/*--

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Η ΠΑΝΑΓΙΑ: Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ


                              
Αν η Μητέρα του Θεού κατά τη στιγμή του Ευαγγελισμού είναι μια αληθινή εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας, του αυθεντικού αυτεξούσιου, τότε οι πράξεις και οι αντιδράσεις της στα γεγονότα που ακολουθούν αμέσως μετά, απεικονίζουν τέσσερις βασικές συνέπειες της έννοιας της ελευθερίας. Η ελευθερία περιλαμβάνει μετοχή, σιωπή, προσφορά και οδύνη.

Η ελευθερία περιλαμβάνει μετοχή. Η πρώτη πράξη της Θεοτόκου μετά τον Ευαγγελισμό είναι να μοιραστεί την καλή είδηση με κάποιον άλλον: πηγαίνει βιαστικά στην ορεινή περιοχή, στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρετά την εξαδέλφη της Ελισάβετ (Λουκ. 1, 39–40). Έχουμε εδώ ένα ουσιώδες στοιχείο της ελευθερίας: μόνος δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος. Η ελευθερία δεν είναι μοναχική, αλλά βιώνεται εν κοινωνία. Υπονοεί μια σχέση, ένα «εσύ» όπως κι ένα «εγώ». Ο εγωκεντρικός άνθρωπος, εκείνος που αποδιώχνει κάθε ευθύνη έναντι των άλλων, κατέχει μια φαινομενική μόνο και ψευδή ελευθερία, στην πραγματικότητα όμως είναι θλιβερά ανελεύθερος. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος παρά μόνον αν έχω μια αίσθηση της δικής μου διακριτής ατομικότητας· εξίσου όμως δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος παρά μόνον αν έχω μάθει να μένω μόνος με τον εαυτό μου· η ελευθερία περιλαμβάνει και μοναξιά. Αλλά δεν μπορώ να είμαι αυθεντικά ελεύθερος αν είμαι πάντα και αποκλειστικά μόνος. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι για τον ελεύθερο άνθρωπο ισχύει το παράδοξο που ο Ευάγριος Πόντου (345–399) επιβεβαιώνει για τον μοναχό: ο μοναχός είναι «αυτός που έχει απ’ όλους χωριστεί κι αυτός που είναι μ’ όλους ενωμένος». Η σωστά νοούμενη ελευθερία δεν ισοδυναμεί με εριστική απομόνωση ή επιθετική αυτό–επιβεβαίωση, αλλά με συντροφικότητα και αλληλεγγύη. Είμαι ελεύθερος σημαίνει μοιράζομαι την ιδιότητα του προσώπου με άλλους, βλέπω με τα μάτια τους, αισθάνομαι με τα αισθήματά τους: «όταν υποφέρει ένα μέλος, συμπάσχουν όλα τα μέλη· κι όταν τιμάται ένα μέλος, χαίρονται μαζί του όλα τα μέλη» (Α΄ Κορ. 12, 26). Τότε μόνον είμαι ελεύθερος, αν γίνω πρόσωπο – αν στρέφομαι προς τους άλλους, τους βλέπω στα μάτια και τους επιτρέπω να με κοιτάζουν στα μάτια. Αποστρέφοντας το πρόσωπό μου, αρνούμενος να μοιραστώ, εκπίπτω της ελευθερίας.
                                
Εδώ, η Χριστιανική διδασκαλία περί Θεού έχει άμεση σχέση με το πώς κατανοούμε την ελευθερία. Ως Χριστιανοί πιστεύουμε σε έναν Θεό που είναι Ένας, αλλά Τρισυπόστατος. Η θεία εικόνα μέσα μας είναι ακριβώς η εικόνα του Τριαδικού Θεού. Ο Θεός δημιουργός και αρχέτυπό μας δεν είναι ένα πρόσωπο, αύταρκες, αγαπών τον εαυτό Του μόνο, αλλά είναι τρία πρόσωπα εν κοινωνία μεταξύ τους, ενοικούντα καθένα εις τα άλλα δύο πρόσωπα μέσα από ατελεύτητη κίνηση αμοιβαίας αγάπης. Από αυτό προκύπτει ότι η θεία εικόνα μέσα μας, η οποία αποτελεί την άκτιστη πηγή της ελευθερίας μας, είναι εικόνα σχεσιακή, που πραγματώνεται δια της συντροφικότητας και της περιχωρήσεως. Λέγοντας, «είμαι ελεύθερος, επειδή είμαι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού» ουσιαστικά εννοούμε: «Σε χρειάζομαι, για να είμαι ο εαυτός μου». Αληθινό πρόσωπο δεν υπάρχει παρά μόνον εκεί όπου υπάρχουν τουλάχιστον δύο πρόσωπα σε αμοιβαία σχέση· και δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία παρά μόνον εκεί όπου δύο τουλάχιστον πρόσωπα μετέχουν από κοινού της ελευθερίας.

Να, λοιπόν, ένα πρώτο πράγμα που μας διδάσκει η Θεοτόκος Μαρία περί ελευθερίας. Ελευθερία σημαίνει σχέση, ανοικτότητα προς τους άλλους, ευαλωτότητα. Χωρίς την διακινδύνευση και την περιπέτεια της μετοχής στην αγάπη, κανείς μας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος.

                     
Αλλά αν η ελευθερία περιλαμβάνει μετοχή, τότε περιλαμβάνει και σιωπή, προσεκτική ακρόαση. «Ας γίνει σ’ εμένα το θέλημα του Κυρίου, σύμφωνα με το λόγο σου» (Λουκ. 1, 38), απαντά η Θεοτόκος κατά τον Ευαγγελισμό· η στάση της είναι στάση προσεκτικής ακρόασης του λόγου του Θεού. Πράγματι, αν δεν είχε πρώτα ακούσει τον λόγο του Θεού και δεν τον είχε, δια της ακοής, αποδεχθεί μέσα της, ποτέ δεν θα είχε συλλάβει και κυοφορήσει σωματικά, στη μήτρα της, τον Θεό–Λόγο. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς επιμένει στο ειδικό αυτό χαρακτηριστικό της Μητέρας του Θεού, ως ανθρώπου που ακροάται με προσοχή. Μετά την επίσκεψη των ποιμένων στον νεογέννητο Χριστό, δηλώνει: «Και η Μαριάμ διατηρούσε όλα αυτά τα λόγια μέσα στην καρδιά της και τα σκεφτόταν συνεχώς» (Λουκ. 2, 19). Μετά τη διήγηση περί του δωδεκαετούς Ιησού Χριστού, ο Ευαγγελιστής τελειώνει κατά τον ίδιο τρόπο: «Η μητέρα Του όμως διατηρούσε μέσα στην καρδιά της όλα αυτά τα λόγια» (Λουκ. 2, 51). Την ανάγκη της προσεκτικής ακρόασης τονίζει η Θεοτόκος Μαρία και όταν προτρέπει τους υπηρέτες κατά τον εν Κανά γάμο: «Ό,τι κι αν σας πει, κάντε το» (Ιωάν. 2, 5) – η τελευταία της υποθήκη στα Ευαγγέλια, η πνευματική της κληρονομιά στην Εκκλησία: «Ακούσατε, αποδεχθείτε, ποιήσατε». Αργότερα στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο – όταν η γυναίκα μέσα από το πλήθος μεγαλύνει τη Μητέρα που Τον γέννησε, ο Κύριος απαντά, «Μακάριοι αυτοί που ακούνε το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν» (Λουκ. 11, 27)· μακράν του να υπονοήσει ασέβεια προς Εκείνη που Τον κυοφόρησε, ο Χριστός ζητά περισσότερο να δείξει πού ακριβώς έγκειται η αληθινή δόξα της Μητέρας Του. Της αξίζει να τιμάται όχι απλώς για το σωματικό γεγονός της μητρότητας, αλλά κυρίως επειδή εσωτερικά, με όλη της τη βούληση και με ακέραια την εσωτερική της ελευθερία, αφουγκράστηκε το λόγο του Θεού και υπάκουσε σ’ αυτόν.
                                   
Αυτός, λοιπόν, είναι ένας δεύτερος τρόπος δια του οποίου η Κυρία Θεοτόκος ενεργεί ως εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. Για τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και για την Ορθόδοξη μυστική παράδοση, η Θεοτόκος είναι μια «ησυχάστρια», η οποία προσδοκά το Άγιο Πνεύμα μέσα σε εσωτερική, καρδιακή σιωπή. Η εσωτερική σιωπή αυτού του είδους δεν είναι μια απλή άρνηση – απουσία ήχων ή παύση μεταξύ λέξεων – αλλά κάτι θετικό και ζωντανό, μια από τις βαθύτερες πηγές του είναι μας, μέρος της βασικής δομής του ανθρώπινου προσώπου μας. Χωρίς σιωπή, δεν είμαστε γνήσια ελεύθεροι. Η συνεχής ομιλία υποδουλώνει, ενώ η ικανότητα της ακρόασης είναι ουσιώδες μέρος της ελευθερίας. Η Μητέρα του Θεού είναι ελεύθερη επειδή ακροάται. Αν δεν μπορούμε να ακούμε με προσοχή τους άλλους –αν δηλαδή δεν κατέχουμε, σε κάποιο βαθμό, όπως Εκείνη, τη διάσταση της δημιουργικής εσωτερικής σιωπής– θα έχουμε έλλειψη αληθινής ελευθερίας. Μόνον όποιος γνωρίζει την τέχνη να μένει σιωπηλός, να αφουγκράζεται, μόνον εκείνος μπορεί να παίρνει αποφάσεις με αυθεντική ελευθερία επιλογής.
                              
Μια τρίτη πτυχή της ελευθερίας της Θεοτόκου φανερώνεται στην πράξη που επιτέλεσε μαζί με τον Ιωσήφ τον Μνήστορα, σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού: έφεραν το Παιδίον στον Ναό της Ιερουσαλήμ και το προσέφεραν στον Θεό (Λουκ. 2, 22). Ακριβώς όπως δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία χωρίς μετοχή και σιωπή, έτσι η ελευθερία προϋποθέτει και μια συνεχή πράξη προσφοράς, θυσίας. Το τονίζει ο λόγος του Σαίρεν Κίρκεγκωρ (1813–1855), ο οποίος αφού δηλώσει ότι, «το πιο μεγαλειώδες πράγμα που παραχωρήθηκε στον άνθρωπο είναι η επιλογή, η ελευθερία», συνεχίζει: «Και αν θέλεις να σώσεις την ελευθερία σου και να την διατηρήσεις, έναν μόνον τρόπος υπάρχει: το ίδιο ακριβώς δευτερόλεπτο, δώσ’ την πίσω στον Θεό και μαζί μ’ αυτή και τον εαυτό σου». Κατά τον C. S. Lewis (1898–1963), «Τίποτε απ’ όσα δεν πρόσφερες δεν είναι πραγματικά δικό σου». Ο Κύριός μας είπε ακριβώς το ίδιο: «Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει» (Ματθ. 16, 25).
                   
Η θυσιαστική προσφορά αυτού του είδους αναπόφευκτα κοστίζει: και αυτό μας οδηγεί στην τέταρτη πτυχή της ελευθερίας. Δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία που δεν περιλαμβάνει οδύνη. Όπως προειδοποίησε την Αγία Παρθένο ο Πρεσβύτης Συμεών, όταν πήρε στην αγκαλιά του το Παιδίον, στον Ναό «Όσο για σένα, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι» (Λουκ. 2, 35). Η Θεοτόκος Μαρία κατανόησε το πλήρες νόημα των λόγων αυτών, όταν στεκόταν στα πόδια του Σταυρού. Ελευθερία σημαίνει κένωση, άρση του σταυρού, κατάθεση της ζωής μας για χάρη των άλλων. Η εκούσια επιλογή της Θεοτόκου κατά τον Ευαγγελισμό της προσφέρει χαρά αλλά και λύπη. Μεταξύ άλλων στοχαστών, κυρίως ο Ρώσος Νικόλαος Μπερντιάεφ (1874–1948), αυτός ο «αιχμάλωτος της ελευθερίας», όπως τον αποκαλούσαν οι κριτικοί του –προσωνύμιο που του άρεσε πολύ, διέκρινε με πολλή σαφήνεια το κόστος της ελευθερίας. «Πάντοτε ήξερα», γράφει στην αυτοβιογραφία του «Dream and Reality», «ότι η ελευθερία γεννά τον πόνο, ενώ αν αρνηθείς να είσαι ελεύθερος, η οδύνη μειώνεται. Η ελευθερία δεν είναι εύκολη, όπως διατείνονται οι εχθροί και οι διαβολείς της: η ελευθερία είναι σκληρή, είναι βαρύ φορτίο. Συχνά οι άνθρωποι παραιτούνται από την ελευθερία τους, για να ανακουφίσουν το πεπρωμένο τους».
                                    
Ο κοπιώδης, θυσιαστικός χαρακτήρας της ελευθερίας φαίνεται εξ ίσου καθαρά και στη παραβολή του Φιοντόρ Ντοστογιέσκυ (1821–1881) «Η ιστορία του μεγάλου Ιεροεξεταστή» στους «Αδελφούς Καραμάζωφ» (1880). Ο Ιεροεξεταστής επιτιμά τον Χριστό που έκανε το ανθρώπινο γένος ελεύθερο, υποχρεώνοντάς το έτσι να υφίσταται έναν τόσο οξύ πόνο. Από συμπόνια προς την ανθρώπινη αγωνία –έτσι ισχυρίζεται ο Ιεροεξεταστής– αυτός και οι σύντροφοί του αφαίρεσαν από τον άνθρωπο ένα τόσο άσπλαχνο δώρο, την ελευθερία: «Εμείς διορθώσαμε το έργο Σου», λέει στον Χριστό. Έχει «δίκιο»: η ελευθερία είναι όντως βαρύ φορτίο. Ωστόσο, χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει αληθινό πρόσωπο, ούτε αμοιβαία αγάπη. Αν αρνηθούμε να ασκήσουμε το δώρο της ελευθερίας που ο Θεός μάς προσφέρει, κάνουμε τους εαυτούς μας υπανθρώπους· και αν αρνηθούμε στους άλλους την ελευθερία τους, τους απανθρωποποιούμε.

                               
Αυτοί είναι, λοιπόν, μερικοί από τους τρόπους κατά τους οποίους η Μητέρα του Θεού –ο καθρέφτης και το υπόδειγμά μας– χρησιμεύει ως εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. «Δεν είμαι ελεύθερος;» (πρβλ. Α΄ Κορ. 9, 1). Ναι, πράγματι: Καθένας μας πλάστηκε ελεύθερος. Η ελευθερία όμως δεν είναι μόνο δώρο, αλλά και πρόκληση και καθήκον, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Κυρίας Θεοτόκου. Δεν αρκεί απλώς να αποδεχτούμε την ελευθερία μας, είναι ανάγκη να την ανακαλύψουμε, να τη μάθουμε, να τη χρησιμοποιήσουμε, να την υπερασπιστούμε – και εν τέλει να την προσφέρουμε με υψηλού κόστους αυτοθυσία. Μόνον αντιπροσφέροντας την ελευθερία μας στον Θεό –δια μετοχής, σιωπής και οδύνης– μπορούμε να γίνουμε ελεύθερα πρόσωπα κατ’ εικόνα της Τριάδος, κατά το παράδειγμα της Ευλογημένης Αειπαρθένου.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ
ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ WARE

Μητροπολίτου Διοκλείας
Κάλλιστου Ware:
«Το έσχατο μυστήριο»
–Κείμενα για την Υπεραγία Θεοτόκο–
κεφ. 6ο, σελ. 169–178,

Μετάφραση: Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου,
Επιμέλεια: Βασίλης Αργυριάδης,
Εκδόσεις «Ἐν Πλῷ»,
Αθήνα, Μάρτιος 20161.

Επιμέλεια ανάρτησης,
έρευνα, εύρεση και επιλογή φωτογραφιών,
μελέτη, σταχυολόγηση και πληκτρολόγηση κειμένου:

π. Δαμιανός.

                                           
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση  των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,  αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα  η πηγή προέλευσης.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...