/*--

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΠΑΠΑ–ΔΑΝΙΗΛ

Από τα πρώτα βήματα του ξεκινήματός του ο Γέροντας Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης (1897–1959) νοσταλγούσε τη συνάντηση με κάποιον πνευματικό πατέρα. Άνθρωπο πνευματικό, με όλη τη σημασία της λέξης, με την κατάλληλη πείρα, ο οποίος να τον διδάξει και να τον οδηγεί σ’ αυτή τη τόσο λεπτή και μυστηριώδη ζωή και, παρ’ όλες τις απογοητεύσεις του, καθώς ο ίδιος μας έλεγε, δεν έπαυε από το να τον αναζητά και να ελπίζει. Υπήρχε και τότε η φήμη για κάποιους ασκητές που ήταν αθέατοι στους πολλούς, που ζούσαν άγνωστοι και παρουσιάζονταν ενίοτε σε ορισμένους πάλι πνευματικούς λειτουργούς και κοινωνούσαν. Αυτό για πολύ καιρό έγινε πρόβλημα και πειρασμός για τους γέροντες, γιατί προσπαθούσαν και ερευνούσαν αδιάκοπα μήπως και τους συναντήσουν. Προσπαθώντας επίμονα, περιήλθαν όλα τα σπήλαια και τις καλύβες και ό,τι άλλο ίχνος παλαιάς κατοικίας ή τόπου, που να μαρτυρούσε ότι κάποτε κάθισε εκεί ασκητής.

Στο κάθισμα του Αγίου Πέτρου, μετά από τα Κρύα Νερά, στην περιφέρεια της Μεγίστης Λαύρας, ησύχαζε τότε ο περίφημος παπα–Δανιήλ. Δεν έβγαινε από τη μάνδρα του και αγωνιζόταν στην αγρυπνία και την ευχή και λειτουργούσε καθημερινά. Φύση σιωπηλή και απράγμων, με διαφορετικά προγράμματα ζωής. Δεν είχε επισκέπτες και ούτε δεχόταν εύκολα στις ώρες της ησυχίας και της προσευχής του και, ιδίως στη Λειτουργία, που συνήθως γινόταν κατά το μεσονύκτιο. Ο Γέρων Ιωσήφ διαπίστωσε την πνευματικότητα του περιβάλλοντός του και την αγιότητα αυτού του Γέροντα και τον παρακάλεσε να τους επιτρέψει πότε–πότε να λειτουργούνται εκεί σ’ αυτόν, μια και κάθονταν στον Άγιο Βασίλειο που δεν απείχε πάρα πολύ και να εξομολογούνται σ’ αυτόν. Και ο Γέροντας Δανιήλ δέχθηκε την παράκλησή τους.

Έγραφε γι’ αυτόν ο Γέροντας Ιωσήφ:

«Ο πιο θαυμαστός απ’ όλους ήταν ο παπα–Δανιήλ που ζούσε στον Άγιο Πέτρο και ήταν μιμητής του Μεγάλου Αρσενίου· άκρως σιωπηλός, έγκλειστος και εφ’ όρου ζωής λειτουργός. Εξήντα χρόνια πέρασαν και μια μέρα δεν εννοούσε ν’ αφήσει τη θεία Ιερουργία. Και τη Μεγάλη Σαρακοστή, όλες τις μέρες έκαμνε Προηγιασμένες. Και μέχρι την τελευταία του μέρα, αν και υπέργηρος, τελειώθηκε δίχως ασθένεια. Η Λειτουργία του κρατούσε τρεις με τέσσερις ώρες, γιατί δεν μπορούσε από την κατάνυξη να δώσει τις εκφωνήσεις. Από τα δάκρυα πάντα μούσκευε μπροστά του το χώμα. Γι’ αυτό το λόγο δεν ήθελε κανέναν ξένο να βρίσκεται στη Λειτουργία του και να βλέπει την εργασία του. Εμένα όμως με δεχότανε, επειδή τον παρακάλεσα με πολλή θέρμη. Και κάθε φορά που πήγαινα, για τρεις ώρες βαδίζοντας τη νύχτα προκειμένου να παρασταθώ σ’ αυτή τη φρικώδη του θεία παράσταση, βγαίνοντας από το Ιερό μού έλεγε ένα–δυο ρητά και αμέσως μέχρι την άλλη μέρα κρυβότανε. Αυτός για όλη του τη ζωή είχε τη νοερά προσευχή και την ολονύκτια αγρυπνία. Από αυτόν πήρα την τάξη που έχω και βρήκα μεγάλη ωφέλεια. Έτρωγε εικοσιπέντε δράμια ψωμί τη μέρα και ολόκληρος γινόταν μετέωρος στη Λειτουργία του. Κι αν δεν γινόταν λάσπη το έδαφος από τα δάκρυα, δεν τελείωνε Λειτουργία».

Γι’ αυτόν τον μεγάλο Γέροντα, τον παπα–Δανιήλ, έπρεπε κάποιος άλλος να γράψει πολλά, γιατί εμείς πολύ λίγα γνωρίζουμε. Εδώ θα πούμε μερικά για να μη ξεχαστεί το σεβαστό του όνομα, γιατί είναι από τους ήρωες του Αθωνικού πολιτεύματος και μάλιστα σύγχρονός μας. Φύση, καθώς προαναφέραμε, ήσυχη και σιωπηλή, με σύνδρομη την ταπείνωση, ήθελε πάντοτε να κρύβεται και να είναι αφανής, πράγμα συνηθισμένο στους αληθινούς Μοναχούς. Πάντοτε εγκρατής, δεν κατέλυε λάδι σχεδόν ποτέ, αλλά έτρωγε μόνο βρασμένα όσπρια δίχως λάδι, μια φορά τη μέρα, κατά την ενάτη βυζαντινή ώρα. Αγρυπνούσε κάθε νύχτα ευχόμενος μόνος του και πριν τα μεσάνυχτα πήγαινε στην εκκλησία, όπου διάβαζαν ένα μικρό μέρος της ακολουθίας, ιδίως Καθίσματα από το Ψαλτήρι, για την ετοιμασία της Προσκομιδής. Μετά τα μεσάνυχτα άρχιζε η Λειτουργία, η οποία γινόταν με πολλή βραδύτητα και κατάνυξη. Συχνά διέκοπτε τη συνέχεια από τα δάκρυα και την κατάνυξη, όταν εκφωνούσε τις ευχές και, έτσι, πολλές φορές, μόνο η Λειτουργία έφτανε να διαρκεί μέχρι και τέσσερις ώρες. «Πολλές φορές», μας έλεγε ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, «τον πιέζαμε να πει κάτι σαν ομιλία πνευματική και απέφευγε, προβάλλοντας σαν πρόφαση το λόγο της Οσίας Συγκλητικής, υπονοώντας το πάθος της κενοδοξίας, λέγοντάς μας ότι, “ο λύχνος όταν καίει, τους άλλους μεν φωτίζει, καίει όμως τα δικά του χείλη”».

Άλλος ευλαβής αδελφός από τη Νέα Σκήτη μάς είπε γι’ αυτόν τον άγιο Γέροντα Δανιήλ ότι κάποτε τον επισκέφθηκαν με τον γέροντά του φιλικά, γιατί ήσαν από παλιά γνωστοί. «Εγώ», μας είπε ο Νεοσκητιώτης αδελφός, «ήμουν κοσμικός και μόλις είχα έρθει, αφού τελείωσα το στρατιωτικό. Μόλις πλησιάσαμε, τον χαιρέτησε ο γέροντάς μου με μετάνοια και μετά μου ένευσε σιωπηλά (ο γέροντάς μου) να κάμω κι εγώ το ίδιο. Πλησίασα, μου έσφιξε το χέρι και μου είπε με τ’ όνομα: “Καλώς ήρθες, Στέργιο! Καλά έκαμες κι ήρθες στο Περιβόλι της Παναγίας μας, κοντά στον γέροντα Νεόφυτο· κάθισε κι έχε υπομονή και σε λίγο θα έρθει και ο Νίκος να μένετε μαζί”. Ο Νίκος, ήταν ο κατά σάρκα μικρότερος αδελφός μου και είχαμε χωρίσει, καθότι ήμασταν ορφανά προ πολλού καιρού και αγνοούσαμε τελείως πού μένει ο καθένας, γιατί εγώ ξενοδούλευα στη Λειβαδιά και μετά πήγα στρατιώτης, ο δε Νίκος έφυγε από μικρός στην Αθήνα και δούλευε στα αρτοποιεία. Τότε γύρισε στον γέροντά μου και τον ενθάρρυνε να μας κρατήσει και φώναξε τον υποτακτικό του Αντώνιο να μας κάνει τσάι και σε μένα, τον Στέργιο, να βάλει πολλή ζάχαρη. Κάποτε ήρθε το τσάι, αλλά το δικό μου εκ πρώτης όψεως είχε άσχημη θέα, σαν να είχε πέσει μέσα του καπνιά. Όταν το γεύτηκα, έκανα κάποιο αποτροπιασμό και το άφησα κάτω. Τότε με ρώτησε ο Γέροντας Δανιήλ: “Είναι ωραίο το τσάι, Στέργιο;”. “Όχι, Γέροντα!”, του αποκρίθηκα σαν πειραγμένος· “Καπνιά έπεσε από το τζάκι και είναι σαν δηλητήριο!”. Τότε βρήκε την κατάλληλη αφορμή να με διδάξει το νόημα της μοναχικής ζωής που διάλεξα. “Όχι, παιδί μου”, μου λέει, “δεν έπεσε καπνιά, αλλά είναι άγρια βελανίδια του δάσους που είναι πικρά και στυφά και συμβολίζουν την αγωνιστικότητα της ζωής μας εδώ, που θα φαίνεται σαν πικρία και, έτσι, θα μας γλυκάνει ο Κύριος στη Βασιλεία Του”. Αυτά τα λόγια του τα θυμάμαι πάντοτε, σαν να μου τα είπε χτες. Όσο για τον αδελφό μου, πράγματι, ήρθε μετά από δύο χρόνια και ζήσαμε ισόβια στο ίδιο καλύβι που πήγαμε εξαρχής και μετά το θάνατο του Γέροντά μας». Αυτοί ήταν οι αυτάδελφοι Κύριλλος μοναχός και Νεόφυτος ιερομόναχος, συνοδεία του Νεόφυτου του ξυλογλύπτου στην Καλύβη της Ζωοδόχου Πηγής, στη Νέα Σκήτη.

Τόσο πλούσια κατοικούσε η Χάρη στη ψυχή του παπα–Δανιήλ, που γνώριζε με λεπτομέρεια και με ακρίβεια τα μακρινά και άγνωστα πράγματα. Στο τέλος του, όπως μας είπε ο Γέροντας Ιωσήφ, παρόλο που είχε γεράσει και δεν μπορούσε να στέκεται μόνος του, εντούτοις δεν διέκοψε την ασκητική του δίαιτα. Την τελευταία μέρα πριν την αναχώρησή του, ζήτησε να τον κρατήσουν να σταθεί και να βγει μέχρι έξω στην αυλή τους. Όταν με κόπο βγήκε, γύρισε και είδε γύρω του και ψηλά και στέναξε ελαφρά λέγοντας: «Μάταιος κόσμος· τα πάντα ματαιότητα!». Και σιγά-σιγά πάλι γύρισε στο στρώμα του. Μετά από λίγες ώρες έφυγε για τον Ουρανό, που τόσο αγάπησε και που τόσο κόπιασε γι’ αυτόν. Εκοιμήθη γύρω στο 1929, σε ηλικία περίπου 75 ετών. Αυτά, για τον οσιώτατο Γέροντα παπα–Δανιήλ.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ 
ΙΩΣΗΦ Ο ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ
(1921–2009)

[Από το ιστολόγιο «Τὸ Εἰλητάριον»·

http://toeilhtarion.blogspot.gr/2016/02/blog-post_29.html

επιμέλεια φωτογραφίας ; π.Δαμιανός

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...