική, ὅπου ἄνθησε ἐπί αἰῶνες. Καλλιεργήθηκε, ἐπίσης, στήν ἑλληνιστική ἐποχή (τόν 4ο αἰ. μ.X.) ὡς αὐτόνομο λογοτεχνικό εἶδος, ἀλλά καί στή βυζαντινή περίοδο. Μεγάλος ἐπιγραμματοποιός ὑπῆρξε ὁ Σιμωνίδης ὁ Κεῖος. Περίφημα ἐπιγράμματά του εἶναι ἐκεῖνα πού ἀναφέρονται σέ ὅσους ἔπεσαν στίς μεγάλες μάχες τῶν Ἑλλήνων. Πασίγνωστα ἦταν τά ἐπιγράμματα γιά ὅσους ἔπεσαν στίς Θερμοπύλες: «Ὦ ξεῖν, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι».

Tό ἐπίγραμμα στό Βυζάντιο

Τά θέματα τῶν ἐπιγραμμάτων παρουσιάζουν ἐξαιρετικά μεγάλη ποικιλία καί ἀφοροῦν ὁποιαδήποτε πτυχή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Οἱ ποιητές τους ἀντλοῦν ἰδέες ἀκόμη καί ἀπό τήν ἐπικαιρότητα, πολιτική καί ἐκκλησιαστική. Τά ἐπιγράμματα πού ἐξυπηρετοῦν θρησκευτικές ἀνάγκες ὀνομάζονται ἱερά. Εἶναι ἀφιερωμένα σέ ἁγίους, ἑορτές, πρόσωπα καί γεγονότα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, εἰκόνες, τοιχογραφίες καί ἄλλες ἱερές παραστάσεις, ἱερούς χώρους καί ἱερά σκεύη, σφραγίδες, χρυσόβουλα καί ἀκροστιχίδες κοντακίων καί κανόνων, σύντομες προσευχές καί ἐπικλήσεις.

Δέν εἶναι ὑπερβολή νά ὑποστηρίξει κανείς ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν βυζαντινῶν λογοτεχνῶν ἔχει ἀσχοληθεῖ καί μέ τό ἐπίγραμμα. Ὡστόσο, διακρίνεται ὁ Γρηγόριος Ναζιανζηνός ὡς ὁ παραγωγικότερος ἐπιγραμματοποιός καί ὁ Παλλαδᾶς ὡς ὁ πιό πρωτότυπος. Ξεχωριστή θέση στήν ἐπιγραμματική ποίηση κατέχουν ὁ Παῦλος Σιλεντιάριος καί ὁ Ἀγαθίας, ὁ Γεώργιος Πισίδης, ὁ Θεόδωρος Στουδίτης, ἡ Κασσία, ὁ Ἰωάννης Γεωμέτρης ἤ Κυριώτης, ὁ Ἰωάννης Μαυρόπους, ὁ Χριστοφόρος Μυτιληναῖος, ὁ Νικόλαος Καλλικλῆς, ὁ Θεόδωρος,Πρόδρομος καί ὁ Μανουήλ Φιλῆς.

Ἱστορία ἔκδοσης ἔργων Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Τό 1650, μέ τήν παρότρυνση τοῦ Jacques De Billy, Γάλλοι μοναχοί πού ζοῦσαν στά προάστια, ἔξω ἀπό τό Παρίσι, οἱ Mauristes, ἀποφασίζουν νά μᾶς παρουσιάσουν τήν πρώτη ἔκδοση τῶν κειμένων τοῦ Γρηγορίου. Μεταγράφουν τό κείμενο ἀπό τά χειρόγραφα σέ λατινική μετάφραση. Τόν 19ο αἰώνα ὁ J.P. Migne προβαίνει στήν ἔκδοση μέ τίτλο : Patrologiae Graeca (παίρνει τά κείμενα ἀπό τήν ἔκδοση τοῦ De Billy καί τά ἐμπλουτίζει μέ σημειώσεις. Χωρίζει τήν κάθε σελίδα σέ 2 μέρη, ἀριστερά τό ἑλληνικό κείμενο, δεξιά τό λατινικό. Προσιτές σήμερα ἐκδόσεις εἶναι, μεταξύ ἄλλων, αὐτή τῆς Loeb Classical Library μέ πεζή ἀγγλική μετάφραση τοῦ Πάτον, τοῦ Μπέκμπι (Beckby) μέ γερμανική μετάφραση, κριτικό σημείωμα καί σχόλια καί τῶν ἐκδόσεων Les Belles Letεἰσαγωγή, ἄφθονα σχόλια καί κριτικό ὑπόμνημα.

Τά ποιήματα τοῦ Γρηγορίου δέν ἔχουν σημαντική ἱστορική ἀξία, δέν ἀναφέρονται σέ ἱστορικά γεγονότα, ἀλλά δίνουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά μέ τά ἤθη καί τόν πολιτισμό τῆς περιοχῆς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέν παρουσιάζει ὡς καθυστερημένη ἤ ὡς βάρβαρη τήν ἐποχή αὐτή. Τό βιoτικό ἐπίπεδο ἦταν ἀρκετά ὑψηλό, τουλάχιστον σέ ὁρισμένα κοινωνικά στρώματα στήν Καππαδοκία, πατρίδα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, ἡ πνευματική ζωή ἦταν ἀρκετά ἔντονη, δέν ἔλειπαν ὅμως καί ἀνεπίτρεπτες ἐκδηλώσεις. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέν παύει νά τίς καυτηριάζει καί νά τίς στηλιτεύει, κυρίως ἦταν ἡ τυμβωρυχία. Οἱ ἀναθεματισμοί του -στά δίστιχα κυρίως ἐπιγράμματα- εἶναι ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακοί: «Ἄλλος τύμβον ἔγειρε, σύ δ᾿ ὤλεσας, ἄλλος ἐγείροι σόν τάφον, εἴ γέ θέμις, ἄλλος ἔραζε βάλοι» (Παλατινή Ἀνθολογία, VIII 231).

Σχολιασμός ἐπιγράμματος: 

ἔρα (γῆ): ἡ κατάληξη -ζέ δηλώνει κίνηση
Θέμις: ἀρχαία θεότητα

Περισσότερο ζωηρή εἶναι ἡ πινακοθήκη τῶν προσωπογραφιῶν πού συνθέτει μέ τήν γραφίδα του, πρωτεύουσα θέση ἔχει ὁ φίλος καί συσπουδαστής του Βασίλειος ὁ Μέγας. Τά ὑπ’ ἀριθμούς 2-11 ἐπιγράμματα τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας ἀναφέρονται στόν Μεγάλο Βασίλειο καί στήν ἐκδημία του, εἶναι δέ γραμμένα σέ ἐλεγειακό δίστιχο μέτρο καί ἀπό πλευρᾶς περιεχομένου ἐμφαίνουν τή στενή φιλία τῶν δύο ἱεραρχῶν, πού εἶχε ξεκινήσει ἀπό τά χρόνια, ὅπου σπούδαζαν μαζί τόσο στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας ὅσο καί στήν Ἀθήνα, καί πού συνεχίστηκε σέ ὅλη τή διάρκεια τοῦ Δ΄ μ.Χ. αἰῶνος.

Ὁ Γρηγόριος στήν Ἀθήνα συνδέεται στενά μέ τόν Μ. Βασίλειο, μέ φιλία εἰλικρινή καί στενή, πού διατηρεῖ ὥς τό τέλος τῆς ζωῆς τους. Γιά τή γνωριμία τους καί τή φιλία τους, παρά πολλά θά βρεῖ κάποιος στίς ἐπιστολές πού ἀνταλλάσουν μεταξύ τους, ἀλλά καί στόν Ἐπιτάφιο πού συνέταξε ὁ Γρηγόριος πρός τιμήν τοῦ φίλου του Βασιλείου. Ὁ «Ἐπιτάφιος», πού εἶναι γραμμένος σέ πολύ προσεγμένη ἀττική διάλεκτο ἀνήκει στήν κατηγορία τῶν ἐγκωμίων, γράφεται μέ ἀφορμή τό ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ Βασιλείου, τηρώντας τούς κανόνες τῆς ἀρχαίας ρητορικῆς.

Ὁ Γρηγόριος ἐξαίρει τό ἦθος, τίς ἱκανότητές του, τίς ὁμόθυμες ἐκδηλώσεις μετά τόν θάνατό του. Τά ἐπιγράμματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἔχουν κυρίως συναισθηματική φόρτιση. Εἰλικρινής ὅταν ἐκφράζει τά συναισθήματά του, ἐντούτοις ἡ κλασική του παιδεία ἔχει ἐπηρεάσει τά ποιήματά του σέ μεγάλο βαθμό. Ἀλλοῦ θά δοῦμε ἐπιδράσεις ἀπό ἀρχαίους ποιητές, κυρίως τόν Ὅμηρο, ἀλλοῦ πάλι ἀναφέρει πασίγνωστα χωρία ποιητῶν: «Σῶμα δίχα ψυχῆς ζώειν πάρος ἢ ἐμὲ σεῖο, Βασίλιε, Χριστοῦ λάτρι φίλ᾽, ὠιόμην· ἀλλ᾽ ἔτλην καὶ ἔμεινα. τί μέλλομεν; οὔ μ᾽ ἀναείρας θήσεις ἐς μακάρων σήν τε χοροστασίην; μή μέ λίπηις, μή, τύμβον ἐπόμνυμι·οὔποτε σεῖο λήσομαι, οὐδ᾽ ἐθέλων. Γρηγορίοιο λόγος» (Παλατινή Ἀνθολογία, VIII 2).

Σχολιασμός ἐπιγράμματος: 

Γρηγορίοιο: ἀντί Γρηγορίου, ἐδῶ τό κάνει πιό ἐπικό μέ τήν ὁμηρική κατάληξη –οιο.

Στό συγκεκριμένο ἐπίγραμμα βλέπουμε τή διάκριση ἀνάμεσα στό σῶμα καί στήν ψυχή, πού εἶναι ἕνας κοινός τόπος στά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐντελῶς ἐνδεικτικά ἐπισημαίνουμε ὅτι στόν ποιητή ἀπαντῶνται ἀρκετές ὁμηρικές λέξεις, ὅπως ἡ λέξη μακάρων, πού δηλώνει τόν τόπο πού πηγαίνουν οἱ ψυχές μετά τόν θάνατο.

Ἄλλο ἐπίγραμμα, μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθοῦμε εἶναι τό ἐπίγραμμα 13, πού ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἀφιερώνει στόν πατέρα του. «Ἐκ μὲ πικρῆς ἐκάλεσσε Θεὸς μέγας ἀγριελαίης· ποίμνης ἡγεμόνα θῆκε τὸν οὐδ᾿ οἴων ἔσχατον ἐκ πλευρῆς δὲ θεόφρονος ὄλβον ἔνειμεν. Γῆρας δὲ ἐς λιπαρὸν ἱκόμεθα ἀμφότεροι· ἱρὸς ἐμῶν τεκέων ἀγανώτατος· εἰ δὲ τελευτὴν ἔτλην Γρηγόριος, οὐ μέγα· θνητὸς ἔην» (Παλατινή Ἀνθολογία, VIII 13).

Σχολιασμός ἐπιγράμματος: 

Τό ἐπίγραμμα ἀναφέρεται στόν πατέρα του. O πρῶτος στίχος εἶναι ὑπαινιγμός στήν ἀγροτική προέλευση τῆς οἰκογενείας του.

Ἀκόμη μέ τή λέξη πρόβατα γίνεται ὑπαινιγμός στήν εἰδωλολατρική προέλευσή του. Ἦταν Ὑψιστάριος (λατρεία Σαββάτου καί τοῦ πυρός, καί κατόπιν ἀσπάστηκε τόν Χριστιανισμό). 

Χάρις σέ μία πλευρά του, ἐννοεῖ τή Νόννα, τή μητέρα τοῦ γράφοντος. Ὁ τέταρτος στίχος εἶναι μεταφορά ἀπό τόν Ὅμηρο (Ὀδύσσεια XI,136 – XIX,368).

Ὁ ἅγ. Γρηγόριος χρησιμοποιεῖ μέτρα τῆς ἀρχαιότητας, κάνει χρήση καί ἐκφράσεων τῆς ἀρχαιότητας .Ὁ λόγος πού τό κάνει εἶναι γιατί ἐκεῖνα τά χρόνια ἐμφανίστηκε στό Βυζάντιο ἕνας αὐτοκράτορας πού ἤθελε νά ἀναβιώσει τήν ἀρχαία παιδεία, ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης, πού ἤθελε τήν ἀναβίωση τῆς ἀρχαίας θρησκείας καί ἐξέδωσε διάταγμα μέ τό ὁποῖο ἀπαγόρευε στούς χριστιανούς νά διδάσκουν καί νά φοιτοῦν στά σχολεῖα, τελικά τό σχέδιο του ναυάγησε καί ὁ ἴδιος πέθανε στόν πόλεμο.

Ὁ ποιητής δέν διστάζει νά ἀνακαλεῖ στίς στροφές του ἀκόμα καί μυθολογικούς ἥρωες καί ἡρωίδες, ὅπως τόν Δαίδαλο, τόν Ὀρφέα, τή Θέμιδα. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ χριστιανισμός εἶχε ἐμπεδωθεῖ στή συνείδηση τοῦ λαοῦ, ὥστε δέν ὑπῆρχε κανείς πλέον κίνδυνος ἐπιστροφῆς στήν εἰδωλολατρεία. Ἄλλωστε ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ πλέον ἐπίφοβος ἀντίπαλος δέν ἦταν ἡ λατρεία τῶν ἀρχαίων θεῶν, ἀλλά ὁ Ἀρειανισμός. Τέλος δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε τήν κλασική παιδεία πού εἶχε λάβει ὁ Γρηγόριος, κάτι πού δέν ἦταν δυνατόν νά μήν τόν ἐπηρεάσει.

Ἐνδεικτική Βιβλιογραφία:

-Κομίνης Ἀθαν., Εἰσαγωγικά Μαθήματα εἰς τήν Βυζαντινήν Φιλολογίαν, Ἀθῆναι.

-Λαζανᾶ Β., Τά ἀρχαῖα ἑλληνικά ἐπιγράμματα τῆς Ἑλληνικῆς ἤ Παλατινῆς Ἀνθολογίας, ββλίο ὄγδοο, ἐκδ. Παπαδήμας.

-Τωμαδάκη Νικολάου, Ἡ Βυζαντινή Ὑμνογραφία καί Ποίησις, ἐκδ. Πουρναρᾶς , Θεσσαλονίκη, 1993.

Εὐαγγέλου Τσουκάρα,
Θεολόγου-Φιλολόγου

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...