/*--

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό

 Τί θά πεῖ ἀγαπῶ τόν Θεό; 

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ πόθος τῆς ψυχῆς μας γιά ζωντανή ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Βασική ἐντο­λή τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό μέ ὅλη μας τήν καρδιά, μέ ὅλη μας τήν ψυχή καί μέ ὅλη μας τή διάνοια (Ματθ. 22,37). Ἡ καρδιά, ἡ ψυχή καί ἡ διάνοια ἐδῶ δηλώνουν ὅτι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό χρειάζεται νά ἀναβλύζει ἀπ’ ὅλη τήν ὕπαρξή μας καί νά καταλαμβάνει ὅλες τίς πλευρές τῆς προσωπικότητάς μας. Ὁ Θεός θέλει νά τόν ἀγαπᾶμε, ὄχι γιατί αὐτό συμφέρει τόν ἴδιο, ἀλλά ἐμᾶς. Ὁ Θεός δέν χάνει τίποτε, ἄν ἐμεῖς δέν τόν ἀγαπᾶμε. Ἀντίθετα ἐμεῖς χάνουμε καί ἐδῶ καί στήν αἰωνιότητα. Δέν φταίει τό τζάκι πού ἐμεῖς κρυώ­νουμε, ἀλλά ἐμεῖς φταῖμε πού δέν τό πλησιάζουμε.

Ὅπως, ὅταν ἀγαπᾶς ἕναν ἄνθρωπο, ἐπιθυμεῖς νά βρίσκεσαι πάντα κοντά του ἤ νά ἔχεις τακτική ἐπι­κοινωνία μαζί του, ἔτσι καί μέ τόν θεῖο ἔρωτα πο­ θεῖς τή συνεχῆ ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἕνα στιγμιαῖο συναίσθημα, ἀλλά τό κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ καί ἡ κινητήρια δύναμη κάθε ἐνέργειάς του. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι μία φυσική ἀνάγκη τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ὑπάρχουμε ὡς ‘εἰκόνες’ τοῦ Θεοῦ μέ κυρίαρχο στοιχεῖο μέσα μας τήν ἀγά­πη. Ὁ ἄνθρωπος εἰκονίζει τόν Τριαδικό Θεό, πού εἶναι ἀγάπη (Α΄ Ἰωάν. 4,8). Ἄνθρωπος πού δέν ἔχει ἀγάπη δέν εἶναι σωστός ἄνθρωπος. Ἀγαποῦμε τόν Θεό, ἐπειδή ἀναγνωρίζουμε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ προστάτης καί ὁ Πατέρας μας.

Ὅπως κάθε παιδί πο­θεῖ τήν ἐπικοινωνία μέ τούς προστάτες γονεῖς του, ἔτσι καί κάθε ψυχή ποθεῖ τήν ἐπικοινωνία μέ τόν οὐράνιο Πατέρα της. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνον­ται ἀνεπαρκεῖς μπροστά στίς μεγάλες καί πολλές φορές ἐπικίνδυνες δυνάμεις τῆς φύσης. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό ἐκδηλώνεται ὡς ἀπάν­τηση στήν ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἀγαποῦμε τόν Θεό, γιατί Αὐτός πρῶτος μᾶς ἀγάπησε δημιουργώντας μας καί θυσιαζόμενος γιά μᾶς στή σταυρική θυσία Του. Δέν μᾶς ἔβαλε σέ ἕνα ψυχρό σύμπαν, σέ μία ἀπρόσωπη μηχανή, ἀλλά μᾶς φροντίζει συνεχῶς. Ἡ γῆ εἶναι τό ζεστό καί στολισμένο σπίτι, πού μᾶς ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά νά ζήσουμε. Κι ὅταν ξεπέσα­με ἀπό τήν πρώτη θέση μας κοντά Του, κατέβηκε στή γῆ καί θυσιάσθηκε γιά μᾶς στό Σταυρό. Ἡ θεία πρόνοια συνεχίζεται μέ τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύμα­τος στήν Ἐκκλησία καί τή φροντίδα τοῦ φύλακα ἀγγέλου στήν προσωπική ζωή τοῦ καθενός.

Ὅπως ἕνα μικρό παιδί πρῶτα ἀγαπήθηκε ἀπό τούς γονεῖς του καί ὕστερα, ὅταν τούς χαμογελᾶ καί τούς ἀνα­ζητᾶ, γίνεται ἀξιαγάπητο καί περιπόθητο, ἔτσι κι ὁ κάθε χριστιανός πρῶτα ἀγαπήθηκε ἀπό τόν Θεό καί κατόπιν, ὅταν τόν ἀγαπᾶ καί ἀγωνίζεται νά τόν εὐαρεστεῖ, γίνεται ἀξιαγάπητος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν κάποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό καί ἔχει ἁμαρτή­σει, δέν παραμένει στήν πτώση, ἀλλά μετανοεῖ καί προσπαθεῖ νά ἐπανέλθει στήν καλή σχέση μαζί Του. Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπιρρεπής στήν ἁμαρτία καί ἁμαρτάνει συνέχεια, χρειάζεται νά ζεῖ συνεχῶς μέ μετάνοια. Ὁ καλός χριστιανός στενοχωριέται μέ τίς πτώσεις του, ὄχι τόσο γιατί ἁμάρτησε, ὅσο για­τί πίκρανε τόν Θεό καί ἀπομακρύνθηκε ἀπ’ Αὐτόν. Μέ κάθε ἐξομολόγηση ὁ μετανοῶν ἀποκτᾶ δύναμη καί βάζει νέα ἀρχή στήν προσπάθεια γιά ἁγιασμό καί σωτηρία.

Κοντά στόν Θεό καί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ προσπαθεῖ μέ συνεχῆ ἀγώνα καί ἄσκηση νά γιατρέψει τήν ψυχή του ἀπό τά πάθη. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀγαπᾶ καί τούς συναν­θρώπους του, γιατί τούς βλέπει ὡς ἀδέλφια του. Ὁ Χριστός ἀπαίτησε μαζί μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀγάπη τοῦ πλησίον. Ὁ Θεός, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀγάπης τοῦ ἀγωνιστῆ χριστιανοῦ, τόν πλουτί­ζει μέ ὅλες τίς καλοσύνες, πού ἀπαιτοῦνται γιά τήν ἀγάπη τοῦ πλησίον, ὅπως π. χ. τήν ταπείνωση, τήν ὑπομονή, τήν πραότητα καί τήν εὐαισθησία γιά τά δικαιώματα τοῦ ἄλλου. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀγαπᾶ χωρίς συμφέρον τό συνάνθρωπό του, δέν συμπεριφέρεται ἀνταγωνιστικά καί ἐγωιστικά καί δημιουργεῖ γύρω του ἀτμόσφαιρα καλοσύνης καί σεβασμοῦ. Διαχρονικά δείγματα τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ζωή ὅλων τῶν ἁγίων.

Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησί­ας ἔχουν ἐμπειρική αἴσθηση τῆς θείας παρουσίας κι ὄχι διανοητική σύλληψη. Γι’ αὐτούς ὁ Θεός δέν εἶ­ναι μία θεωρητική ἰδέα ἀλλά ἕνα ὑπαρκτό πρόσω­πο. Αὐτοί μιλοῦν μέ τόν Θεό καί ὄχι περί τοῦ Θεοῦ. Γιά τό βαθύ βίωμα τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τῆς ἑνότητας μ’ Αὐτόν οἱ μάρτυρες ὁμολόγησαν τήν πίστη τους μπροστά στούς πολέμιους τοῦ Χρι­στοῦ καί θυσίασαν τή ζωή τους. Γιά τήν οὐράνια χαρά τῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό οἱ ὅσιοι ἐγκα­τέλειψαν ὅλες τίς ἐπίγειες χαρές καί ἀπολαύσεις. Σήμερα, ὅποιος πιστεύει στόν Θεό, εἶναι σέ κάποιο βαθμό καί μάρτυρας καί ὅσιος. Ἡ πίστη του φαίνε­ται ὄχι μέ τά λόγια του, ἀλλά μέ τήν ἄφοβη ὁμολο­γία τῆς πίστης του καί τή θεάρεστη ζωή του. Αὐτός ἀγαπᾶ γνήσια τόν Θεό καί ὁ Θεός ἀντιπροσφέρει σ’ αὐτόν τήν ἀγάπη Του. Μᾶς ἐκπλήσσει καί σή­μερα ἡ στροφή πολλῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν ἁμαρ­τωλή ζωή πρός τόν Χριστό. Αὐτή ἡ ἀνεξήγητη με­ταστροφή εἶναι ἔργο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία Χάρη τούς ἄγγιξε στήν καρδιά, βίωσαν οὐράνια χαρά καί ἄλλαξαν ζωή.

Πῶς ἀναπτύσσεται ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό; 

Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἐντολή νά ἀγαπᾶ­ με τόν Θεό, αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι κατορθωτή. Ὅταν ἡ ἐκ φύσεως ἀγάπη πρός τόν Θεό καλλιεργηθεῖ, μεγαλώνει καί ἀναπτύσσεται. Ὁ ἄνθρωπος προῆλθε ἀπό τόν Θεό καί Αὐτόν ἀνα­ζητᾶ διακαῶς. Ὁ ἄνθρωπος ἀγαπώντας τόν Θεό δέν ἀγαπᾶ μία ἀφηρημένη ἰδέα, ἀλλά ἕνα συγκε­κριμένο πρόσωπο. Ὁ Θεός δέν εἶναι στό ὑπερπέ­ραν ἀλλά δίπλα μας καί ἐντός μας. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ καί κινεῖται μέσα στήν παρουσία καί τήν ἀγά­πη τοῦ πανταχοῦ παρόντος Θεοῦ (Πράξεις 17,2728). Ὅπως ἕναν ἄνθρωπο τόν ἀγαπᾶς ὅλο καί πιό πολύ, καθώς σταδιακά τόν γνωρίζεις, ἔτσι καί τόν Θεό τόν ἀγαπᾶς περισσότερο μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς γνώσης Του. Ὁ Θεός γνωρίζεται ἔμμεσα μέσῳ τῆς λογικῆς στή φύση καί ἄμεσα μέσῳ τῆς Ἀποκάλυψής Του.

Ἡ φυσική γνώση εἶναι περιορισμένη ἐν σχέσει μέ τήν ἀποκαλυπτική. Ἡ ἀποκαλυπτική γνώση ἀποκτᾶται μέ τή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας, μέ τόν πνευ­ματικό ἀγώνα, τήν προσευχή, τή λατρεία καθώς καί τή συμμετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν πνευματική ζωή, πού ἵδρυσε ὁ Χριστός καί προσφέρεται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ἡ φυσική ἀγάπη πρός τόν Δημιουργό ὁλοκληρώνεται μέ τήν ἀγάπη, πού καλλιεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύμα­τος. Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,22). Ὅσο κανείς πλησιάζει τόν Θεό, διαπι­στώνει τή μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν καί ἀναδύεται ἀπό μέσα του ὁ πόθος τῆς ἀνταπόκρι­σης σ’ αὐτή. Ὅταν στόν κόσμο διακρίνουμε τήν ἄπειρη ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ, ἀναβλύζει μέσα μας ἡ ἀγάπη πρός Αὐτόν ἀπό εὐγνωμοσύνη. Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος ἔγραψε στίς «Ἐξομολογήσεις» του: «Ἕνα γνωρίζω, Κύριε, γιά ἕνα εἶμαι βέβαιος στή συνείδησή μου, ὅτι σέ ἀγαπῶ. Ἄκουσα μέσα μου τόν λόγο σου καί σέ ἀγάπησα. Ἀλλά καί ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, τά πάντα ἀπό παντοῦ μοῦ λένε νά σέ ἀγαπῶ» (Βιβλίο 10).

Καί χίλιες ζωές ἄν εἴχαμε, δέν θά ἀρκοῦσαν νά ἐκφρά­σουμε τίς πολλές εὐχαριστίες πρός τόν Δωρεοδό­τη τῶν πάντων Θεό. Ἡ εὐχαριστιακή στάση ζωῆς στρέφει τόν νοῦ μας πρός τόν Θεό καί ἀναπτύσσει τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν. Ἀγαποῦμε τόν Θεό, καθώς διαπιστώνουμε ὅτι συνεχῶς μᾶς βοηθᾶ στήν προσωπική μας ζωή καί μᾶς συμπαραστέκεται. Πολλοί λένε ὅτι, ὅταν ἄνοι­ξαν τά μάτια τῆς ψυχῆς τους, διέκριναν παντοῦ τό χέρι τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἕνα παιδί ἀγαπᾶ τή μάνα του, ἐπειδή τό τρέφει καί τό φροντίζει, ἔτσι καί ὁ χριστιανός ἀγαπᾶ τόν Θεό, γιατί παντοῦ βλέπει τήν πρόνοιά Του. Ἀγαποῦμε τόν Θεό, ὅταν ἀνα­γνωρίζουμε τίς εὐεργεσίες Του καί τόν εὐχαριστοῦ­με γι’ αὐτές. Ἀγάπη ἐκφράζουμε ἐπίσης, ὅταν εὐ­χαριστοῦμε τόν Θεό καί γιά τίς ἀσθένειες, πού γιά κάποιο θετικό λόγο ἐπέτρεψε νά ἐμφανισθοῦν στή ζωή μας. Ἡ πνευματική χαρά τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀναπτύσσει μέσα μας βαθιά ἀγάπη πρός τόν χορηγό της, τόν Θεό. Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό αὐξάνεται, ὅταν βλέπουμε τά ἀποτελέσματα τῆς ὑπακοῆς μας σ’ Αὐτόν.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ὑπάκουσε στόν Χριστό καί ἔριξε τά δίχτυά του γιά ψάρεμα στή λίμνη τῆς Γενησαρέτ μέρα μεσημέ­ρι, πρᾶγμα παράλογο. Τότε ἀξιώθηκε νά κάνει τή μεγαλύτερη ψαριά τῆς ζωῆς του (Λουκᾶ 5,4-11). «Ὅποιος μέ ἀγαπᾶ», εἶχε πεῖ ὁ Χριστός, «θά τηρεῖ τό λόγο μου καί ὁ Πατέρας μου θά τόν ἀγαπήσει καί θά ἔρθουμε (ἡ ἁγία Τριάδα) πρός αὐτόν καί θά κατοικήσουμε μέσα του» (Ἰωάν. 14,23). Ἡ τήρηση τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ γίνεται μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Ὑπακούοντας στίς θεῖες ἐντολές, πράττουμε τό καλό, ζοῦμε θεάρεστα, βελτιωνόμα­ στε πνευματικά καί αἰσθανόμαστε θεία εὐφροσύνη. Οἱ ἐντολές Του εἶναι αἰώνια ζωή (Ἰωάν. 12,50), γιατί ὁ τηρητής τους εὐαρεστεῖ τόν Θεό, γίνεται κατοι­κητήριό Του, ἑνώνεται μέ τόν αἰώνιο καί ἄφθαρτο Θεό καί σώζεται στήν αἰώνια ζωή. Πόσο μεγάλη εἶ­ναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού καταδέχεται νά ἔρθει καί νά κατοικήσει στή φθαρτή ἀνθρώπινη ὕπαρξη! Ἠθικά τέλειος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού τηρεῖ τυπικά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό. Αὐτός τίς ἐντολές τίς τηρεῖ γιά νά μή φύγει ἀπό τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν Θεό.

Στόχος τοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι μόνο νά τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά γίνει κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεται ἡ ψυχή μας ἀπό τά πάθη, τόσο προοδεύουμε στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν καθαρίζουμε τήν ψυχή μας ἀπό τά πάθη, τότε αὐτή γίνεται κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Θεός δέν κατοικεῖ σέ βρώμικες ψυχές. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀναφύεται σέ καθαρές ἀπό πάθη ψυχές. Ἡ καθαρή ψυχή ἑλ­κύεται ἀπό τόν Θεό καί φυσιολογικά τόν ἀγαπᾶ ἔνθερμα καί ποθεῖ τήν κοινωνία-ἐπικοινωνία μαζί Του. Ὁ πνευματικός ἀγώνας στοχεύει στήν κάθαρ­ση ἀπό τά πάθη καί τήν ἀντικατάστασή τους μέ τίς ἀρετές. Ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς γίνεται μέ τήν πνευ­ματική ζωή, δηλ. τήν προσευχή, τήν ἄσκηση, τήν ἐγκράτεια, τήν ἐξομολόγηση καί τή θεία Κοινωνία. Ὁ ἁγιασμός εἶναι ἀνάλογός τῆς κάθαρσης. Κάθαρ­ση καί πνευματική ἄνοδος συμπορεύονται. Ὅσο κανείς ἀποσπᾶται ἀπό τίς ἁμαρτωλές προσκολλή­σεις, τόσο πιό πολύ ἀγαπᾶ τόν Θεό. Οἱ ἀσκητές, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν τήν πλήρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπομακρύνονται ἀπό κάθε γήινη προσκόλληση. Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χρειάζεται νά ὑπερνικήσει κανείς τόν κακό ἑαυτό του καί τίς κακές ἐπιρροές τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντός του.

Ὅταν αὐξηθεῖ ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, ὁ πιστός θεωρεῖ καί τίς μι­κρές ἁμαρτίες μεγάλες, γιατί καί μ’ αὐτές ἀρνεῖται τήν ἀγάπη του πρός Αὐτόν. Ὁ φιλήδονος δέν μπο­ρεῖ νά ἀγαπήσει τόν Θεό, γιατί ἡ ἐνοχή τῆς ἁμαρ­τίας δέν τόν ἀφήνει νά προσευχηθεῖ. Ὅταν ἀγα­πήσει τόν Θεό, τότε ἀντιστέκεται καί δέν πράττει ἀνηθικότητες, γιατί ἡ προσευχή τόν προστατεύει ἀπό τίς πτώσεις καί ὁ φόβος τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν Θεό τόν κρατᾶ σέ ἑτοιμότητα. Ὁ ἐγωιστής δέν ἀφήνει χῶρο στήν καρδιά του γιά τήν ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ. Αὐτός δέν θέλει κανέναν πάνω ἀπό τό κεφάλι του· ἐπιδιώκει νά κάνει ὅ,τι τοῦ ἀρέσει. Ὅταν ἀγαπήσει τόν Θεό, τότε ὁ ἐγωισμός του με­τατρέπεται σέ δυνατό πόθο τελείωσης καί προσ­έγγισης τοῦ Θεοῦ. Ὁ φιλάργυρος, πού δαπανᾶ τή ζωή του στό κυνήγι τῶν χρημάτων καί εἶναι βου­τηγμένος στήν ὕλη, δέν ἀσχολεῖται καθόλου μέ τήν ψυχή του καί μέ τόν Θεό. Ὅταν ὅμως ξυπνήσει ἀπό τόν πνευματικό ὕπνο καί ἀγαπήσει τόν Θεό, τότε ἐπικεντρώνεται στά πνευματικά καί μέ τά χρήμα­τά του γίνεται φιλάνθρωπος.

Ὅπως, ὅταν κάποιος ἐρωτευθεῖ, γιά νά εὐαρεστήσει τό ἀγαπημένο του πρόσωπο, ἀλλάζει τή συμπεριφορά του, ἔτσι κι ὅταν ἀγαπήσει κάποιος τόν Θεό, ἀλλάζει τόν τρό­πο ζωῆς του, γιά νά γίνει ἄξιος τῆς θείας ἀγάπης. Ἰδιαίτερη ἀξία γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό ἔχει ὁ πλούσιος ἐρχομός τῆς θείας Χάρης μέσω τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅλα τά Μυστήρια μᾶς συνδέουν μέ τόν Κύριο. Σέ ὅλα τά Μυστήρια ἐνεργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα τή σω­τηρία τῶν χριστιανῶν. Αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς σωτη­ρίας μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀγάπη τοῦ Σωτῆρος Θεοῦ. Γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς χριστιανούς τῆς Ρώμης: «ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πλημμύρισε στίς καρδιές μας μέσῳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού μᾶς δόθηκε» (Ρωμ. 5,5). Στό Βάπτισμα γίνεται ἡ ἐπανέ­νωση μέ τόν Θεό καί ἡ ἔνταξή μας στήν Κιβωτό τῆς σωτηρίας, τήν Ἐκκλησία. Στό Χρῖσμα γινόμαστε κατοικητήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στήν Ἐξο­μολόγηση καθαριζόμαστε ἀπό τίς ἁμαρτίες τοῦ παρελθόντος καί ἐπανακτοῦμε τήν ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Στή θεία Κοινωνία ἔρχεται μέσα μας ὁ Χριστός, μᾶς καθαρίζει ἀπό ἁμαρτίες καί μᾶς ὁδη­γεῖ στήν αἰώνια ζωή. Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό καλλιεργεῖται στήν ἀτομική προσευχή καί στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀγωνίζεται νά ἐπικοινωνεῖ μαζί Του μέ θερμή τακτική προσευχή.

Ἡ προσευ­χή ἀποτελεῖ σπουδαιότατο μέσο ἀπόκτησης τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό. Ἡ κατανυκτική καί ταπει­νή προσευχή ἑλκύει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία αὐξάνει τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί διατηρεῖ τή φλόγα της ἄσβεστη. Ἡ ἀδιάλειπτος «προσευχή τοῦ Ἰησοῦ» κρατᾶ τήν καρδιά σταθερή στήν ἀνά­μνηση τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός τήν εὐλογεῖ καί τή χα­ριτώνει. Ὅσο πιό πολύ κανείς προσεύχεται, τόσο πιό πολύ συνδέεται μέ τόν Κύριο. Ὅπως στήν συν­αισθηματική ἀνθρώπινη ἀγάπη δέν κουράζεται κα­νείς νά ἐπικοινωνεῖ μέ τό ἀγαπημένο του πρόσω­πο, ἔτσι καί σέ μεγαλύτερο βαθμό στήν προσευχή καί στή λατρεία τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχει κόπος ἀλλά ξεκούραση καί χαρά. Ὁ ἀγωνιστής χριστιανός στήν προσευχή καί στή λατρεία τοῦ Θεοῦ αἰσθά­νεται βιώματα πνευματικῆς χαρᾶς καί ἀγαλλίασης. Αὐτά τά θεόσδοτα βιώματα τόν ὁδηγοῦν στήν πε­ραιτέρω αὔξηση τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό. Ἔλε­γε ὁ γέροντας Παΐσιος ὅτι «ὁ Θεός δίνει ‘σοκολά­τες’, γιά νά καταλάβουμε πόσο Γλυκύς εἶναι καί νά ἀγωνισθοῦμε νά τόν εὐαρεστήσουμε, γιά νά πᾶμε κοντά Του» (Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι ΣΤ΄ Περί Προσευχῆς, σελ. 241).

Μέ τή λατρεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό φανερώνει καί ἡ λέξη λατρεία, δεί­χνουμε ἰδιαίτερη ἀγάπη καί ἀφοσίωση στόν Θεό. Στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας κατανύσσεται ἡ ψυχή μας καί ἀνεβαίνει πρός τόν Κύριο μέ ἱκεσίες, εὐ­χαριστίες καί δοξολογίες. Στίς ἀκολουθίες ἀκοῦμε συνέχεια τό ἱκετευτικό ‘Κύριε, ἐλέησον’, πού ση­μαίνει ‘Κύριε, δεῖξε ἀγάπη’. Ὁ Θεός σίγουρα μᾶς ἀγαπᾶ καθώς μᾶς συγχωρεῖ καί μᾶς προστατεύει, ἐμεῖς χρειάζεται νά βοηθηθοῦμε ἀπ’ Αὐτόν, ὥστε νά ἀνταποκριθοῦμε στήν ἀγάπη Του. Τό περιε­χόμενο τῶν ὕμνων καί ἡ κατανυκτική βυζαντινή μουσική συγκινοῦν τόσο βαθιά τόν χριστιανό, πού νομίζει ὅτι βρίσκεται στόν οὐρανό καί ἀκούει τούς χορούς τῶν ἀγγέλων καί δέν θέλει νά σταματήσει αὐτή ἡ εὐφροσύνη. Χαρακτηριστικά τή Μεγάλη Σαρακοστή καί τή Μεγάλη Ἑβδομάδα οἱ χριστια­νοί νοιώθουν τόση μεγάλη χαρά καί εὐφροσύνη μέ τίς λατρευτικές συνάξεις τῶν περιόδων αὐτῶν, πού λυποῦνται, ὅταν τελειώνουν.

Μελετώντας κάποιος τόν λόγο τοῦ Θεοῦ εὐ­φραίνεται ἀπ’ αὐτόν καί ἀναπτύσσεται μέσα του ἡ ἀγάπη πρός τήν πηγή αὐτοῦ τοῦ βιώματος, τόν Θεό. Ὅπως τά παιδιά ἀγαποῦν τούς γονεῖς τους πού τά τρέφουν, ἔτσι καί οἱ μελετητές τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀγαποῦν τόν Θεό, γιατί τρέφει τήν ψυχή τους. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πατερι­κῶν κειμένων ἑλκύει στόν μελετητή τή θεία Χάρη, πού κατανύσσει καί φωτίζει τήν ψυχή. Μελετών­τας κάποιος τίς διδασκαλίες τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Θεοῦ, τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού μιλοῦσαν φωτισμένοι ἀπό τόν Θεό, διαπιστώ­νει ὅτι τά θεόπνευστα λόγια τους εἶναι τροφή τῆς ψυχῆς. Σέ μεγαλύτερο βαθμό αἰσθάνεται πνευμα­τική εὐφροσύνη στή μελέτη τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν μαθητῶν Του, τῶν ἀποστόλων. Καί στή διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνεται ὁ μελετητής τό ἴδιο βίωμα, γιατί τό ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα φώτισε κι αὐτούς. Ἡ διδασκαλία π.χ. τοῦ συγχρόνου μας ἁγίου Πορφυρίου ἀναπαύ­ει πνευματικά, γιατί μεταφέροντας τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου στήν σύγχρονη ἐποχή συγκινεῖ βαθειά κάθε ψυχή. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό γιά νά καλλιεργηθεῖ, νά διατηρηθεῖ καί νά αὐξηθεῖ ἀπαιτεῖ ἄσκηση καί θυσίες. Ὅπως γιά νά ἀγαπήσεις ἕναν ἄνθρωπο γιά φίλο ἤ γιά σύντροφο τῆς ζωῆς σου χρειάζεται πολλή προσπάθεια, ἔτσι καί γιά νά ἀγαπήσεις τόν Θεό ἀπαιτεῖται ἔντονος ἀγώνας καί προσπάθεια.

Εἶχε πεῖ ὁ Χριστός στούς ἀκροατές Του: «Ὅποιος θέλει νά μέ ἀκολουθεῖ ὡς μαθητής μου, ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν κακό ἑαυτό του κι ἄς σηκώνει τό σταυρό του κι ἄς μέ ἀκολουθεῖ» (Μάρκ. 8,34). Δέν εἶπε νά μέ ἀκολου­θήσει μία φορά, ἀλλά νά μέ ἀκολουθεῖ συνεχῶς. Καί ἄλλοτε: «ὅποιος ἀγαπᾶ τόν πατέρα του ἤ τή μη­τέρα του πάνω ἀπό μένα, δέν εἶναι γιά μένα ἄξιος· καί ὅποιος ἀγαπᾶ τό γιό ἤ τήν θυγατέρα πάνω ἀπό μένα, δέν εἶναι γιά μένα ἄξιος» (Ματθ. 10,37). Ἐδῶ ἐννοεῖ τήν ἄρνηση πρός τούς συγγενεῖς, ὅταν μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χρι­στός ζητᾶ νά μήν εἴμαστε ἀνθρωπάρεσκοι, ἀλλά θεάρεσκοι, δηλ. γιά μᾶς νά ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἡ γνώμη τοῦ Θεοῦ ἀπό τή γνώμη τῶν συγγενῶν καί τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ἀγαπῶ τόν Θεό σημαίνει ὅτι γιά μένα ὁ Θεός εἶναι τό πᾶν, εἶναι πάνω ἀπό κάθε ἐπίγεια ἀξία καί πάνω ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μου. Αὐτές οἱ θυσίες γίνονται εὐάρεστες στόν Κύ­ριο. Καθώς θά αὐξάνεται ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, θά αὐξάνονται καί οἱ θυσίες γι’ Αὐτόν.

Ἡ νηστεία, ὁ ἐκκλησιασμός τῆς Κυριακῆς, ἡ ἐπιμονή στήν ἀμε­τεώριστη προσευχή, ἡ καλλιέργεια τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ἡ ἐγκράτεια στίς σκέψεις, στίς ἐπιθυμί­ες καί στίς αἰσθήσεις εἶναι θυσίες, πού γίνονται γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Δέν ἀγαποῦμε τόν Θεό, ὅταν τόν θυμόμαστε μόνον στήν κυριακάτικη θεία Λει­τουργία ἤ μόνο στή βραδινή προσευχή. Δέν ἀγα­ποῦμε τόν Θεό, ὅταν, ἀντί νά λειτουργηθοῦμε τήν Κυριακή, προτιμᾶμε τόν ὕπνο, τή βόλτα, τό παι­χνίδι, τήν τηλεόραση ἤ τό ἰντερνέτ. Δέν ἀγαποῦμε τόν Θεό, ὅταν προσευχόμαστε ψυχρά καί τυπικά. Ὅταν κάποιος σταματᾶ τήν ἄσκηση καί τή συμ­μετοχή στά Μυστήρια, τότε ἡ καρδιά του ψυχραί­νεται καί δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό. Ὁ Θεός ὡς δημιουρ­γός καί προνοητής τῶν πάντων ἀγαπᾶ ὅλους τους ἀνθρώπους. Ἐκείνους, ὅμως, πού κάνουν θυσίες γι’ Αὐτόν τούς ἀγαπᾶ διπλά. Σφάλλω πού στίς θλίψεις τῆς ζωῆς νομίζω ὅτι ὁ Θεός δέν μέ ἀγαπᾶ; Στίς δυσκολίες φαίνεται ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, στίς δυσκολίες τῆς ζωῆς δέν τά βάζει μ’ Αὐτόν, ἀλλά ταπεινά δέχεται τήν κάθε δυσκολία ὡς σταλμένη ἤ ἐπιτρεπτή ἀπ’ Αὐτόν καί προσπαθεῖ νά τήν ξεπεράσει καί νά ὠφε­ληθεῖ ἀπ’ αὐτή.

Σ’ ὅλα τά κακά τῆς ζωῆς μας νά καταφεύγουμε στή στοργική ἀγάπη τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Ὅταν π.χ. οἱ ἄνθρωποι μᾶς ἀπορρίπτουν νά σκεφτόμαστε ὅτι ἀξία ἔχει ἡ γνώμη τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τῶν ἀνθρώπων. Νά προσπαθοῦμε κοντά στόν Θεό νά βροῦμε ἀξία καί νόημα ζωῆς. Στίς δυσκο­λίες χρειάζεται περισσότερη προσευχή, μελέτη καί ἄσκηση. Ὅσοι γκρινιάζουν πρός τόν Θεό, ἔμμεσα τόν βλασφημοῦν ἀντί νά τόν δοξάζουν. Πολλοί συνε­χῶς γκρινιάζουν στόν Θεό γιά τίς ὅποιες ἐλλείψεις τους, γιά τά οἰκογενειακά προβλήματα, γιά τίς ἀρ­ρώστιες, ἀκόμα καί γιά τίς ἀποτυχίες τους καί τά λάθη τους. Νά σκεφτόμαστε ὅτι ὅλα αὐτά συμ­βαίνουν ἤ ἀπό εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἤ ἀπό ἀνοχή τοῦ Θεοῦ. Ἐφόσον ὅλα εἶναι ὑπόψη τοῦ Θεοῦ δέν πρέ­πει νά ἀπελπιζόμαστε καί νά ἀπογοητευόμαστε. Ὁ Θεός κάτι καλό θά βγάλει. Ὅταν στεναχωριέσαι λόγῳ ἀξεπέραστων προ­ βλημάτων νά σκέφτεσαι ὅτι ὁ Θεός Πατέρας τά ἐπιτρέπει γιά τό καλό σου. Νά καταφεύγεις στήν ἀγκάλη τοῦ Θεοῦ μέ τήν προσευχή. Νά σκέφτεσαι τίς πολλές δωρεές τοῦ Θεοῦ στή ζωή σου.

Ἡ ἀγά­πη μας πρός τόν Θεό συνήθως μᾶς κάνει δυνατούς στήν ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς. Δέν φοβόμαστε τίποτε, γιατί ἀγαποῦμε τόν Θεό καί γνωρίζουμε ὅτι καί ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ. Ἄν ἡ στενοχώρια ὀφείλεται σέ σφάλμα σου, νά τήν ἀντιμετωπίσεις μέ ταπείνωση καί νά διορθώ­σεις τό σφάλμα σου. Νά σκέφτεσαι ὅτι εἶσαι ἀδύ­νατος ἄνθρωπος στή γνώση, στή θέληση καί στήν ἀγάπη κι ὅτι χωρίς τή θεία βοήθεια κινδυνεύεις νά πέφτεις συνεχῶς. Νά πάρεις ἀπόφαση νά εἶσαι στό μέλλον πιό προσεκτικός καί νά ἀρχίζεις κάθε ἔργο σου μέ προσευχή. Ὅποιος θλίβεται γιά τά λάθη του καί φθάνει στή μελαγχολία, αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχει ἐγωισμό. Ὅποιος ὅμως θλίβεται καί καταφεύγει ταπεινά μέ τήν προσευχή στόν Θεό ἐλεεινολογών­τας τήν μικρότητά του καί τήν κακία του, βρίσκει παρηγοριά.

 Χρειάζεται νά ἀγαποῦμε θερμά τόν Θεό καί νά καταφεύγουμε ταπεινά σ’ Αὐτόν γιά νά προστατευόμαστε ἀπό τίς πτώσεις. Οἱ πτώσεις νά μᾶς ὁδηγοῦν στήν οὐσιαστική μετάνοια καί στή θερμή προσευχή. Ὑπάρχει καί τό ἐνδεχόμενο αὐτή ἡ θλίψη νά εἶναι πειρασμός ἐκ τοῦ πονηροῦ μέ στό­χο νά διαταράξει τήν πνευματική ἰσορροπία μας καί νά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἀπελπισία, στή μελαγχο­λία καί στήν αὐτοκτονία. Κάνε θερμή προσευχή καί ὁ Θεός δέν θά σέ ἀφήσει ἀπαρηγόρητο.

τοῦ Ἀρχιμ. Μαξίμου Παναγιώτου

πηγή : H OΔOΣ
ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...