/*--

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

Σεβασμιώτατε, 
Σεβαστὴ Γερόντισσα, 
Ἀγαπητοὶ φίλοι. 

Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν εὐκαιρία ποὺ μοῦ δώσατε να ἐπισκεφθῶ τὴν Κρήτη καὶ τὸ ὄμορφο μοναστήρι σας σὲ τούτη τὴν παγκρήτια σύναξη νέων. Αἰσθάνομαι ἤδη ἀπελπισμένος καὶ σὲ κρίση ἀδυσώπητη, γιατὶ ξέρω πόσο αὐστηροὶ κριτὲς εἶσθε οἱ νέοι, πολὺ περισσότερο σὲ ἕνα νησί, ποὺ, ὅπως λέει ὁ Καζαντζάκης, δὲν εἶναι ἀκριβῶς νησί, ἀλλὰ «θεριό ποὺ κείτονταν στὴ θάλασσα».

 Ἀπὸ τὴ δική μου ἀπελπισία περνάω στὴν ἀπελπισία τοῦ τοπίου γύρω μου. Κάποιος ξένος πρίγκιπας ἐπισκέφθηκε τὴν ἀρχαία Ρώμη, κι ὅταν ἔστρεψε τὰ νῶτα του εἶπε: Αὐτὴ εἶναι μιὰ πόλη πρὸς πώληση καὶ περιμένει τὸν ἀγοραστή της. Θὰ μποροῦσενὰ πεῖ κανεὶςτὸ ἴδιο γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἴσως ἐμεῖς ἔχουμε προχωρήσει ἀκόμη παραπέρα. Ἡ δημοπρασία ἔχει ἤδη γίνει. Καὶ ἐπετεύχθη μιὰ νέα δουλεία, χειρότερη ἀπὸ τὶς προηγούμενες, γιατὶ ἀκριβῶς εἶναι ἑκούσια. Καὶ δὲν ἐννοῶ ἁπλὰ τὸ ξεπούλημα τῆς Ἑλλάδας στὶς πολυεθνικές—τοῦτο εἶναι ἕνα σύμπτωμα. Ἐννοῶ περισσότερο τὸ ξεπούλημα τῆς ψυχῆς μας ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια σὲ ἕναν ἄλλο θεό. 

Κυττάζοντας κάποιος στὸν εὐρύτερο ὁρίζοντα, ἱστορικὸ καὶ γεωγραφικό, ἀναρωτιέται μήπως ὅλες οἱ κοινωνίες ἔχουν πωληθεῖ σ’ αὐτὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα ποὺ τὶς φθείρει καὶ τὶς ἀποσυνθέτει. Σήμερα ὑπάρχει παντοῦ κρίση. Στὸ ἐπίπεδο τῆς οἰκολογίας, τῆς οἰκονομίας, στὸν κοινωνικὸ βίο. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς διαφεύγει εἶναι πὼς ὅλα τοῦτα εἶναι φαινόμενα μεταστατικά. Ἡ πρωτογενὴς νόσος βρίσκεται στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ κακία γεννιέται καὶ πεθαίνει στὸ πρόσωπο. Εἶναι σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔχει δεῖ τὴ ζωή του λάθος, ἔχει χάσει τὴν ψυχή του,νομίζοντας ὅτι θὰ τὴν βρεῖ στὰ ὑλικὰ ἀγαθά, στὴν κοινωνικὴ ἀναγνώριση, στὴν κατοχὴ ὅλο καὶ περισσότερων πραγμάτων, στὴν ἐπαγγελματικὴ ἢ καὶ ἐκκλησιαστικὴ καρριέρα, στὴν ἀπόκτηση ἐξουσίας, σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα τρώει τὸ σκουλήκι. 

Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα βρεθήκαμε σήμερα στὰ ὅρια τῆς ἀπελπισίας. Ὅμως εἶναι ἀπὸ μιὰ ἄποψη μακάριος ὁ ἀπελπισμένος. Αὐτὸς βέβαια ποὺ ξέρει νὰ ἐκτιμήσει καὶ νὰ ἀξιοποιήσειτὴν ἀπελπισία, τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν ἄνεση, ἀσφάλεια καὶ πεποίθηση ποὺ προσφέρουν ἡ καθημερινὴ ἀμεσότητα καὶ ἡ δική μας πλασματικὴ εἰκόνα.Ἐξήλθαμε λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἄνεση, τὴν τάξη καὶ τὴν ἀσφάλεια σὲ μιὰ φοβερὴ τρικυμία, ποὺ κλυδωνίζει τὰ πάντα γύρω μας καὶ μέσα μας. Κι ὁ καθένας μας αἰσθάνεται ὅτι βρίσκεται στὸ μέσο μιᾶς ἐπικίνδυνης θάλασσας, ποὺ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μπορεῖνὰ τὸν καταπιεῖ. 

Σήμερα ὅμως θὰ σᾶς ταξιδέψω σὲ μιὰν ἄλλη θάλασσα, ἕνα μακρινὸ ὠκεανό, σὲ μιὰ μακρινὴ ἐποχή. Ἐκεῖ ποὺ ταξιδεύειτ ὸν 6ο αιώνα ἕνας φημισμένοςἸρλανδὸς ἡγούμενος, ὁ ἅγιος Μπρένταν, μὲ μοναχοὺς ἀπὸ τὴ συνοδεία του. 

Αὐτὸς εἶχε καλέσει δώδεκα ἀπὸ τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς εἶπε: «Ἀποφάσισα νὰ κάνω ἕνα ταξίδι, ἂν εἶναι θέλημα Θεοῦ, καὶ νὰ πλεύσω ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ἡ γῆ ποὺ ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεὸς στοὺς ἁγίους του. Ἐσεῖς θὰ μὲ ἀκολουθήσετε;» Κι ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν, «Ἐγκαταλείψαμε τὴν πατρίδα καὶ τοὺς συγγενεῖς μας καὶ ἀφεθήκαμε στὴν καθοδήγησή σου. Θέλουμε ὅπως κι ἐσὺ νὰ βροῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.» Ξεκίνησαν ἀπὸ τὶς ἀκτὲς τῆς Ἰρλανδίας μὲ ἕνα πολὺ ἐλαφρὺ σκαρί, καλυμμένο μὲ δέρμα, μὲ σκοπὸ νὰ πλεύσουν πρὸς τὴ γῆ ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς στοὺς ἁγίους Του. Ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ πίστη, ὅτι, ναὶ μὲν αὐτὴ ἡ γῆ τῶν ἁγίων θὰ δοθεῖ στὸ τέλος τῆς ἱστορίας, ὡστόσο, κατὰ ἕνα τρόπο, μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ τώρα προσβάσιμη, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, στοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. 

Κάποιοι εἶπαν πὼς τὸ ταξίδι τοῦ Μπρένταν εἶναι πραγματικό, καὶ πὼς ὁ ἡγούμενος Μπρένταν ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ ἔφτασε στὴν Ἀμερική. Ἄλλοι, οἱ περισσότεροι, λέγουν πὼς πρόκειται γιὰ μιὰ ἀλληγορία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς πορείας πρὸς τὸν Θεό, μὲ ὅλα τὰ μυστικά, τὶς χαρές, τὶς δοκιμασίες, τὶς ἀποκαλύψεις, τὰ ρητὰ καὶ τὰ ἄρρητα. Πραγματικά, τὸ ταξίδι αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀλληλουχία σταθμῶν σὲ νησιά, ποὺ τὸ καθένα τους ἔχουν νὰ δώσουν κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα ἀπὸ τὸν Θεό, μήνυμα γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Ὁ Μπρένταν καὶ ἡ συνοδεία του ἐπισκέπτονται κοινότητες μοναχῶν, ἐρημίτες, νησιὰ περίεργα, ἁγίους, ἀγγέλους καὶ δαίμονες.Οἱ περιπέτειέςτους εἶναι ἕνα ἀντίγραφο τῆς πορείας τοῦ Ἰσραὴλ στὴν ἔρημο ἀλλὰ καὶ τοῦ δράματος ποὺ ἐξελίσσεται γύρω ἀπὸ τὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς μαθητές του. Γνόφος καὶ φῶς, νεφέλη καὶ θαυμαστὰ σημεῖα, κίνδυνοι καὶ πτώσεις, δάκρυα, ἀγωνία, λιποψυχία, χαρὲς καὶ προσδοκίες, τὸ δέντρο τῆς ζωῆς καὶ τὸ δέντρο τῆς γνώσεως. 

Χαρακτηριστικὸ ὅμως εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐνῶ τὸ ταξίδι ἔχει συγκεκριμένο προορισμό, ταυτόχρονα φαίνεται μιὰ κυκλικὴ κίνηση πλεύσης. Αὐτὴ ἡ κίνηση ἀντιστοιχεῖ στὸν λειτουργικὸ κύκλο τῶν ὡρῶν καὶ τῶν δεσποτικῶν ἑορτῶν, τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, καθὼς καὶ τοῦ κύκλου τοῦ Πάσχα. Ἡ γῆ ποὺ ψάχνουν δὲν βρίσκεται στὸν χάρτη. Ἡ πορεία τους δὲν χαράσσεται σὲ εὐθύγραμμη ἢ τεθλασμένη γραμμή. Μία νεφέλη σκεπάζει τὴ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, ὥστε νὰ ταξιδεύουν ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια χωρὶς νὰ τὴ βλέπουν, γιατὶ ὁ Θεὸς «ἤθελε νὰ τοὺς δείξει τὰ μυστικὰ τῆς ζωῆς στὸν μεγάλο ὠκεανό». Θὰ ἀναφέρω μόνο ἕνα περιστατικό, τὸ ὁποῖο σχετίζεται μὲτὸ θέμα μας. Ὅπου κι ἂν βρίσκονται,τελοῦν τὶς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου καὶ τὴ θεία Λειτουργία. Σὲ κάποια μεγάλη γιορτή, ὁ Μπρένταν τελεῖ πάνω στὸ πλοιάριο τὴν ἀκολουθία καὶ Εὐχαριστία. Τὴ στιγμὴ  ἐκείνη λοιπόν ἡ θάλασσα γίνεται διάφανη ἕως τὸν πυθμένα της. Ὁ ἥλιος δὲν φωτίζει τὸν οὐρανὸ περισσότερο ἀπὸ ὅτι τὸ βάθοςτῆς θάλασσας. Ἀναρίθμητα ψάρια φαίνονται σὰν νὰ εἶναι κοπάδι στὸ λιβάδι καὶ σχηματίζουν μιὰ πολιτεία ἀπὸ κύκλους, ἀφοῦ τὰ κεφάλια τους ἀγγίζουν τὴν οὐρά τους. 

Οἱ μοναχοὶ ἔντρομοι ζητοῦν ἀπὸ τὸν Μπρένταν νὰ ποῦν τὴ Λειτουργία μυστικά, κι ἐκεῖνοςτοὺς λέει, «ἐκπλήσσομαι μὲ τὴν ἀνοησία σας. Δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς Θεὸς καὶ τῶν ψαριῶν, δὲνεἶναι στὰ χέρια Του κάθε ζωή;» Καὶ καθὼς ψάλλει δυνατὰ ὁ Μπρένταν, ὅλα τὰ θαλάσσια πλάσματα ἀνεβαίνουν καὶ κολυμποῦν κυκλικὰ γύρω ἀπὸ τὸ σκαρί, συμμετέχουν στὴ σύναξη, προκαλώντας δέος στοὺς μοναχούς, ἀλλὰ σὲ κάποια ἀπόσταση εὐλάβειας. Μετὰ χάνονται πάλι στοὺς δρόμους τοῦ ὠκεανοῦ. Στὸ μικρὸ αὐτὸ περιστατικὸ ἔχουμε μιὰ σύναξη ὅλης τῆς κτίσης στὴ θεία Εὐχαριστία, μιὰ καθολικὴ ἁρμονία, ὅπου ὅλα γίνονται διάφανα καὶ εἰρηνικά. Αὐτὸ συμβαίνει στὴν ἔρημο τοῦ ὠκεανοῦ. Στὴν ἔρημο τῆς ἀποταγῆς, τῆς αὐταπάρνησης, τοῦ ἀσκητικοῦ καὶ ἠρωικοῦ φρονήματος, γιατὶ ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἀμαθεῖς τῶν ἀνθρωπίνων καὶ ἀσυνάλλακτοι, ἀνέστιοι καὶ ἄπολεις. Ἡ ζωή τους εἶναι ψαλμός, ἀγρυπνίες, σαρακοστὲς νηστειῶν, ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ ὑπακοὴ στὸν πνευματικὸ πατέρα γιὰ τὴν εὕρεση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἄλλοτε βλέπουν κάτι στὸν ὁρίζοντα, ἄλλοτε ὅμως ταξιδεύουν μερόνυχτα χωρὶς συγκεκριμένο προσανατολισμό, κάνοντας οἰκονομία στὴν τροφή, ὑπομένοντας τὴν ἄπνοια ἢ τὸν ἐνάντιο ἄνεμο. Κι ὁ Χριστὸςτοὺς στέλνει κάθε φορὰ αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ χρειάζονται, εἴτε φαγητό, εἴτε νερό, εἴτε κλίνη νὰ ξαποστάσουν. 

Τὸ ταξίδι τοῦ Μπρένταν πραγματοποιεῖται λοιπὸν μέσα στὸν λειτουργικὸ χρόνο τῶν κινητῶν καὶ ἀκίνητων ἑορτῶν. Ὁ Μπρένταν θά φθάσει στὸν προορισμό του ἀφενὸς μέσα ἀπὸ ἀσκητικοὺς πόνους, ἀφετέρου μέσα ἀπὸ τὴν τέλεση τῶν ἑορτῶν, καὶ συγκεκριμένα μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ λειτουργικὰ ἔτη καὶ «μεγάλες καὶ ποικίλες δοκιμασίες». Ὅταν ἐπιστρέφει, φέρνει ὅμως μαζί του ὅσα μεταφέρονται καὶ ὅσα δὲν μεταφέρονται, κι ὁλόκληρη ἡ ζωή του γίνεται ἕνα ἀντίγραφο αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας. Τὰ ἴδια τὰ ροῦχα του εὐωδιάζουν ἀπὸ τὸ ἄρωμα τοῦ παραδείσου. Ὁ Μπρένταν μὲ τὸ ταξίδι του ὑποδεικνύει ἕναν ἄλλο δρόμο στὸ δράμα τῆς ἱστορίας. Τὸ δρόμο τῆς ἄσκησης καὶ τῆς εὐχαριστίας. 

Ἂς δοῦμε λίγο πιὸ κοντὰ αὐτὲςτὶς δύο ἔννοιες, ποὺ ἀποτέλεσαν τὸν ἄξονα τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆςζωῆς. Δὲν μποροῦμενὰ ἐξαντλήσουμε τὰ πάντα, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ φωτίσουμε μερικὲς πτυχές. Τί ἀκριβῶς σημαίνει εὐχαριστιακὴ στάση ζωῆς; Τὰ κτίσματα εἶναι σταλαγματιὲς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ –οἱ μικρὲς ἀγάπες, λέει ὁ γέρων Πορφύριος, ποὺ μᾶς δείχνουντὴ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ βέβαια δὲν δηλώνει ἁπλὰ μιὰ συναισθηματικὴ σχέση Θεοῦ καὶ κτισμάτων, ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι διάθεση καὶ συναίσθημα στὸν Θεό. 

Ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὴ δημιουργία, ἐννοοῦμε ὅτι ἡ κτίση εἶναι  γεμάτη ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ θεϊκὴ παρουσία πνέει, ζωοποιεῖ καὶ συγκρατεῖ στὴν ὕπαρξη κάθε δημιούργημα. Στὴν πραγματικότητα, δὲν εἶναι ἡ δημιουργία τόπος τοῦ Θεοῦ, καθότι ὁ Θεὸς «οὐ χωρεῖται, ἀλλὰ αὐτός ἐστι τόπος τῶν ὅλων». Γι’ αὐτό καὶ ἡ κτίση γίνεται ἀφορμὴ κοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Τὰ πάντα εἶναι ἐντός του, καὶ Ἐκεῖνος εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλων, λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.Ἔτσι τὰ πάντα εἶναι ἱερά, γιατὶ μετέχουν κατὰ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο στὸν Θεό. Τὸ νὰ δέχομαι λοιπὸν κάθετι ὡς δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς ἀφορμὴ κοινωνίας, καὶ νὰ τὸ ἀντιπροσφέρω στὸν Θεό, αὐτὸ εἶναι εὐχαριστιακὴ στάση. Μὲ ποιὸ τρόπο τὸ ἀντιπροσφέρω, μὲ ποιὸ τρόπο γίνεται μέσο κοινωνίας; Μὲ τὸ νὰ τὸ φυλάσσω, νὰ τὸ φροντίζω, νὰ τὸ σέβομαι, νὰ μεριμνῶ γιὰ τὴν προκοπή του, γιὰ τὴ σωστὴ λειτουργία του, νὰ διακρίνω τὸν λόγο τῆς ὕπαρξής του, μὲ τὸν ὁποῖο λόγο ὁ Θεὸς Λόγος ἀπευθύνεται σὲ μένα, καὶ τέλος, νὰ τὸ μοιράζομαι, μιμούμενος τὴν ἴδια τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει πραγματικὴ εὐγένεια, λεπτότητα, εὐαισθησία για ὅλα τὰ κτίσματα, καὶ γι’ αὐτὰ ποὺ φαίνονται μικρὰ καὶ ἀσήμαντα. 

Ἡ εὐχαριστιακὴ αὐτὴ στάση συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Συμβολίζεται, ἐκφράζεται, σφυρηλατεῖται μέσα στὸ μυστήριο τῶν τιμίων Δώρων. Ἐδῶ τελεσιουργεῖται ἡ ἑνότητα μὲ τὴν κτίση, γιατὶ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, ἑνοποιεῖται κάθε ὕλη, κάθε στοιχεῖο, κάθε φύση, ἀλλὰ πρωτίστως τελεσιουργεῖται ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ γίνονται σῶμα Χριστοῦ. Ἐδῶ τὸ φυσικὸ θέλημα τῶν ἀνθρώπων ἑνώνεται μὲ τὸ θεῖο θέλημα, ἡ ἐνέργειά τους μὲ τὴ θεία ἐνέργεια. Θέλω νὰ κάνω ὅμως τὴν ἑξῆς διευκρίνιση, ποὺ κάνουν πρῶτοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο δὲν δρᾶ μαγικά. Δὲν ζοῦμε εὐχαριστιακή ζωή, οὔτε ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ μας ἁπλὰ μὲ τὸ νὰ μετέχουμε στὴ σύναξη τῆς Εὐχαριστίας. Μποροῦμε νὰ συγκροτοῦμε ἐκκλησίασμα ἢ καὶ κοινωνία «προσώπων», ὅπως εἶναι τῆς μόδας νὰ λέγεται, ἀλλὰ τί σόι εἶναι αὐτὴ ἡ κοινωνία, ὅταν τὰ πρόσωπα κουβαλοῦν μαζί τους τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴ φιλαυτία τους; Ὅταν μνημονεύουν μὲν τὸν Θεό, ἀλλὰ «περιποιοῦνται τὴν ἰδίαν δόξαν»; Ὅταν εἶναι ἕρμαια συμπλεγμάτων ποὺ ἑπινοοῦν ἕνα Θεὸ μὲ τὰ ἴδια συμπλέγματα; 

Ζοῦμε εὐχαριστιακὴ ζωή, ὅταν τελικὰ μποροῦμε νὰ καταστέλλουμε τὸ ἐγωιστικὸ θέλημα τοῦ προσώπου μας, γιὰ νὰ φθάσουμε πάλι στὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, στὴν ὁποία τὰ πρόσωπα περιχωροῦνται, στὴν πραγματικὴ καὶ ἀρχοντικὴ ἀγάπη, στὸ ἕνα θέλημα, τὸ ὁποῖο προσέλαβε ὁ Χριστὸς καὶ τὸ ἕνωσε μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Ἔτσι ὥστε νὰ ὑπάρχει ἕνας σκοπός, ἕνα ὅραμα, μιὰ προοπτική. Καθὼς λέει ὁ Μ. Βασίλειος, «τίποτε δὲν χαρακτηρίζει περισσότερο τὴ φύση μας, ἀπὸ τὸ νὰ κοινωνοῦμε μεταξύ μας καὶ νὰ ἀγαπᾶ ὁ καθέναςτὸν ὁμοούσιό του». Μὴ νομίζουμε ὅτι ἡ Εὐχαριστία αὐτὴ καθεαυτὴν ὡς πράξη, ἢ ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ καθεαυτὴν ὡς δομὴ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁπότε αὐτομάτως γινόμαστε ἀγγελούδια καὶ θεοὶ κατά χάριν. Θεία Κοινωνία σημαίνει κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Πνεύματος τοῦ Χριστοῦ, πῶς ὅμως θὰ φωτίσει καὶ θὰ θερμάνει  τὸ Πνεῦμα, ἂν δὲν βρεῖ ἡ φλόγα του ὀξυγόνο μέσα στὴν ψυχή μας; Γι’ αὐτὸ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος «ἂς μὴ ξεθαρρεύουμ εἐπειδὴ γίναμε μιὰ φορὰ μέλη τοῦ σώματος, γιατὶ ἡ κακία προκαλεῖ σοβαρὴ ἀρρώστια. Ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς ἀληθινῆς κοινωνίας». 

Ἔτσι, ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς ἐξωτερικῆς συνάξεως, τῆς εὐχαριστιακῆς τελετῆς καὶ συμμετοχῆς, κυοφορεῖ τὸν κίνδυνο τῆς τυπολατρείας, δημιουργεῖ τὴ λανθασμένη καὶ ἐπικίνδυνη ἀντίληψη ὅτι ἡ ἴδια ἡ συμμετοχὴ στὸ μυστήριο ἀπροϋπόθετα μὲ καθιστᾶ μέλος τοῦ Χριστοῦ. Θὰ τολμήσω νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: δὲνεἶναι τὸ μυστήριο ποὺ μᾶς σώζει. Μᾶς σώζει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὰ μυστήρια, κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς προσφέρει τὴ δυνατότητα καὶ ἀπαιτεῖ τὴν προσωπική συνάντηση μαζί Του καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ζεῖ ευχαριστιακά, πρέπει νὰ ἀγωνίζεται νὰ ἀποκτήσει καθαρή καρδιά, νὰ ἀγωνίζεται νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ ὀρθώνονται σὰν τείχη ἀνάμεσα σ’ αὐτὸν καὶ στὸν Θεό. Πῶς ὅμως δημιουργήθηκαν καὶ πῶς συντηροῦνται αὐτὰ τὰ πάθη; Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀναζητώντας ὑποκατάστατο τῆς ζωῆς ποὺ χάνει, καταφεύγει στὴν ἡδονὴ τῶν αἰσθήσεων. Καὶ ὅσο γαντζώνεται ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις, τόσο περισσότερο αὐξάνει τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντήρησης καὶ τὸ φόβο μήπωςχάσει αὐτὰ τὰ παροδικὰ καὶ ρέοντα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα παίρνει τὴ ζωὴ καὶτὴν εὐτυχία του. 

Ἀποκτᾶ λοιπὸν καὶ συντηρεῖ μιὰ ἐμπαθῆ σχέση μὲ τὴν κτίση. Ὅσο κάνει ἄξονά του τὰ πάθη καὶ ζεῖ σὲ αὐτὸ τὸ φόβο, τὸ φόβο τοῦ θανάτου καὶ τοῦ μηδενός, τόσο περισσότερο χρησιμοποιεῖ τὴν κτίση παράλογα, γιὰ νὰ ἐξαγοράσει τὴ ζωή, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις. Μὰ οἱ αἰσθήσεις ἀπαιτοῦν ὁλοένα καὶ περισσότερα. Ἔτσι ἐπινοοῦνται ἀνάγκες, καὶ αὐτὲς οἱ ψεύτικες ἀνάγκες ἀπαιτοῦν τὴν ἀλόγιστη παραγωγὴ ἀγαθῶν, ἢ καὶ τὴν καταστρατήγηση νόμων τῆς φύσης, ποὺ ἐπιφέρει τὴν ἀνισορροπία καὶ καταστροφή. Ἡ τυφλὴ ἄνεση καὶ ψεύτικη ἀσφάλεια τῆς εὐμάρειας δὲν σταματᾶ ἐκεῖ. Γίνεται αἰτία ὅλων τῶν κακῶν. Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «μὲ τὰ ὑλικὰ ὑπάρχοντα ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τὴ δειλὴ γενηὰ περιπαίζει τῶν γηίνων, στρέφοντας τὸν ἕνα κατὰ τοῦ ἄλλου». Γιὰ τὴ θεραπεία, τὴν ἴαση τῆς ψυχῆς, χρειάζεται ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, ἡ συνειδητὴ προσευχὴ, καὶ ἡ καλλιέργεια τοῦ ἀσκητικοῦ φρονήματος. Βρίσκεται πράγματι ἡ ἄσκηση στὴν οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ; Ἀπερίφραστα ναί. 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι δουλαγωγεῖ καὶ ὑποπιάζει τὸ σῶμα του. Καὶ ὁ Χριστὸς καλεῖ τὸν μαθητή του νὰ σηκώσει σταυρὸ καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Γίνεται ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς παράδειγμα νηστείας καὶ στέρησης. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλᾶ ἀκόμη γιὰ τὴ σταύρωση τῆς σάρκας καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν ἢ ἀκόμη καὶ τὴ νέκρωση τῶν μελῶν ἐπ ὶτῆς γῆς. Τοῦτο ἀρχικὰ φαίνεται σὰν μιὰ ἄρνηση τῆςζωῆς, σὰν ἀποστροφὴ τῆς ὕλης καὶ τοῦ σώματος. Στὴν πραγματικότητα ὅμως σημαίνει ἀκριβῶςτὸ ἀντίθετο. Μὲ τὴν ἀσκητικὴ στάση ζωῆς μαθαίνουμε βαθύτερα αὐτὸ ποὺ  πράττουμε συμβολικὰ στὴν Εὐχαριστία. Πὼς ἡ ὕλη, καὶ τὰ πάντα, εἶναι δῶρο ζωῆς, καὶ μάλιστα ἁγιάζεται στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄσκηση σημαίνει κατάφαση τῆς ζωῆς, τοῦ σώματος, τῶν αἰσθήσεων. Σὲ κάποιες λειτουργικὲς εὐχὲς παρακαλοῦμετὸν Θεὸ νὰ φωτίζει τὸν νοῦ καὶ νὰ διατηρεῖ τὶς αἰσθήσεις μας ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ νέκρωση, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ προκαλεῖ στὶς ἴδιεςτὶς αἰσθήσεις ἡ ἱκανοποίηση τῶν ὀρέξεων. Εἶναι αὐτὲς οἱ ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες ποὺ φθείρουν καὶ νεκρώνουν τὸν ἄνθρωπο. 

Ἡ ἄσκηση λοιπὸν δὲν σημαίνει νέκρωση τῶν δυνάμεων καὶ ἐνεργειῶν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Γιὰ παράδειγμα, ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία εἶναι συστατικὰ τῆς φύσης μας ποὺ δὲν μποροῦν καὶ δὲν πρέπει νὰ νεκρωθοῦν. Γιατὶ τότε πῶς θὰ ἐπιθυμήσει κάποιοςτὸν Θεό, ἢ πῶς θὰ θυμώσει ἐνάντια στὶς ὅποιες μορφὲς τοῦ κακοῦ ἢ πῶς θὰ φιλοτιμηθεῖ νὰ ἐπιδιώξειτὸ καλό; Ἐκεῖνο ποὺ ἐπιδιώκει ἡ ἄσκηση εἶναι ἡ μεταστροφή τῆς ἐνέργειας ἀπὸ τὸν διεστραμμένο προσανατολισμό της πρὸς τὸν Θεό. Ἂς πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὸ θυμό, τὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς. Στὸ διεστραμμένο του προσανατολισμὸ ὁ θυμὸς μάχεται γιὰ τὴ διατήρηση τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων καὶ κτημάτων ἢ εἶναι μιὰ τελείως συμπλεγματικὴ κατάσταση. Βλέπεις τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο νὰ θυμώνει ὑπερβολικὰ μὲ τὰ πάντα καὶ νὰ ὀργίζεται κατὰ πάντων, καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐκδηλώνει στὴ ζωή του θλιβερὴ δειλία ἤ δουλικότητα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ σωστὴ καὶ ὑγιὴς χρήση τοῦ θυμικοῦ -τὸ γενναῖο φρόνημα, ἡ ἀνδρεία, τὸ νεῦρο τῆς ψυχῆς- ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε στὴν τρέχουσα γλώσσα θυμό. Ἂς πάρουμε τώρα καὶ τὴν ἐπιθυμία. 

Ἡ ἐπιθυμία χρησιμοποιεῖ πρόσωπα καὶ πράγματα γιὰ τὴν ἐγωιστικὴ ἱκανοποίησή της. Τὸ κριτήριο γιὰ τὴ διάκριση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ γίνεται ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ ὀδύνη. Εἶναι ἁπλό. Ἐπιδιώκεις τὸ πρῶτο, ἀποφεύγεις τὸ δεύτερο, χωρὶς ἄλλες ἀξιολογήσεις καὶ προβληματισμούς—γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ οὔτε λόγοςνὰ γίνεται. Ὅσο γιὰ τὸν λόγο, τὸ λογικὸ μέροςτῆς ψυχῆς, στὴν κατάσταση ἐκτὸς καὶ μακρὰν τοῦ Θεοῦ ὑπηρετεῖ τυφλὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ οὐσία τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀγνωσίας: τὴν ὑπερηφάνεια. Σκοπὸς λοιπὸν τῆς ἀληθινῆς ἀσκήσεως, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, εἶναι νὰ πάψουν οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς, οἱ σκέψεις, οἱ συμπεριφορὲς καὶ οἱ ἐπιθυμίες νὰ ὑπηρετοῦν τὴν ἐγωκεντρικότητα, νὰ πάψουν νὰ ὑποκινοῦνται ἀπὸ τὸ φόβο καὶτὴν ἰδιοτέλεια. Πρόκειται γιὰ θεραπευτικὴ μέθοδο. Ἡ ἐπιθυμία θεραπεύεται μὲ τὴν ἐγκράτεια, ὁ θυμὸς μὲ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν ἀγάπη, τὸ λογικὸ μέρος θεραπεύεται καὶ ἀποκτᾶ φτερὰ μὲ τὴν προσευχή. Καταλαβαίνει κάποιος ὅτι ἡ ἄσκηση καὶ ἡ καταπολέμηση τῶν παθῶν ἀποσκοπεῖ ὄχι ἁπλὰ στὴν εὐσἐβεια ἀλλὰ στὴν ἀλήθεια. Εἶναι μέθοδος γνώσης τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῶν ὄντων. Καὶ ἡ ἀλήθεια αὐτὴ μᾶς ἐλευθερώνει. Ἀντιθέτως,τὰ πάθη εἶναι μιὰ κατάσταση τύφλωσης, ἕνα νοητὸ τεῖχος, ποὺ στερεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἐσωτερικὴ αἴσθηση καὶ τὸν περιορίζει δυναστικὰ στὸ ἄμεσο καὶ ψηλαφητό. 

«Εἶναι λοιπὸν ἐπικίνδυνο», λέει ἕνας ἅγιος, «νὰ κατοικεῖτε μέσα σὲ φαντασίες καὶ ἀπάτες, καὶ νὰ μὴ βλέπετε τὶς ἀλήθειες ποὺ πρέπεινὰ ἀγαπᾶτε, ἀλλὰ νὰ βλέπετε αὐτὰ ποὺ θέλγουν μὲ τὸ πέταγμά τους». Ἡ ἀπομάκρυνση, ἔστω καὶ μερική, ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, καὶ προπαντὸς ἡ ψυχικὴ ἀποστασιοποίηση ἀπ’ αὐτά, μᾶς βοηθᾶ νὰ δοῦμε τὸν κόσμο, καὶ ὅλα μέσα σ’ αὐτόν, στὶς ἀληθινές τους διαστάσεις. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄσκηση μπορεῖνὰ παρανοηθεῖ ἀποκλειστικὰ στὸ πλαίσιο μιᾶς σωματικῆς σκληραγωγίας. Ἂς δοῦμε πῶς ἕνας μεγάλος ἅγιος τῆς ἐρήμου, ὁ ἅγιος Μακάριος, μᾶς ὁδηγεῖ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ στὴν οὐσία τῶν πραγμάτων: «Καλὸ ἡ νηστεία, καλὸ ἡ ἀγρυπνία, καλὸ ἡ σωματικὴ ἄσκηση καὶ ἡ ξενιτεία. Ὅλα αὐτὰ εἶναι προοίμια θεοφιλοῦς πολιτείας. Εἶναι ὅμως ἀλόγιστο νὰ ἔχουμε τὴν πεποίθησή μας σ’ αὐτὰ καὶ μόνο. Μπορεῖ ἀκόμα καὶ νὰ ἔχουμε κάποια στιγμὴ αἴσθηση τῆς θείας χάριτος. Καὶ παραταῦτα, ἡ κακία νὰ ἐμφωλεύει ἀπὸ κάτω, κρυμμένη, νὰ καλλιεργεῖ τὴν ψευδαίσθηση καὶ τὴν οἴηση τῆς τελειότητας, νὰ στήνει ἐνέδρες, γιὰ νὰ ἐπιτεθεῖ ληστρικῶς στὸν ἄνθρωπο». 

Γι’ αὐτοὺς ποὺ νομίζουν ὅτι ἡ ἄσκηση, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ κακοπάθεια, ἀρκοῦν γιὰ τὴ μόρφωση τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὅλα αὐτά,χωρὶς τὴ μυστικὴ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος στὸ θυσιαστήριο τῆς καρδίας, προδίδουν τὸ ἴδιο τὸ πνεῦμα τῆς ἀσκήσεως καὶ καλλιεργοῦν ὑπερηφάνεια καὶ σκληρότητα. Ἄσκηση καὶ ἐγκράτεια καὶ κακοπάθεια δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουν καρποὺς σκληρότητας. Ἡ ὕπαρξη πρέπει νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὴν ἀπληστία στὴ γενναιοδωρία, ἀπὸ τὴν ἐμπάθεια στὴν εὐγένεια. Καὶ οἱ Πατέρες σαφῶς προειδοποιοῦν ὅτι ἡ σκληρὴ κακοπάθεια, ποὺ νεκρώνει τὰ πάθη τῆς σαρκός, εἶναι ἀνώφελη, ἐὰν ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον ψυχραίνεται. Καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ πραγματικὴ ἄσκηση δὲν εἶναι ἀθλητικὴ ἐπίδοση: πόσο θὰ νηστέψω, πόσες μετάνοιες θὰ κάνω, πόση ἐγκράτεια θὰ κάνω, γιὰ νὰ πάρω bonus. Ὁ συνειδητοποιημένος μοναχός, πρὶν νηστέψει καὶ πρὶν ἀγρυπνήσει ἢ πρὶν μετρήσει τὰ κομποσχοίνια του, ἔχει ταπεινωθεῖ, ἔχει τσαλακώσει τὸ πρόσωπό του, ἔχει μπεῖ στὸ δρόμο τῆς ὑπομονῆς, ἔχει ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς, ἔχει ἀρχίσει νὰ ὑποψιάζεται τί σημαίνει ἡ ἀπαίτηση τῆς ἀγάπης. 

Ἔτσι, ἄσκηση σημαίνει πρωταρχικὰ στροφὴ εἰς ἑαυτόν, ἔλεγχος τῶν διαθέσεων καὶ κινήτρων, ψαλίδισμα τοῦ θελήματος, μὲ σκοπὸ τὴν καταστολὴ τῶν παθῶν ποὺ μᾶς φθείρουν καὶ μᾶς σκοτώνουν—τῆς φιλαυτίας, τῆς κενοδοξίας, τῆς ἐγωκεντρικότητας. Ἔτσι θὰ εὐτρεπίσουμετὸνχῶρο τῆς καρδιᾶς, νὰ γίνει ἐργαστήριο τῆςχάρης τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ ἐπουλώσει τὴν ἀόρατη πληγὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ θὰ θρονιαστεῖ ἐκεῖ ἡ ἀγάπη. Στὰ γραπτὰ τοῦ ἁγίου Μακαρίου βρίσκουμε μιὰ εἰκόνα ποὺ μᾶς θυμίζει ἀρκετὰ τὸ ταξίδι τοῦ ἁγίου Μπρένταν. Ὁ ἅγιος Μακάριος μᾶς μεταφέρει ἐπίσης στὸν ὠκεανό, γιὰ νὰ μᾶς δώσει μιὰ εἰκόνα τοῦ μοναχοῦ, πιὸ ὑπαρξιακή: «Ὅπως οἱ ἔμποροι κατέρχονται γυμνοὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας, εἰς θάνατον τοῦ ὕδατος, ἔτσι καὶ οἱ μοναχοὶ γυμνοὶ ἐξέρχονται τοῦ κόσμου καὶ κατεβαίνουν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας τῆς κακίας καὶ στὴν ἄβυσσο τοῦ σκότους καὶ ἀπὸ τὰ βάθη συλλέγουν καὶ φέρνουν στὴνἐπιφάνεια πολύτιμους λίθους γιὰ τὴνἐκκλησία.» Ἡ κάθοδος τοῦ μοναχοῦ γίνεται στὴν ἄβυσσο τῆς ὑπάρξεως, ἐκεῖ ποὺ ἔρχεται ἀντιμέτωπος με τὶς  ρίζες τῶν παθῶν, τὸν πειρασμὸ τοῦ ἀκάθαρτου πνεύματος, τὸν ἅδη, ἀλλὰ καὶ τοὺς πολύτιμους λίθους, ποὺ εἶναι οἱ ἀρετές, τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος. 

Βλέπουμε ὅτι καὶ ὁ Μπρένταν γίνεται μετανάστης, ποντοπόρος, φθάνει μέχρι τὰ σύνορα τῆς κολάσεως, ἐξέρχεται ἀπὸ τὴ σταθερότητα τῆς γῆς, γίνεται ἄοικος, ἀνέστιος, ἀμαθὴς τῶν ἀνθρωπίνων συναλλαγῶν καὶ διδαγμάτων, ἀναζητᾶ ὄχι ἡσυχία, τάξη καὶ ἀσφάλεια, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια. Πάντοτε ἡ μοναστικὴ φιλοσοφία ἦταντὸ ἀντίβαρο στὴ συμβατικὴ ἠθικὴ καὶ ἀρετὴ τοῦ κόσμου. Ἡ χριστιανικὴ κοινωνία συχνὰ παραμένει στὴν ἐπιφάνεια καὶ καταφέρνει ἕνα συνδυασμὸ εὐαγγελικῶν ἀρετῶν καὶ ἰδιοτέλειας. Ἀγνοεῖ ὅτι στὴν καρδιά, στὸ βάθος, μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια καὶ θαλπωρὴ τῶν γνωρίμων πραγμάτων καὶ συνηθειῶν, βρίσκεται τὸ ἐργαστήριο τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀδικίας, ἐκεῖ ὁ θάνατος, ἐκεῖ ἡ ζωή, ἐκεῖ ὁ Θεός, οἱ ἄγγελοι, τὸ φῶς, ἡ βασιλεία. Ἀναζητώνταςτὶς ἀφετηρίες τῆς ἀσκητικῆς προσταγῆς στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση, παρατηροῦμε δύο ὄψεις. Τὴν ἀρνητικὴ ὄψη, ποὺ ἀναφέρεται στὴ στερητικὴ ἄσκηση, καὶ τὴ θετική, ποὺ εἶναι ἡ ἄσκηση ὡς πλήρωμα. Ἡ πρώτη δηλώνει τὴν προσπάθεια νὰ ἀπομακρύνουμε τὶς ρίζες, τὰ αἴτια καὶ τὶς ἀφορμὲς τῆς ἐμπάθειας. Ἡ δεύτερη, ἡ ἀγάπη ὡς πλήρωμα, εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Ἡ αὐθυπέρβαση γίνεται ἡ φυσικὴ ἐκδήλωση τοῦ ἀγαπῶντος. Βλέπει κανεὶς τὸν γέροντα Παΐσιο νὰ ἀναφέρεται στὴν πρώτη, καὶ τὸν γέροντα Πορφύριο νὰ θαυμάζειτὴ δεύτερη. 

Ὁ γέρων Παΐσιος λέει ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκριβὸ πράγμα, καὶ γιὰ νὰ κατοικήσει στὸν ἄνθρωπο θέλει πολὺ ἀγῶνα, ταπείνωση, αὐταπάρνηση, θυσία. Ὅμως, ἡ ἀγάπη κάνει τὴν ἄσκηση νὰ μὴν εἶναι ταλαιπωρία. Ὑπερβαίνει καὶ ὑπερκαλύπτει τὸν κόπο, γιατὶ τίποτε δὲν φαίνεται σὰν ἀγώνας, ἀλλὰ εἶναι ἀρχοντιά, χαρὰ καὶ εἰρήνη. Κι αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ ἄσκηση συνδέεται μὲ τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι μίμηση τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σημαίνει ὅτι εἶναι ἀνταπόκριση καὶ μέθεξη στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως πολὺ ὄμορφα τὸ ἐκφράζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ζοῦμε τὸ Πάσχα, ζοῦμε τὴ λαμπρότητα τῆς θεότητας, ὅταν θυσιάζουμε καθημερινὰ τοὺς ἑαυτούς μας, καὶ κάθε κίνησή μας, στὸν Χριστό, ὅπως θυσιάστηκε καὶ ἐκεῖνος γιὰ μᾶς. Ὅταν μὲ τὰ πάθη μας μιμούμεθα τὸ πάθος του. Ὅταν ἡ ταφή, ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ἀνάληψή του γίνονται γεγονότα τῆς προσωπικῆς μας ὕπαρξης. Ἡ ἄσκηση πρέπεινὰ ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τὴ μικρὴ καὶ εὐτελῆ ἀνθρώπινη ἀγάπη καὶ νὰ στοχεύει στὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πυράκτωση καὶ διαστολὴ τῆς ψυχῆς, ὥστε νὰ χωρέσει ὅλο τὸν κόσμο. 

Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἀσκητικὸ ἦθος δὲν ἐκφράζεται μόνο μὲ τὴν ἑκούσια στέρηση καὶ κόπο, οὔτε τὸ εὐχαριστιακὸ ἦθος ἐκδηλώνεται μόνο μὲ τὴν εὐχαριστία γιὰ τὰ ἀγαθὰ καὶ ὡραῖα. Εὐχαριστία καὶ ἄσκηση εἶναι καὶ κάτι ἄλλο. Εἶναι ἡ ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς θλίψεις, ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀναπάντεχων δοκιμασιῶν—γιατὶ ἡ ἀγάπη πάντα ὑπομένει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Μπρένταν θὰ φθάσει στὸν προορισμό του μέσα ἀπὸ μεγάλες καὶ  διάφορες δοκιμασίες. Καὶ ὁ ἅγιοςἸωάννης ὁ Χρυσόστομος μέσα στὴν θλίψη καὶ τὴν πικρία τῶν πειρασμῶν δὲν παρέλειπε νὰ ἀναφωνεῖ τὸ «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Ἡ ἄσκηση καὶ ἡ εὐχαριστία συγκροτοῦν τὸν πυρῆνα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, πάντοτε ὅμως ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ στερηθοῦν τὸ πνευματικό τους περιεχόμενο. Ὁ ἄνθρωπος μένει συχνὰ στὸ φαινόμενο καὶ ἀπορροφεῖται ἀπὸ τὸ φαινόμενο, τὸ ἐξωτερικό. Οἱ θεσμοί, οἱ τελετές, οἱ ἐξωτερικὲς πράξεις, τὰ σύμβολα, οἱ ἱεραρχίες, ἔχουν ἕνα πλοῦτο ὀμορφιᾶς, ποὺ μᾶς σαγηνεύει νὰ σταθοῦμε, νὰ μείνουμε ἐκεῖ σ’ αὐτὸν τὸν ἐντυπωσιακὸ μικρόκοσμο, ποὺ μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀναπτύξουμε τὶς δεξιότητές μας ἢ καὶ τὶς φιλοδοξίες μας. 

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κίνδυνος: ὁ κίνδυνος τῆς συνήθειας, τῆς ἐξοικείωσης, ποὺ μᾶς κάνει νὰ χάνουμε καὶ τὴν οὐσία καὶ τὸ κάλλος τῶν πραγμάτων. Εἴτε λοιπὸν θαμπωμένοι ἀπὸ αὐτὸ τὸν κόσμο τοῦ μυστηρίου καὶ τῆς ἱεραρχίας, εἴτε βυθισμένοι στὴ συνήθεια, λησμονοῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ ἔγιναν καὶ γίνονται γιὰ τὴν ζῶσα τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ἡ λογικὴ ψυχή μας. Πρὸς Θεοῦ, δὲν μειώνουμε καθόλου τὴν ἀξία τοῦ ὁρατοῦ: ὅλη ἡ οἰκονομία καὶ διακονία τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτελεῖται ἐν δυνάμει Πνεύματος ἁγίου. Ἀπὸ τὸ Βάπτισμα, τὴν Εὐχαριστία καὶ ὅλη τὴ μυστικὴ λατρεία οἱ πιστὲς καρδιὲς δέχονται τὴν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, ἀναπλάθονται μὲ τὴ δύναμη τῆς χάριτος καὶ δίνουν καρποὺς ἐπουράνιους. Τελικὰ ἡ σωτηρία μας εἶναι ἡ συνεχὴς συνεργία τῆς θείας χάριτος μὲ τὴ δική μας ἐλευθερία, μέσα σὲ τοῦτο τὸν χῶρο τῆς συνεχοῦς προσωπικῆς κοινωνίας μας μὲ τὸν ζωντανὸ καὶ ἀπρόβλεπτο Θεό. Εἶναι ἕνας δρόμος ἀπαιτήσεων, συνειδητῆς ἀνταπόκρισης, φιλότιμου, ὅπωςἔλεγε ὁ γέρων Παΐσιος. Εἰδάλλως ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τοῦ μυστηρίου μπορεῖ νὰ ἀλλοιωθεῖ τραγικά. Χωρὶς συνεχῆ ἐνδοσκόπηση, αὐτοέλεγχο, συνειδητότητα καὶ προσωπικό ἀγῶνα ὅλα μεταβάλλονται σὲ τυπολατρεία καὶ βέβαια φαρισαϊκὴ αὐτάρκεια. Γίνονται σύμβολα χωρὶς τὸν συμβολιζόμενο. 

Ἔχει κανεὶς διαβάσει τὸν μεγάλο ἱεροεξεταστὴ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Καραμαζὸφ τοῦ Ντοστογιέφσκι; Ἐκεῖ ὁ μέγας ἱεροεξεταστὴς λέει στὸν Χριστὸ ὅτι ἐμεῖς χτίσαμε τὸ βασίλειό σου πάνω σὲ τρεῖς δυνάμεις, ποὺ μποροῦν νὰ κάνουν τὸν κόσμο εὐτυχισμένο, καὶ τὶς ὁποῖες ἐσὺ ἀπέρριψες: τὸ μυστήριο, τὸ θαῦμα, τὸ κύρος. Διδάξαμε ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἐλεύθερη κρίση τῶν καρδιῶν, δὲν εἶναι ἡ ἀγάπη ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία, ἀλλὰ ἕνα μυστήριο, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀκολουθήσει κάποιος τυφλά, ἀνελεύθερα καὶ μὲ ἀπόλυτη ἀσφάλεια. Ἔτσι ἀγαπητικὰ ἐλαφρύναμε τὸ φορτίο τῶν ἀνθρώπων, καὶ τοὺς ἐπιτρέψαμε ἀκόμη καὶ νὰ ἁμαρτάνουν, ἀρκεῖ νὰ εἶναι μὲ τὴν εὐλογία μας. Καταλαβαίνουμε πόσο εὔκολα ὁ Χριστιανισμὸς μεταλλάσσεται σὲ μιὰ ἀνελεύθερη θρησκεία ὑποταγμένων καὶ καθησυχασμένων συνειδήσεων, ποὺ ἔχουν βέβαιη τὴ σωτηρία τους, ἀλλὰ χωρὶς μόχθο, χωρὶς διάκριση. Στὴν ἔρημο ὁ Χριστὸς πειράσθηκε ἀπὸ τὸν διάβολο νὰ κάνει τὶς πέτρες ψωμί. Ὁ Χριστὸς ἀρνήθηκε τὸ θαῦμα, λέγοντας ὅτι δὲν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος μόνο μὲ ψωμί, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, καὶ μάλιστα ὁ ἄνθρωπος τῆς νεωτερικῆς καὶ σύγχρονης ἐποχῆς, ἐνέδωσε στὸν πειρασμὸ νὰ κάνει τὶς πέτρες ψωμί. Νὰ τὶς κάνει ψωμὶ γιὰ νὰ βγάλει λεφτὰ καὶ γιὰ νὰ ὑποτάξει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι κυνηγοῦντὸ θαῦμα. 

Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς μπαίνει βίαια καὶ μεταλλάσσει τὴν ἴδια τὴ φύση καὶ λειτουργία τῶν κτισμάτων, παραβιάζει τὸν λόγο τους, προκαθορίζοντας συγκεκριμένες λειτουργίες, προκειμένου νὰ γίνουν προϊόντα τῆς ἀγορᾶς. Στοὺς βίους τῶν ἁγίωντὸ θαῦμα ποτὲ δὲν λειτουργεῖ γιὰ τὴν ἀλλοίωση τῆς κτίσεως. Ἀκόμη καὶ στὴ θεία Εὐχαριστία, ὅπου καινοτομοῦνται οἱ φύσεις, δὲν μιλᾶμε γιὰ μετουσίωση ἀλλὰ γιὰ μεταβολὴ τῶν τιμίων δώρων, ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι ὁ ἐμπλουτισμὸςτῆς ὕλης ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς θείας χάριτος, τῆς θεοποιοῦ ἐνέργειας. Ἔτσι, στὸ ψωμί κατοικεῖ  πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητος. Δὲν εἶναι ἡ φύση ποὺ μετουσιώνεται, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ποὺ ἁγιάζει μὲ τὴν χάρι του τὴν κτίση του. Καταλαβαίνουμε μετὰ ἀπ’ αὐτὰ πῶς ὁ εὐχαριστιακὸς-ἀσκητικὸς δρόμος ἀποτελεῖ μιὰ πρόταση στὴ σημερινὴ πολυεπίπεδη κρίση. Τὸ εὐχαριστιακὸ-ἀσκητικὸ ἦθος συνιστᾶ τὴ χρήση τῶν πραγμάτων μὲ βάση τὴν ἀνάγκη, τὴ χρεία, τὸ τί καὶ σὲ ποιὸ μέτρο συμβάλλει στὴ σύσταση καὶ συντήρηση τῆς ζωῆς, ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς. Ὁ ἄνθρωπος πρέπεινὰ μὴ περάσει τὸ σύνορο ποὺ χωρίζει τὴν ἀσκητικὴ/εὐχαριστιακὴ χρήση ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας. Ἔτσι ἐκδηλώνει καὶ τὸν σεβασμό του πρὸς τὴν δωρεὰ τῆς φύσεως. 

Ὑπάρχει ἕνα μικρὸ περιστατικὸ στὸ βίο ἑνὸς ἄλλου ἁγίου ἡγουμένου ἀπὸ τὴνἸρλανδία. Ὅταν κάποτε ὁ Καῖνεχ μὲ τὴ συνοδεία του ὁδοιποροῦσαν, ἔμειναν χωρὶς τρόφιμα. Ζήτησαν τρόφιμα ἀπὸ κάποιους ψαράδες, ἀλλὰ ἐκεῖνοι τοὺς ἀρνήθηκαν. Τότε ἕνας ἀδελφὸς μὲ τὴν ράβδο τοῦ ἁγίου χτύπησε τὸ ποτάμι, καὶ ὁ Θεὸς θαυματουργικὰ τοὺς ἔφερε ἕνα ψάρι. Καλὰ μέχρι ἐδῶ. Ὅταν ὅμως ὁ Καῖνεχ, ποὺ περίμενε στὸ κατάλυμά τους, εἶδε ἐν Πνεύματι Θεοῦ τὸν μοναχό του νὰ ρίχνει τὴ ράβδο, γιὰ νὰ πιάσει καὶ ἄλλο ψάρι, εἶπε: «Σταμάτα, αὐτὸ λέγεται πλεονεξία. Ἀρκεῖ σὲ μᾶς αὐτὸ ποὺ ἔχουμε πιάσει». Καὶ ὁ μοναχός, ἀκούγοντας τὸνλόγο τοῦ ἁγίου, ἔριξε πίσω τὸ ψάρι στὸ νερό, καὶ ἐπέστρεψε μὲ τὸ ἕνα ψάρι. Ὁ Καῖνεχ ἔχει ἦθος ἀσκητικό, ποὺ σημαίνει ὅτι λαμβάνει ἀπὸ τὸ περιβάλλον αὐτὸ ποὺ ἔχει πραγματικὰ ἀνάγκη καὶ ὄχι τὸ περισσόν. Γνωρίζει ὅτι ἡ ἱκανοποίηση τῆς ἐπιθυμίας αὐξάνει ἀενάως τὴν πλεονεξία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιμένει (αὐτὸς καὶ ὅλη ἡ εὐαγγελικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση) στὰ χρειώδη, ὅσα καλύπτουν τὶς πραγματικές μας ἀνάγκες: ἁπλῆ τροφή, ἁπλὸ ἔνδυμα. Ἔτσι, δὲν θὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀλόγιστης παραγωγῆς ὑποτιθέμενων ἀγαθῶν, καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς βουλιμίας καὶ τὴν καταναλωτικὴ ψύχωση. Κι ἂν ἀσκητικὸ ἦθος σημαίνει ὅτι λαμβάνω αὐτὸ ποὺ ἔχω ἀνάγκη, εὐχαριστιακὸ ἦθος σημαίνει ὅτι λαμβάνω αὐτὸ ποὺ εἶναι εὐλογημένο. 

Ὅταν οἱ μοναχοὶ τοῦ Μπρέντανἔφθασαν σὲ ἕνα νησὶ καὶ ἔτρεξαν νὰ πάρουν νερὸ ἀπὸ τὶς πηγές, ὁ ἅγιος τοὺς τὸ ἀπαγόρευσε. Θὰ γευθοῦμε μόνον ὅ,τι μᾶς δίνει ὁ Χριστός, ὅ,τι ἔχει εὐλογία, καὶ ὄχι ὅ,τι βρίσκουμε στὸν δρόμο μας ἢ ὅ,τι ἱκανοποιεῖ τὶς αἰσθήσεις.  Ἀκόμη περισσότερο ἡ ἄσκηση ἀποκτᾶ μιὰ εὐρύτερη κοινωνικὴ διάσταση. Ὅπως ἡ εὐχαριστία δηλώνει μὲ ἔμφαση ὅτι τὰ πιὸ ἱερὰ καὶ σπουδαῖα, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, προσφέρεται σὲ κοινὴ μετοχὴ ἀπὸ ὅλους, ἔτσι καὶ ἡ ἄσκηση βοηθᾶ στὴν ἰσοκατανομὴ τῶν ἀγαθῶν τῆς ζωῆς. «Τὸ ἀπόθεμα ποὺ ἀφήνει ἡ νηστεία ποῦ πρέπει νὰ πηγαίνει;» ρωτᾶ ὁ μοναχὸς ἕνα γέροντα. «Δῶσε το στὸν πεινασμένο, ἐχθρὸ ἢ φίλο.» Ἀντίθετα, ἡ αὔξηση τοῦ πλεονάσματος παράγει ὑστέρημα, γι’ αὐτὸ καὶ θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κλοπὴ εἰς βάρος ἐκείνων, στοὺς ὁποίους δημιουργεῖται τὸ ὑστέρημα. Μὲ δυὸ λόγια: Μποροῦμε νὰ μοιράσουμε τὰ πάντα; Κι ἂν ὄχι, μποροῦμετουλάχιστον νὰ καταλάβουμε ὅτι τὸ ὄνειρο τοῦ δικοῦ μου πλούτου κουβαλάει μαζί του τὴ δημιουργία τῆς φτώχειας γιὰ τοὺς ἀδελφούς μου; Αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα πολιτικῆς ἐπιλογῆς, ἀλλὰ μετανοίας, δηλαδὴ ἀπόκτησης ἑνὸς ἄλλου ἤθους. Ἔτσι, ἡ ἄσκηση γίνεται συμπάθεια. Καὶ συμπάθεια δὲν εἶναι μιὰ συναισθηματικὴ κατάσταση, ἕνα γλυκερὸ αἴσθημα. 

Συμπάθεια σημαίνει νὰ θλίβομαι καὶ νὰ ἀγωνιῶ γιὰ ὅσα βλάπτουν τὸν πλησίον, νὰ χαίρομαι καὶ νὰ ἀγωνίζομαι γιὰ τὴν ὠφέλειά του. Ἀναφέρεται γιὰ ἕνα μεγάλο πατέρα τῆς μοναστικῆς Ἀνατολῆς, τὸν ἅγιο Ὑπάτιο, ποὺ εἶχε τὸ μοναστήρι του κοντὰ στὴν ΚωνΠολη: «Ὡς ἡγούμενος περιποιεῖτο ὁ ἴδιος τοὺς ἀρρώστους ποὺ οἱ γιατροὶ δὲν πλησίαζαν γιὰ τὴν δυσωδία τους, γινόταν πατέρας γιὰ τὰ ὀρφανά, ὑπερασπιζόταν τοὺς ἀδικουμένους μὲ παρεμβάσεις πρὸς τοὺς ἄρχοντες, καὶ κανεὶς δὲν ξέρει πόσους γυμνοὺς ἔντυσε, πόσους πεινασμένους ἔθρεψε ὁ Κύριος δι’ αὐτοῦ. Ποιὸς ξένος ἐρχόταν καὶ δὲν ἀναπαυόταν; Ποιὸς λυπημένος δὲν λάμβανε παραμυθία; Γι’ αὐτὸ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἔλαμπε στὸ πρόσωπό του.» Τὸ ἦθος τῆς συμπάθειας ἀπορρέει ἀπὸ τὴν καθαρὴ καρδιά. Εἶναι ἕνας συμπαντικὸς νόμος, ἀφοῦ τά πάντα κρατοῦν στὴν ἐσωτερικὴ δομή τους καὶ συνέχονται ἀπὸ τὸν ἴδιο λόγο καὶ νόμο τῆς ἀγάπης, ποὺ βρίσκεται στὸ εἶναι τοῦ Θεοῦ. Τὰ πάντα εἶναι γιὰ ὅλους, ὅπως ὁ ἥλιος, ἡ βροχή, τὸ φεγγάρι, ὅλα τὰ μεγάλα καὶ ὡραία. Ὅλα εἶναι τοῦ Χριστοῦ. 

Ἂν λοιπὸν αὐτὰ ποὺ χρειάζομαι γιὰ τὴ ζωή μου ἀνήκουν στὸν Χριστό, πολὺ περισσότερο τὸ πλεόνασμά τους πρέπει νὰ δίνεται πίσω στὸν Χριστό. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ταυτίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν ἐλάχιστο ἀδελφό, τὸν πλησίον ποὺ ζητᾶ τὴν παρηγοριά, τὴ στήριξη, τὴν ἀγάπη μας, τὸ πλεόνασμα ἀνήκει σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ ἔχει ἀνάγκη. Αὐτὴ εἶναι ἡ συμπάθεια τῶν ἁγίων, ἡ αἴσθηση τῆς ἰσότητας πάντων μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἴσως εἶναι περιττό, ἀλλὰ ἂς τὸ ποῦμε, ὅτι ἀναφερόμενοι στὴν εὐχαριστιακὴ καὶ ἀσκητικὴ στάση, μιλᾶμε γιὰ ἕνα πράγμα. Ἄσκηση καὶ εὐχαριστία δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν παρὰ ὄψεις μιᾶς ἀληθείας. Πολὺ περισσότερο δὲν μποροῦν νὰ διακριθοῦν ἀντιθετικά. Κάποιοι ἀκαδημαϊκοὶ θεολόγοι, ἀκολουθώντας τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ἐποχῆς μας νὰ κατηγοριοποιεῖ καὶ νὰ ἀπομονώνει τὰ στοιχεῖα τῆς πραγματικότητας, ἐπινοοῦν ἀντιθέσεις, ὅπως αὐτὴ μεταξὺ τῆς «εὐχαριστιακῆς» καὶ «θεραπευτικῆς» θεολογίας. Ἡ ἀποσπασματικότητα αὐτὴ μαρτυρεῖ κάποιο ἔλλειμμα στὴν πνευματική μας ζωὴ καὶ ἐμπειρία.  Αὐτὸ εἶναι ἴσως κάτι ποὺ διακρίνει τὰ ἔργα σύγχρονων θεολόγων ἀπὸ τὰ ἔργα τῶνΠατέρων. 

Τὸ ἀνθρώπινο μόνο του ρέπει πρὸς τὸν κατατεμαχισμό. Τὸ θεόπνευστο ὁδηγεῖ στὴ σύνθεση καὶ ἑνότητα. Κι ἐδῶ ἐπανέρχομαι σὲ μιὰ λεπτομέρεια ἀπὸ τὴ διήγηση τῆς λειτουργίαςτοῦ Μπρένταν στὴ θάλασσα. Τὰ ψάρια παίρνουν τὸ καθένα τους τὸ σχῆμα τοῦ κύκλου, καὶ κινοῦνται κυκλικὰ γύρω ἀπὸ τὸ πλοιάριο. Ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ μοναχοὶ τοῦ Μπρένταν διαγράφουν κυκλικὸ ταξίδι. Ὁ κύκλοςεἶναι σύμβολο τῆς ἑνότητας καὶτῆς τελειότητας. Καὶ ἡ πνευματικὴ ζωή, δηλαδὴ ἡ ζωὴ ποὺ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, εἶναι ἕνας κύκλος, ὅπου δὲν ὑπάρχει τέλος, τὸ τέλος εἶναι ἡ ἀρχή, ποὺ ὑπερβαίνει τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀλλοίωση τοῦ χρόνου, γιατὶ κάθε ἐπαναλαμβανόμενη γιορτή, καὶ ἡ ἴδια ἡ Εὐχαριστία, εἰσάγουν τὴν αἰωνιότητα στὸν χρόνο. Ὁ κύκλος ἀπεικονίζει τὴ λειτουργικὴ πορεία καὶ τὴν ἐσωτερικὴ πορεία. Καὶ οἱ δύο ὁδηγοῦν στὸ ἴδιο κέντρο. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ μοναχοὶ ἀνελλιπῶς τηροῦντὸν κύκλο τῶν ἀκολουθιῶντοῦ νυχθημέρου, ἀκόμη κι ὅταν δὲν τελεῖται ἡ Εὐχαριστία. Σήμερα ζοῦμε μιὰ διάσπαση κι ἕναν ἐκτροχιασμὸ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Καὶ καταρχὴν στὸ προσωπικὸ ἐπίπεδο, ὅπου ὁ ἄνθρωποςἔχει διασκορπισθεῖ καὶ ἐξακτινισθεῖ στοὺς πέντε ἀνέμους. 

Πρέπει νὰ σκεφτοῦμε μήπως καὶ σὲ μᾶς, καὶ σήμερα ἀκόμη, κυρίαρχος στόχος ζωῆς, ἔστω κρυφὰ καὶ ἀνομολόγητα, εἶναι τὸ χρῆμα, καὶ ὄχι τόσο τὸ χρῆμα, ἀλλὰ ὅσα αὐτὸ συνεπάγεται: δύναμη, προνόμια, ἐξουσία. Μήπως αὐτὸ δὲν προσέβαλε καὶ τὴ χριστιανικὴ κοινωνία; «Πάντα κενοδοξίας πεπλήρωται τῶν χριστιανῶν καὶ φιλαρχίας», διαμαρτύρονται οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες. Μήπως δὲν ὑπάρχουν πιστοὶ χριστιανοὶ ποὺ μαζεύουν πλοῦτο καὶ αὐξάνουν τὸ πλεόνασμά τους; Νὰ προχωρήσουμε παραπέρα; Πόσοι ἀπὸ μᾶς δὲν χρησιμοποιοῦμετὴν πίστη ὡς ἰδεολόγημα ἄσαρκο (δηλαδὴ χωρὶς ζωὴ καὶ πράξη) ἁπλῶς γιὰ νὰ τὴν ἐπικαλούμεθα; Ὁ γέρων Παΐσιος ἔλεγε ὅτι αὐτὸ ποὺ μᾶς λείπει σήμερα εἶναι τὸ γενναῖο φρόνημα. Τὰ πάντα γίνονται ἀδύναμα, δὲν ὑπάρχει πάθος, θέληση, μεράκι, διάθεση ψυχῆς. Δὲν ὑπάρχει καρδιὰ σὲ ὁτιδήποτε κάνουμε. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει ἐνισχυθεῖ εἶναι ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀπώθηση, ἡ ἀκηδία. Στὴ συνείδηση πολλῶν, ἂν ὄχι τῆς πλειοψηφίαςτῶν χριστιανῶν, ὑπάρχει μιὰ λανθασμένη ἀντίληψη περὶ καλοῦ καὶ κακοῦ. Ἐπειδὴ γαντζωνόμαστε στὴν ἀμεσότητα τῶν πραγμάτων γύρω μας, θεωροῦμε κακὸ καὶ συμφορὰ ὁτιδήποτε μᾶς προκαλεῖ πόνο, ὁδύνη, δοκιμασία, κρίση.

 Θεωροῦμε κακὸ τὸν ἴδιο τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ἂν πρέπει νὰ τὸν σηκώσουμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Καθὼςλέει ὅμως ὁ Μέγας Βασίλειος, πραγματικὸ κακὸ ὅμως εἶναι ὅ,τι μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ ἀγαθοῦ, τὸν Θεό. Καὶ πραγματικὸς θάνατος εἶναι αὐτὸς ποὺ μᾶς ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Θεό. Δυστυχῶς παρεξηγοῦμε ὄχι μόνο τὴν ἔννοια τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ καὶτὴν ἔννοια τοῦ ἀγαθοῦ. Οἱ Πατέρες λέγουν ὅτι ἕνα εἶναι τὸ ἀγαθό: ἡ ἐγγύτητα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ συνάφεια μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς ἀγάπης. Ἡ ἔννοια τοῦ ἀγαθοῦ γιὰ μᾶς ἔχει πάρει ἄλλο περιεχόμενο, μὴ χριστιανικό. Ἀγαθὸ θεωρεῖται ἡ ἐπαγγελματικὴ ἐπιτυχία, ὁ ἐπιτυχημένος γάμος, ἡ καριέρα, ἡ κοινωνικὴ ἀναγνώριση, ἡ εὐτυχία τοῦ πλούτου, ἡ σωματικὴ εὐεξία. Ἑπόμενο εἶναι ὅτι τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ θεωροῦνται καὶ ἀντιμετωπίζονται ὡς κακό. Καὶ συμβαίνει αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο διαμαρτύρεται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Οἱ Χριστιανοὶ εὐθυγραμμίζονται μὲ τοὺς ἐθνικοὺς ὡς πρὸς τὴν ἀποτίμηση τῶν ἀξιῶν τῆς ζωῆς καὶ ἐνσταλάζουντὸ κοσμικὸ αὐτὸ πνεῦμα στὰ παιδιά τους. (Τοῦτο φαίνεται ξεκάθαρα στὶς περιπτώσεις ποὺ ἕνας γονιὸς βρίσκεται ἀντιμέτωπος στὴν ἐπιλογὴ τοῦ παιδιοῦ του νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεό. Συνήθως οὔτε χαίρεται, οὔτε τὸ ἀποδέχεται, ἀκόμη κι ἂντιμᾶ καὶ εὐλαβεῖται τὸ μοναχισμό, καὶ κάνει προσκυνήματα στὰ μοναστήρια.) 

Συμβαίνει ἐπίσης κάποιοι Χριστιανοὶ νὰ λένε: «Εἶμαι ἐπιχειρηματίας, ἔμπορος, δικηγόρος, καὶ προκειμένου νὰ σταθῶ καὶ νὰ ἀνταποκριθῶ στὶς ὑποχρεώσεις μου, πρέπει κι ἐγὼ νὰ ἐξαπατήσω ἢ νὰ πῶ ψέματα, ἀφοῦ ὅλοι ἔτσι κάνουν, ἀφοῦ ἔτσι κινεῖται ὁ κόσμος.» Μποροῦμε, ἂν θέλουμε, νὰ ζοῦμε ἔτσι, ἀρκεῖνὰ ξέρουμε ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι χριστιανισμός. Σήμερα ποὺ τὰ πάντα φαίνεται νὰ ἀποσαθρώνονται σὲ ἕνα τοπίο χαοτικό, χρειάζεται ἡ στροφὴ πρὸς τὰ ἔσω, στὸ κέντρο τῆς προσωπικότητας, ὥστε νὰ δοῦμε καὶ νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὰ λάθη καὶ τὰ πάθη μας. Καὶ ἐκεῖ μέσα νὰ ἀνακαλύψουμε τὴν ἀληθινὴ προσευχὴ καὶ εὐχαριστία, ὥστε ἡ ὕπαρξή μας νὰ στηριχθεῖ πραγματικά στὸν Θεό. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει ὁ πιστὸς νὰ ἀπομονωθεῖ καὶ νὰ ἀφήσει τοὺς ἄλλους –τὸ σκοτεινὸ αὐτό σύστημα ποὺ μᾶς κυβερνάει– νὰ ὀργιάζουν στὴν ἐκμετάλλευση, στὴν ἀδικία, στὴν κακοποίηση ἀνθρώπων καὶ κτίσεως. Ὁ Χριστιανὸς ὑπομένει τὴν προσωπικὴ ἀδικία εἰς βάρος του, ὑπερασπίζεται ὅμως τὸν πλησίον του, δίνει τὴ ζωή του γιὰ τὸν πλησίον του. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαίρετο χαρακτηριστικὸ τῆς ἀγάπης. Νὰ θλίβεται κανεὶς καὶ νὰ ἀγωνιᾶ γιὰ τὴ βλάβη ποὺ ὑφίσταται ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο ἀγαπᾶ, νὰ χαίρεται καὶ νὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ὠφέλειά του. Ἀκόμη καὶ οἱ πατέρες τῆς ἐρήμου, καὶ οἱ στυλίτες, ποὺ ζοῦσαν μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς, ἔκαναν τέτοιες κοινωνικὲς παρεμβάσεις. 

Ὁ Χριστιανὸς βγαίνει ἀπὸ τὸν ἐφησυχασμό, στηρίζει ἢ καὶ ἀναλαμβάνει πρωτοβουλίες, μεριμνᾶ, ἀντιστέκεται, προστατεύει, προσφέρει ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ περίσσευμα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ὑστέρημά του, ἀγωνίζεται μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρί, ἀνάλογα μὲ τὸ προσωπικό του χάρισμα. Στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ μελέτη τῶν Ἁγίων καὶ Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε, ὥστε νὰ οἰκειωθοῦμε τὴν ἐμπειρία τους καὶ νὰ ἀνεβοῦμε λίγο ψηλότερα. Ὅσο πλησιάζουμε τὸν Θεό, τόσο πιὸ εὐαίσθητοι θὰ γινόμαστε. Ὑπάρχει ὁ νόμος τῆς συμπαθείας, κι ἐμεῖς ἐναρμονιζόμαστε μὲ αὐτὸν τὸν νόμο, λέει ὁ γέρων Πορφύριος. Γι αὐτὸ καὶ ἀπαιτεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐσωτερικὸς φωτισμός. Καὶ συνεχίζει ὁ γερων Πορφύριος: «Αὐτὸς ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, προσέχει ὅπου περνάει, εἶναι ὅλο μάτια, ὅλο ὄσφρηση… αἰσθάνεται τὸ κάθε τί, ζεῖ μέσα σὲ ὅλα.» 

Θὰ ἐπανέλθω, καὶ θα κλείσω, πάλι μὲ τὴν ἀνοιχτὴ θάλασσα, ὅπου ταξιδεύει ὁ ἅγιος Μπρένταν. Στὴν ἀρχὴ ὁ οὔριος ἄνεμος ὁδηγεῖ μόνος του τὸ πλοιάριό τους, ἐνῶ οἱ μοναχοὶ κρατοῦν ἁπλῶς τὸ τιμόνι, χωρὶς νὰ ἀπαιτεῖται ἄλλος κόπος. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες ὁ ἄνεμος –σύμβολο τῆςχάριτος– ἔπεσε. Τότε βάζουν σὲ κίνηση τὰ κουπιά, μέχρι νὰ ἐξαντληθεῖ ἡ δύναμή τους. Στὰ μάτια τῶν μοναχῶν ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὑποχωρεῖ. Ἀγωνιοῦν καὶ λιποψυχοῦν. Μὰ ὁ ἅγιοςτοὺς παρακινεῖ λέγοντας: «Ἀδελφοί, μὴ φοβᾶστε. Παραδοθεῖτε στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, κι ἐκεῖνος θὰ κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει.» «Μὴ φοβᾶσθε», εἶναι ἡ φράση ποὺ ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ζητᾶ ὁ Ἅγιος ἀπὸ τοὺς μοναχούςτου εἶναι νὰ προσεύχονται. Νὰ γρηγοροῦν, νὰ εὐχαριστοῦν καὶ νὰ εἶναι συνεπεῖς στὴ σχέση τους μὲ τὸν ζωντανὸ Θεό.

 Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ζητᾶ τὴ δική μας ἀνταπόκριση. Ὁ ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς Θεὸς δίνει τὴ σωτηρία, δίνει τὸν Ἑαυτό Του, ἀλλὰ ὄχι σὰν κονσέρβα. Ζητᾶ κόπο, μόχθο, ἐλευθερία, ἐμπιστοσύνη, ὑπομονή. Ζητᾶ μαρτυρικὸ φρόνημα. Ἡ χάρις Του ἐνεργεῖ καὶ δίνει καρποὺς μέσα στὴν εὐχαριστία καὶ τὴν ἄσκηση. Μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν εὐχαριστία, ὅπως τὰ ὁρίσαμε παραπάνω, μποροῦμε στὴ θάλασσα τοῦ παρόντος βίου νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς τὸ ταξίδι τοῦ ἁγίου Μπρένταν. Ὄχι μὲ δανεισμένα καὶ ψεύτικα καράβια, ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας, ἀφοῦ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει τὸ προνόμιο ἐδῶ καὶ τώρα νὰ γευθοῦμε κάτι ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὴ γλυκύτητα τῆς βασιλείας Του, σὰν ἀρραβώνα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Τότε, σὲ ὅποια σκοτάδια κι ἂν βρισκόμαστε, θὰ ἔχουμε τὸ ἐσωτερικὸ φῶς καὶ θὰ εὐωδιάζουμε ἀπὸ τὸ ἄρωμα τοῦ παραδείσου..

 Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανοῦ ἱερομονάχου

ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ


πηγή : 
Ιερά Πατριαρχική & Σταυροπηγιακή  Μονή Χρυσοπηγής

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...