/*--

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Τό ΄Αγιον Όρος ως θεολογικός Τόπος καί Μαρτυρία

                                           φωτογραφία :  Βασίλης Μπόνης

Θά μποροῦσε κάποιος νά διερωτηθῆ Τί νόημα ἔχει μία ἔκθεσι τοῦ Ἁγίου Ὄρους στό Παρίσι; Δέν ὑπάρχουν ἐδῶ τόσα κειμήλια· εἰκόνες, σκευή ἱερά, χειρόγραφα καί ἄλλα; Δέν γίνονται τόσες ἐκθέσεις; Δέν ὑπάρχουν τόσα μουσεῖα πού ἔχουν κειμήλια τόσων πολιτισμῶν;

Τί σχέσι μπορεῖ νά ἔχη τό Παρίσι μέ τήν χερσόνησο τοῦ Ἄθω; Τί σχέσι ἔχει ὁ κόσμος ὅλος, οἱ μικροί, οἱ μεγάλοι, οἱ ἄνδρες, οἱ γυναῖκες πού ζοῦν, ἀγωνίζονται, ἀντιμετωπίζουν ὅλα τά προβλήματα τῆς ζωῆς καί τῆς συμβιώσεώς τους μέ τή ζωή καί τήν πολιτεία κάποιων μοναχῶν πού γιά διαφορετικούς λόγους ὁ καθένας ἄφησε τόν κόσμο μέ τούς ἀγῶνες του (λιποτάκτησε θά ποῦν κάποιοι) καί πῆγαν νά ζήσουν στήν ἡσυχία τοῦ Ἄθω;

Σ’ αὐτά τά δικαιολογημένα ἐρωτήματα ἡ ἀπάντησι μπορεῖ νά εἶναι, ὅτι ὄχι τά κειμήλια μεμονωμένα καί ἑρμηνευμένα μέ τόν συνήθη ἱστορικοτεχνικό τρόπο, ἀλλά τό ἴδιο τό Ἅγιον Ὄρος ἀποτελεῖ κάτι ἁπλό καί μοναδικό, πού δίδει μιά μαρτυρία ζωῆς. Καί πιστεύομε ἡ παροῦσα ἔκθεσι, μέ τά καθαγιασμένα ἱερά κειμήλια, νά βοηθήση κάποιους ἐπισκέπτες νά πλησιάσουν ὡς προσκυνητές τόν τόπο τοῦτο τῆς ἀσκήσεως. Πλησιάζοντας τό Ἅγιον Ὄρος μπαίνεις σέ ἕνα κόσμο ξένο καί οἰκεῖο πού σέ ὑποδέχεται. Ἐκπέμπει ἕνα φῶς γαλήνης καί σιγουριᾶς καί σοῦ δείχνει ὅτι ξέρει τί περνᾶς, πόσα ὑποφέρεις, τί ἐλπίζεις, τί ζητᾶς. Καί ὅτι ὑπάρχει ἀπάντησι γιά ὅλα αὐτά. Δέν σέ ἀπορρίπτει. Δέν διαπληκτίζεται μαζί σου.

Ἔχει μεγάλη ἐμπειρία καί εὐαισθησία. Καταλαβαίνει ὅλα ὅσα συμβαίνουν μέσα σου. Ἡ ἠρεμία του ἀναμοχλεύει θέματα δικά σου. Σοῦ ἀποκαλύπτει κεκρυμμένες περιοχές ἀπάτητες τοῦ εἶναι σου, πού τίς γνωρίζει. Ἐσύ τίς ὑποπτευόσουν, ἀλλά ἡ ἀγωγή πού ἔπαιρνες τίς εἶχε διαγράψει. Συνήθως σοῦ προσφέρονται πολλά· ἀνοιχτοί ὁρίζοντες γιά σπουδές, σταδιοδρομία, ἐπιτυχία, ἐπαναστάσεις… Ἀλλά ὅλα εἶναι σχετικά, περιορισμένα καί ἐγκόσμια· καθορισμένα ἐπακριβῶς. Δέν ἐπιτρέπονται ἐπαναστάσεις πού πᾶνε πέρα ἀπό τήν ἐπανάστασι. Δέν προβλέπονται ἐξορμήσεις γιά τό ἀνέφικτο ἀνθρωπίνως καί ἀκατόρθωτο, πού ἀναζητᾶ συχνά ἕνας νέος ἄνθρωπος.

Καί παραξενεύεσαι, ὅταν ἀντιμετωπίζης ἕνα χαμόγελο εἰρήνης πού ἄφωνα σοῦ λέει καθαρά: ξέρω τί σκέφτεσαι. Γνωρίζω τόν ἀγῶνα σου. Δέν μοῦ εἶναι ἄγνωστο πῶς αἰσθάνεσαι. Δέν ἀνησυχῶ γιά σένα. Δέν εἶσαι μόνος, ἐγκαταλελειμμένος, ὅσο νομίζεις ἤ ὅσο σοῦ ἔδωσαν τήν αἴσθησι ἄλλοι νά νομίζης. Εἶναι δυνατό τό ἀκατόρθωτο καί ἐφικτό τό ἀδύνατο. Ἔτσι, πλησιάζοντας μέ δέος, ὡς κάποιος ξένος, βρίσκεις πνεῦμα οἰκειότητος καί συμπεριφορά κάποιου γνωστοῦ πού σέ περίμενε, καί σύ τό ζητοῦσες. Αἰσθάνεσαι τό Ἅγιον Ὄρος ὡς κάτι τελείως ἄλλο, πανάρχαιο καί ἀείζωο. Δέν ἔχει καμμία σχέσι μ’ αὐτό πού εἶχες ἀκούσει καί γνώριζες γι’ αὐτό.

Τήν ὥρα πού γνωρίζεις τό Ἅγιον Ὄρος ὡς κάτι ξένο καί χαίρεσαι· νοιώθεις ὅτι γνωρίζεις τόν ἑαυτό σου καί χαίρεσαι. Βρίσκεις ὅτι ὑπάρχει κάποιος πού ἀγαπᾶ, ἀνέχεται ὅλους. Δέν ἐξοργίζεται μέ τή συμπεριφορά σου. Δέχεται τίς ἰδιοτροπίες σου. Δέν ἀμύνεται γιά τόν ἑαυτό του. Τά ὑπομένει ὅλα. Τά παίρνει ἐπάνω του. Τά θεραπεύει. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι φαντασίες ἤ ψευδαισθήσεις. Εἶναι ἡ ἁπλή πραγματικότητα, ἡ Καινή Κτίσις καί πολιτεία πού ἦλθε μέ τή σάρκωσι τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τή θέωσι τοῦ προσλήμματος. Εἶναι ὁ τρόπος πού ζῆ ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅπως τή γνωρίζομε.

Καί τό Ἅγιον Ὄρος δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά τόπος βιώσεως τῆς λειτουργικῆς θεολογίας. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γνωρίζομε καί ζοῦμε τό πῶς προσέλαβαν καί μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἕλληνες Πατέρες τό μυστήριο τῆς Καινῆς Κτίσεως. Οἱ Πατέρες αὐτοί, μέ τή χάρι τοῦ Πνεύματος καί μέ τή βάπτισί τους εἰς τόν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ, δέν γνωρίζονται ὡς Ἕλληνες φυλετικά, ἀλλά τιμῶνται ὡς οἰκουμενικοί διδάσκαλοι θεολογικά. Ἔτσι, μέσα στήν Ἐκκλησία βρίσκομε ὅλο τόν Ἑλληνισμό καί τόν Ἰουδαϊσμό μεταμορφωμένους. Ἡ Ἐκκλησία προσλαμβάνει καί ἑρμηνεύει τή βιβλική καί τή θύραθεν παράδοσι. Ἡ ἴδια Ἐκκλησία γράφει καί ἑρμηνεύει τό Εὐαγγέλιο.

Ἡ λειτουργική θεολογία δέν εἶναι οὔτε ἁπλή διανοητική ἀπασχόλησι καί γνῶσι, οὔτε πνευματική ἄσκησι καί προσπάθεια ἔξω ἀπό τήν ἀλήθεια τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τῆς θεώσεως τοῦ προσλήμματος. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν καί τῆς Ἀναστάσεως, εἶναι τό κεντρικό γεγονός στόν ἐτήσιο κύκλο τῶν ἱερῶν ἑορτῶν. Αὐτή σφραγίζει τή ζωή τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας καί ἰδιαίτερα τή ζωή τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γι’ αὐτό φανερώνομε τή ζῶσα ἁγιορείτικη θεολογία, μιλῶντας γιά τήν ἱερουργία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, πού δέν εἶναι μία παράστασι θεατρική, ἀλλά μυσταγωγία θεολογική, δηλαδή ὅλη ἡ ἀνθρώπινη τραγωδία μεταμορφωμένη. Εἶναι ἡ
λειτουργική καινοτομία τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δωρεά αὐτοῦ πού λέει: «ἰδού καινά ποιῶ πάντα».

Σ’ αὐτήν ὁ Κύριος παρουσιάζεται ὡς Νυμφίος καί τό Πάθος ὡς Νυμφών. Καί τό τροπάριο τῶν τριῶν πρώτων ἡμερῶν εἶναι: «Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καί μακάριος ὁ δοῦλος ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δέ πάλιν ὅν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα». Ὅλα βρίσκονται μέσα στό φῶς τῆς παρακλήσεως καί σωτηρίας: «Τά πάθη τά σεπτά ἡ παροῦσα ἡμέρα ὡς φῶτα σωστικά ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ». Ὅλα εἶναι οὐράνια ἐφ’ ὅσον βλέπεις τό Πάθος ὡς γάμο: «Τόν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὔκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καί σῶσόν με».

Ἡ Ἐκκλησία, ὡς μητέρα πνευματική παρουσιάζει ὅλη αὐτή τήν ἀλήθεια μέ τρόπο σαφῆ καί πειστικό. Μέ τρόπο πού μπορεῖ νά τόν δεχθῆ ὁ κάθε ἄνθρωπος, μικρός καί μεγάλος. Καί ταυτόχρονα παρουσιάζει τά πάντα ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ μέ πιστότητα, χωρίς νά προδίδη τήν ἀλήθεια, ἀλλά νά σοῦ τήν κοινοποιῆ ἀπαραχάρακτη καί ζωντανή. Καί τά βλέπεις ὅλα, ὄχι ὅπως τά εἶδαν αὐτοί πού βρίσκονταν ἐπί τόπου τήν ὥρα τοῦ πάθους. Ἀλλά ὅπως τά δέχθηκαν καί τά ἔζησαν οἱ Ἀπόστολοι τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἔτσι, δέν μᾶς δίδει ἡ Ἐκκλησία τήν Ἁγία Γραφή ὡς βιβλίο νά τήν μελετήσωμε καί νά τήν ἐξηγήσωμε μόνοι μας. Ἀλλά μᾶς ἀνοίγει τήν θύρα τοῦ κάλλους, ὅπου μας καλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Νυμφίος: «Ὁ Νυμφίος, ὁ κάλλει ὡραῖος παρά πάντας ἀνθρώπους, ὁ συγκαλέσας ἡμᾶς πρός ἑστίασιν πνευματικήν τοῦ νυμφῶνος σου, τήν δυσείμονά μου μορφήν τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον τῇ μεθέξει τῶν παθημάτων σου καί στολήν δόξης κοσμήσας τῆς σῆς ὡραιότητος, δαιτυμόνα φαιδρόν ἀνάδειξον τῆς βασιλείας σου ὡς εὔσπλαγχνος».

Μᾶς δίδονται οἱ δυνατότητες νά βαπτισθοῦμε καί ἐνσωματωθοῦμε σ’ αὐτή τήν πραγματικότητα τῆς Καινῆς Κτίσεως. Μέσα ἐδῶ ὅλα συνάδουν καί συλλειτουργοῦν. Ἑρμηνεύονται οἱ προφητεῖες τῶν σέ πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τά ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διασταυρώνονται μέ τά ἀναγνώσματα τῆς Καινῆς. Μεσολαβοῦν οἱ ὕμνοι, ὅπου οἱ μελωδοί μέ τό μέλος καί τούς λόγους τῶν ποιημάτων τους σχολιάζουν ὅλη τήν ἀλήθεια τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. Καί ὅλα αὐτά μέσα στήν κατανυκτική ἀτμόσφαιρα τοῦ Τριωδίου μέ τά εἰδικά τυπικά, τό χαρακτηριστικό μέλος καί τήν προσκύνησι τῶν εἰκόνων τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου.

Στόν ἑσπερινό τῆς Μεγάλης Δευτέρας ἔχομε ἀναγνώσματα ἀπό κεφάλαια τῆς Ἐξόδου καί τοῦ Ἰώβ, ὅπου ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἰώβ παρουσιάζονται ὡς προτυπώσεις τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Μωϋσῆς ἀναλαμβάνει τό ἔργο του· καί τοῦ Ἰώβ ἀρχίζουν τά βάσανα. Καί τελειώνουν τά ἀναγνώσματα στόν ἑσπερινό τῆς Ἀποκαθηλώσεως, παραμονή Μεγάλου Σαββάτου, ὁπότε ἀκοῦμε ὅτι «ἐλάλησε Κύριος πρός Μωϋσῆν, ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρός τόν ἑαυτοῦ φίλον» καί ὅτι «εὐλόγησε Κύριος τά ἔσχατα τοῦ Ἰώβ ἤ τά ἔμπροσθεν». Καί στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τοῦ ἴδιου Ἑσπερινοῦ τῆς Μεγάλης Δευτέρας οἱ μαθητές ἐρωτοῦν τόν Κύριο: «τί τό σημεῖον τῆς παρουσίας καί τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος;».

Ἐκεῖνος κάνει λόγο γιά τίς μεγάλες ταραχές πού θά ἀκολουθήσουν καί γιά τήν ἐμφάνισι πολλῶν ψευδοπροφητῶν πού θά κάνουν σημεῖα καί τέρατα, θά ποῦν ὅτι αὐτοί εἶναι ὁ Χριστός, γιά νά πλανήσουν ἄν εἶναι δυνατόν καί τούς ἐκλεκτούς. Καί ἡ συμβουλή Του εἶναι νά μήν τούς ἀκολουθήσουν οἱ πιστοί. Καί ἄν τούς ποῦν· ἰδού βρίσκεται στήν ἔρημο, νά μήν ἐξέλθουν· ἰδού βρίσκεται ἐν τοῖς ταμιείοις, νά μήν πιστεύσουν «ὥσπερ γάρ ἡ ἀστραπή ἐξέρχεται ἀπό ἀνατολῶν καί φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καί ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου· ὅπου γάρ ἐάν ᾖ τό πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται καί οἱ ἀετοί» (Ματθ. 24,27). Τά πράγματα εἶναι διαφορετικά. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μιλᾶ γιά μία ἀστραπή καί ἕνα πτῶμα. Αὐτό πού σέ ἀναπαύει εἶναι ὁ νέος καί πρωτάκουστος τρόπος τῆς πολιτείας καί τοῦ κηρύγματός Του.

Ἔρχεται πρᾶος. Ἡ βασιλεία Του δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Προσφέρει τήν εἰρήνη ὄχι ὅπως ὁ κόσμος τήν δίδει. Δέν διατείνεται ἁπλῶς ὅτι εἶναι Θεός, ἀλλά ἡ συμπεριφορά καί ὁ λόγος Του προβληματίζει ὅλους καί λένε: «οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ» (Ματθ. 9,33). «Οὐδέποτε ἐλάλησεν οὕτως ἄνθρωπος» (Ἰω. 7,46). Καί ὁ Κύριος προσθέτει· ἐάν δέν πιστεύετε σέ μένα, «διά τά ἔργα αὐτά πιστεύετε» (Ἰω. 14,11). Σέ κρίνει μέ τό νά μή σέ κρίνη. «Ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ρημάτων καί μή πιστεύσῃ, ἐγώ οὐ κρίνω αὐτόν... Ὁ λόγος ὅν ἐλάλησα κρινεῖ ὑμᾶς ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». Εἶναι Θεός, γιατί ὁμολογεῖ πάνω στά πράγματα «ἐγώ εἰμι σκώληξ καί οὐκ ἄνθρωπος».

Δέν μᾶς κάνει συνηθισμένη διδασκαλία. Μπαίνει μέσα μας μέ τήν ἀγάπη Του. Μπαίνομε μέσα του μέ τό μίσος μας. Εἴμαστε ἄρρωστοι, ἔχομε κακία. Νομίζομε ὅτι νικοῦμε ὅταν σκοτώνωμε τόν ἄλλον. Ἔχομε σκότωσι νοός. Τό ξέρει, τό διακρίνει, καί συμπεριφέρεται ἀνάλογα μέ τή δική Του ἀγάπη καί τή δική μας ἀρρώστια. Πρέπει νά βγῆ τό πύο ἀπό τήν πληγή, γιά νά ἐλευθερωθῆ ὁ ὀργανισμός. Πρέπει νά ἐμέση τό δηλητήριο πού πῆρε ὁ ἄνθρωπος, γιά νά ἀποφύγη τόν κίνδυνο. Πρέπει, ἄν μπορῆς, νά ἀφήσης τόν ἄλλον νά κινηθῆ ἐλεύθερα, νά βγάλη τό ἄχτι του. Νά ἐκτονωθῆ ἡ πίεσι πού τοῦ δημιουργεῖ προβλήματα καί τόν βασανίζει. Καί Αὐτός ἔτσι συμπεριφέρεται. Δέν ἔρχεται νά κρίνη, ἀλλά νά σώση τόν κόσμο. Δέν ἔχει ἀποστολή νά ἐμπλακῆ μαζί μας μέ τήν ἴδια λογική πού δέν λύνει τό πρόβλημα ἀλλά τό ἐπιτείνει· πού δέν θεραπεύει τήν ἀρρώστια ἀλλά τήν ἐπιδεινώνει.

Δέν περιμένει λογική συμπεριφορά ἀπό τους ἐνεργουμένους ὑπό ἀκαθάρτων πνευμάτων καί παθῶν. Ἀφήνει ὅλους νά κινηθοῦν κατά βούλησι. Ὁ καθένας μπορεῖ νά ὑβρίση, νά κολαφίση, νά ἐμπαίξη. Οἱ ἄρχοντες καί οἱ ἀρχόμενοι, οἱ ἐγγύς καί οἱ μακράν. Ἐκεῖνος δέν κρίνει. Δέν διορθώνει. Δέν ἀμύνεται. Δέν θυμώνει. Δέν ζητᾶ τό δίκιο του. Ἐκείνη τήν ὥρα ὅλοι ἑνώνονται, ὅλοι συνεργάζονται. Καί οἱ πρώην ἐχθροί, ὁ Ἡρώδης καί ὁ Πιλᾶτος, ἔγιναν φίλοι ἐκείνη τή μέρα ἐνῶ ἦταν ἐχθροί (Λουκ. 23,12). Ὅλοι συμμετέχουν. Νῦν κρίσις ἐστί τοῦ κόσμου. Ὑπάρχει ἕνας ἄνισος ἀγῶνας. Μιά ἀναμέτρησι· ὅλων ἐναντίον ἑνός. Καί ἑνός ὑπέρ πάντων. Ὅλοι τόν καταδικάζουν σέ θάνατο. Ὅλοι συμφωνοῦν στό «σταυρωθήτω». Στήν ἐρώτησι «τί γάρ κακόν ἐποίησεν» ἡ ἀπάντησι εἶναι «σταυρωθήτω».

Τά δέχεται ὅλα συνειδητά. «Πάντα ὁ ἀναμάρτητος ἑκουσίως καταδέχεται, ἵνα πᾶσι δωρήσηται τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν» (δοξαστικό αἴνων Μεγ. Πέμπτης). Ἔχει τή δύναμι νά δικαιολογήση τά ἀδικαιολόγητα. Νά μήν πληγώση κανένα. Νά μείνη μόνος. Νά τόν ἐγκαταλείψουν ὅλοι. Νά ἀντιμετωπίση μόνος καί ἄοπλος τούς ὁπλισμένους καί ὀργισμένους. Νά τούς δή νά ἔρχωνται ἐναντίον του. Νά τούς βοηθᾶ στό ἔργο τους λέγοντάς τους: «ἐγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς πού ζητεῖτε. Συλλάβετέ με. Ἀφῆστε τούς ἄλλους ἐλεύθερους». Νά πέφτουν κάτω οἱ ὁπλισμένοι μέ τό νά ἀκούσουν τήν ὁμολογία τοῦ ἄοπλου: «Ἐγώ εἰμί» (Ἰω. 18,6). Ἐγώ εἶμαι πού εἶπα νά μήν γίνη τό δικό μου θέλημα ἀλλά τοῦ «Ἄλλου».

Νά προχωρήσουν τά πράγματα στήν καταδίκη, στή σταύρωσι, στήν ταφή τοῦ ἀδύνατου. Ἐφαρμόσθηκε ἡ δικαιοσύνη τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων. Ἐπεβλήθη ἡ τιμωρία πού ἀποφασίσαμε ὅλοι. Ἦλθε ἡ τάξι καί ἡ ἡσυχία. Μᾶς ἄφησε νά νικήσωμε, γιά νά καταλάβωμε τί σημαίνει ἧττα καί τί σημαίνει νίκη Ἔχει τή δύναμι νά πολιτευθῆ ὡς ἀδύνατος. Νά νικήση ὡς νικημένος, ἐσταυρωμένος, νεκρός. Νά δώση κουράγιο στούς ἡττημένους καί νά ἀναστήση τούς νεκρούς. Νά κυκλοφορήση στήν ἱστορία «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ», νά ὑπάρξη ὡς ἀνύπαρκτος. Τόν σκοπό τῆς ἀποστολῆς Του δέν τόν καταλαβαίνομε. «Εἰς τά ἴδια ἦλθε καί οἱ ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον» (Ἰω. 1,11). Ἡ Ἐκκλησία τόν παρέλαβε, τόν ἐδέχθη. Καί τήν ἔσωσε. Εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἐλπίδα καί ἡ δόξα της. Καί αὐτό φαίνεται, γιατί τόν βλέπει καί τόν τιμᾶ ὡς Βασιλέα τῆς Δόξης ὄχι στήν Ἀνάστασι (αὐτό θά μποροῦσε νά παραπλανήση) ἀλλά ἐπάνω στόν σταυρό. Κρεμασμένο, περιφρονημένο, νεκρό.

Αὐτό ἤδη φανερώνει τό σταυροαναστάσιμο ἦθος τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὁ κρεμασμένος νεκρός εἶναι ἤδη Βασιλεύς τῆς Δόξης, γιατί δέν εἶναι κάποιος πού προσπάθησε νά ἀποφύγη τήν τιμωρία καί τελικά νικήθηκε ἀπό τούς ἐχθρούς του. Ἀλλά εἶναι «ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ σταυρῷ ἑκουσίως» (κάθισμα ὑψώσεως Τιμίου Σταυροῦ)· αὐτός πού ἑκούσια θυσιάζεται γιά νά σώση τόν κόσμο καταργῶντας τόν θάνατο. Δέν εἶναι Θεός μέ τόν τρόπο πού νομίζομε. Δέν εἶναι βασιλεύς ὅπως τόν περίμεναν καί τόν ἤθελαν οἱ Ἰουδαῖοι. Δέν διαπληκτίζεται μαζί μας, ὅπως θά θέλαμε∙ καί ἐμεῖς διαπληκτιζόμαστε μεταξύ μας. 

Δέν μᾶς ἐμπαίζει μέ μαγεῖες, σημεῖα καί τέρατα θαυματοποιῶν. Καλύτερα νά μήν τόν πιστέψουν παρά νά τόν πιστέψουν ψέματα κατά τό λογισμό τους καί νά παριστάνουν οἱ ἄρρωστοι καί πλανεμένοι τούς δασκάλους καί τούς ἀποστόλους Του. Καλύτερα μιά πραγματική ἄρνησι παρά μιά ψεύτικη πίστι. «Προτιμώτερη μία πραγματική κόλασι ἀπό ἕνα φανταστικό παράδεισο» (Simone Weil).«Ὄφελον ψυχρός ἦς ἤ ζεστός, οὕτως, ὅτι χλιαρός εἶ…μέλλώ σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου» (Ἀποκ. 3,16-17). Αὐτός ἀνέλαβε νά μᾶς θεραπεύση ὅλες τίς ἀρρώστιες, νά μᾶς ἐλευθερώση ἀπό ὅλες τίς ψευδαισθήσεις. Μᾶς πείθει, γιατί δέν κάνει τό θέλημά Του ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντος αὐτόν Πατρός.

Δέν κάνει τό θέλημά μας. Δέν κάνει ὅ,τι τοῦ ζητοῦμε. «Καταβάτω νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ καί πιστεύσωμεν ἐπ’ αὐτόν» (Ματθ. 27,42). Μᾶς ἀφήνει νά κάνωμε ὅ,τι θέλομε. Μᾶς ἀφήνει νά νικήσωμε γιά νά νικηθοῦμε συνειδητά καί νά νοιώσωμε προσωπικά ὅτι μέ τό μίσος κερδίζομε τό θάνατο. «Πάντες οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀπολοῦνται» (Ματθ. 26,52). Μέ τήν ἀγάπη κερδίζομε τή ζωή. Ἡ λύσι εἶναι νά μήν βιαστοῦμε, ἀλλά, μετά τήν ἐξομολόγησι τῶν ὅποιων λογισμῶν καί θελήσεών μας, νά καταλήξωμε στό «γενηθήτω τό θέλημά σου». Νῦν κρίσις ἐστί τοῦ κόσμου. Δέν στέκονται οἱ παληκαρισμοί τοῦ Πέτρου. Δέν ἔχει ἐξουσία ὁ Πιλᾶτος, οὔτε εἶναι ἀθῶος. Δέν λέει τίποτε ἡ συναισθηματική συμπαράστασι καί συμπάθεια τῶν θυγατέρων τῆς Ἱερουσαλήμ. Δέν κερδίζει τίποτε ὁ Ἰούδας. Δέν μπορεῖς νά προδώσης τήν ἀγάπη, τή φιλία, τήν ἀνοχή, τήν καλοσύνη.

Τό Μέγα Σάββατο «σιγᾷ πᾶσα σάρξ βροτεία καί ἵσταται μετά φόβου καί τρόμου». Καί αὐτό συνέβη ἐπειδή τήν ἄφησε νά κινηθῆ ἐλεύθερα. Νά κραυγάση, νά θορυβήση, νά ἐκτραπῆ. Νά ἐκτονωθῆ. Καί φτάνομε στό τέλος στήν ἔκρηξι τοῦ φωτός, τήν Ἀνάστασι τῆς ζωῆς. Τότε καλεῖ τούς πάντες, νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, στό μέγα συμπόσιο. Ἡ φράσι: «ἀνάστησόν με καί ἀνταποδώσω αὐτοῖς» σημαίνει: Σ’ αὐτούς πού μέ καταδίκασαν σέ θάνατο τούς ἀνταποδίδω ζωή καί Ἀνάστασι. Αὐτή εἶναι ἡ ἀντιμετώπισι τοῦ Ἑνός πρός ὅλους. Μιά ἔκρηξι ζωῆς. Ἀνατροπή τῶν πάντων. «Πανωλεθρία» Παραδείσου. «Μοχλοί συνετρίβησαν, ἐθλάσθησαν πύλαι, μνήματα ἠνοίχθησαν, νεκροί ἀνίσταντο».

Αὐτή εἶναι ἡ μία ἐπανάστασι στόν κόσμο: ἡ κατάργησι τοῦ θανάτου. Τσουνάμι ζωῆς, πού παρασύρει τά πάντα καί τούς πάντας στή χαρά, στήν ἀγαλλίασι καί σωτηρία. Εἶναι ὅλοι κεκλημενοι. Ἄλλος πληρώνει. Ὅλα τά ρυθμίζει αὐτός πού ξεπερνᾶ τήν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη καί ἀπαντᾶ στούς σκανδαλισμένους: «οὐκ ἔξεστί μοι ποιῆσαι ὅ θέλω ἐν τοῖς ἐμοῖς;» (Ματθ. 20,15). Ἄν μπορῆς, νά πάρης τό μήνυμα, νά καταλάβης τό ἕνα μυστικό, ὅτι τά πάντα εἶναι θρίαμβος ἀγάπης. Γεννήθηκαν καί κατευθύνονται ἀπό αὐτήν. Καί τό θέμα εἶναι νά συνειδητοποίησης, σάν τόν Ἑκατόνταρχο, ὅτι ἀληθῶς εἶναι υἱός Θεοῦ τοῦτος ὁ Ἐσταυρωμένος. Νά πῆς μνήσθητί μου σάν τόν Ληστή. Νά μήν πιστέψης στόν λογισμό σου. Νά μήν στηριχθῆς στή μεταμέλειά σου. Νά μήν πάρης ἀπόφασι μόνος νά ἀπαγχονισθῆς σάν τόν Ἰούδα.

Ἀλλά νά περιμένης. Νά βγῆς ἔξω, σάν τόν Πέτρο, καί νά κλάψης. Νά λειώσης στό κλάμα. Νά ζήσης τήν ἀπόγνωσι, τή διάλυσι, τόν θάνατο, ὡς τριήμερος νεκρός. Νά περάση ὅλο σου τό εἶναι ἀπό τόν θάνατο σάν τόν σπόρο πού πεθαίνει στή γῆ. Καί νά μήν πῆς: «γιατί;» Ἀλλά νά πῆς ἄφωνα «γενηθήτω τό θέλημά σου». Τότε ζῆς, γνωρίζεις καί κατανοεῖς τό σκότος πού ἁπλώθηκε ἀπό ὥρας ἕκτης ἕως ὥρας ἐνάτης ἐπί πᾶσαν τήν γῆν. Καί δέχεσαι τήν ἀστραπή τῆς θεότητος πού σοῦ κάνει τόν θάνατο ζωή. Τότε νοιώθεις τί σημαίνει νά ἀγαπήσης τόν Ἐσταυρωμένο, νά ἀγαπήσης τή ζωή· τί σημαίνει: «ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται» (Ἅγιος Ἰγνάτιος).

Νά βαπτισθῆς εἰς τόν θάνατον τοῦ Ἰησοῦ γιά νά γίνης συνειδητά κοινωνός στήν Ἀνάστασί Του. Τότε καταλαβαίνεις τό: «οὐχί ταῦτα ἔδει παθεῖν τόν Χριστόν καί εἰσελθεῖν εἰς τήν δόξαν αὐτοῦ;» (Λουκ. 24,26). Ἡ καθολικότητα τῆς ἀλήθειας δέν στηρίζεται σέ κάποια ἄποψι ἤ ἰσχυρισμό, πού ἀπειλεῖ τόν ἄνθρωπο καί διεκδικεῖ τήν ὑποταγή του. Ἀλλά προσφέρεται ὡς φῶς ἀστραπῆς, πού κάνει τόν θάνατο ζωή. Καί ὡς οὐράνιος ἄρτος μελιζόμενος καί μή διαιρούμενος, πού τρέφει καί θεώνει τόν ἄνθρωπο.

Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι πλασμένος νά λατρεύη εἴδωλα. Οὔτε μπορεῖ νά τραφῆ μέ «ξυλοκέρατα» (Λουκ. 15,16). Εἶναι πλασμένος νά γίνη θεός κατά χάριν, νά ζῆ στήν ἐλευθερία. «Ὑμεῖς ἐπ’ ἐλευθερία ἐκλήθητε, ἀδελφοί» (Γαλ. 5,13). Προσπάθησε νά μήν κρύψης τήν ἀλήθεια. Νά μήν πῆς ὅτι πιστεύεις, τή στιγμή πού ἔχεις ἀμφιβολίες. Νά μήν ὀνομάσης πίστι τό εἴδωλο μιᾶς δοξασίας. Νά συμπεριφερθῆς σάν τόν ἀπόστολο Θωμᾶ, πού δέν πίστεψε -ψεύτικα ἀλλά ζήτησε νά δῆ καί νά ψηλαφήση. Εἶδε καί ἐπίστευσε. Ὁ Κύριος τόν συνεχάρη γιά τό γεγονός. Ἀλλά πρόσθεσε: «Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες» (Ἰω. 20,29). Αὐτοί εἶναι πού γίνονται μιά αἴσθησι καί μέ ὅλη τους τήν ὕπαρξι βλέπουν ἀοράτως καί κατανοοῦν ἀγνώστως τά ὑπέρ φύσιν καί αἴσθησιν. Γιατί ζοῦν ἐν Χριστῷ καί ἐκεῖνος ἐν αὐτοῖς.

Ζοῦν μέ τούς ἀληθινούς. Ἔχουν τήν πίστι, τήν ἐμπειρία τῶν ἁγίων, τῶν προφητῶν, τῶν ἀποστόλων πού τούς τρέφει. Ἡ ψεύτικη πίστι γεννᾶ τήν ἀπιστία ὡς ἀρρώστια. Ἡ ἀληθινή ἀπιστία, ἡ ὁμολογία τῆς ἀπορίας καί τῆς ὀλιγοπιστίας σου μέσα στό κλῖμα τῆς Ἐκκλησίας, γεννᾶ τήν πίστι· τήν ἐμπιστοσύνη στή ζωή πού εἶναι ἀγάπη, θυσία, προσφορά καί ὄχι ἀπειλή κύρους ἤ ἐπιβολή ἀπόψεως. Ἕνας ἄνθρωπος μέ ἰσχυρή πνευματική κράσι εἶναι ἀπαιτητικός. Ζητᾶ αὐτό γιά τό ὁποῖο πλάσθηκε ὁ ἄνθρωπος καί αὐθόρμητα πετᾶ ἔξω τό θολό, τό ψεύτικο, καί ζητᾶ τό ἄλλο, πού τόν ἀναπαύει καί τοῦ κάνει τήν ἀπιστία πίστι, τήν ὕπαρξι αἴσθησι καί τόν θάνατο ζωή. Αὐτά εἶναι τά γνωρίσματα τῶν ἁγίων. Τό «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός, γῆ καί τά καταχθόνια» τό πιστεύεις, γιατί τό ζῆς.

Καταλαβαίνεις τόν λόγο καί τή σιωπή Του. Τόν βρίσκεις στήν παρουσία καί στήν ἀπουσία Του. Εἶναι μαζί σου ὁ Κύριος, καί ὅταν νοιώθης ὅτι σέ ἐγκαταλείπει. Τό «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46) εἶναι ἡ διαβεβαίωσι τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, πού εἶπε πρός τούς μαθητές του: ἔρχεται ὥρα πού ὅλοι θά μέ ἐγκαταλείψετε, ἀλλά δέν εἶμαι μόνος, «ὅτι ὁ Πατήρ μετ’ ἐμοῦ ἐστιν» (Ἰω. 16,32). Πλημμυρίζεις ἀπό εὐγνωμοσύνη ἄφατη πρός αὐτόν πού εἶναι Ἀνάστασι. Νίκησε αὐτός πού ὑπέφερε τά πάντα, γιά νά σώση τούς πάντας. Καί μόνο ἐκεῖ πού σώζονται ὅλοι, σώζεται καί ὁ ἕνας. Σώζεται ἡ εὐγένεια τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶναι τόσο πραγματική ἡ χαρά τῆς ζωῆς, ὅσο πραγματική ἦταν καί εἶναι ἡ ἀγωνία τοῦ θανάτου πού προηγήθηκε. Ἑνώνεται ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ μέ τό φῶς τοῦ Ἀναστάντος. Αὐτός εἶναι «ὁ καί νεκρῶν καί ζώντων τήν ἐξουσίαν ἔχων», ὁ φωτισμός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Βρισκόμαστε στήν Καινή Κτίσι μέ διαλυμένη καί ξεπερασμένη «τήν σοφίαν τῶν σοφῶν καί τήν σύνεσιν τῶν συνετῶν» (Α´ Κορ. 1,17), τήν ἐλευθερία τῶν ἐλευθέρων. Ὅλα σχετικά καί συζητήσιμα. Ὅλα καταδικασμένα σέ θάνατο. Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός. Μέ τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα συμμετέχομε σέ μυσταγωγία ἀλήθειας. Ψηλαφοῦμε, σάν τόν ἀπόστολο Θωμᾶ, μία πραγματικότητα θεανθρώπινη. Συμμετέχομε στό δρᾶμα πού εἶναι ἡ ἀνακεφαλαίωσι τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας. Νοιώθομε ὅτι ὅλα τελείωσαν.Ὅλα φανερώθηκαν. Τά ἀνήκουστα ἡκούσθη.

Καί ὅλα μένουν ἀνοιχτά. Συνεχίζεται ἡ ἱστορία γιά τήν τελική κρίσι. Ὅλη ἡ ἱστορία∙ ὅλά ὅσα συμβαίνουν: νέες θεωρίες, ἐπαναστάσεις, κινήματα, προφητεῖες καί ἀλληλοσπαραγμοί συναπαρτίζουν μία ἐπεκτεινόμενη Μεγάλη Ἑβδομάδα, πού εἶναι μία κρίσι τοῦ κόσμου καί φανέρωσι τοῦ βαθμοῦ τῆς δικῆς μας ὡριμότητος. Τό ἐπικίνδυνο ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ὁ μεγάλος Του σεβασμός πρός τόν ἄνθρωπο καί τό βάρος τῆς εὐθύνης πού ἐπωμίζεται ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἐλευθερία πού τοῦ δίδει. Καί τώρα πού προχώρησαν οἱ ἐπιστήμονες τῆς συγχρόνου φυσικῆς, ἔχουν νέες γνώσεις καί νέες ἀπορίες. Θέτουν ἐρωτήματα καί ἀπασχολοῦνται μέ προβλήματα πού ἦταν παλιά μόνο τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θεολογίας.

Αἰσθάνονται ὅτι γνωρίζουν πολλά πού ἀγνοοῦσαν. Γνωρίζουν πολλά γιά τό πῶς λειτουργεῖ τό σύμπαν. Δέν ξέρουν ὅμως γιατί ὑπάρχει τό σύμπαν (Steven Hawking). Ἔχουν κάνει διάγνωσι κάποιου παράγοντα πού δέν εἶναι οὔτε ὕλη οὔτε ἐνέργεια. Καί ὁ Ἀνύπαρκτος σιωπᾶ γιά νά μιλήσωμε ἐμεῖς. Φανερώνεται μέ τό νά κρύβεται. Καί μᾶς ἀφήνει περιθώριο νά ζήσωμε, νά προχωρήσουμε. Εἶναι μαζί μας ὅσο καί ὅπως χρειάζεται. Ὅπως ἡ μάννα πού μαθαίνει τό παιδί της νά περπατᾶ, τό βοηθᾶ διακριτικά. Καί τό ἀφήνει μόλις μπορεῖ νά σταθῆ στά πόδια του.

Εἶναι μαζί μας, ὄχι ὅπως τό φανταζόμαστε καί θά θέλαμε. Ἀλλά ὅπως ἡ θεϊκή του πρόνοια ὑπαγορεύει, γιά νά βοηθήση τόν ἄνθρωπο «εἰς προκοπήν βίου καί πίστεως καί συνέσεως πνευματικῆς» (θεία Λειτουργία). Γι’ αὐτό μόλις τόν γνωρίσωμε - ὅπως ἔγινε στήν πορεία πρός Ἐμμαούς - γίνεται ἄφαντος, γιά νά μήν τόν χάσωμε. Στήν Καινή Κτίσι τῆς ἐλευθερίας ἡ ἀπουσία ἔγινε παρουσία. Ἀπό τόν Τάφο ἀνατέλλει ἡ ζωή. Ἀπό τήν ὑπακοή ἡ ἐλευθερία. Ἀπό τό κλάμα ἡ παράκλησι. Πολύ φῶς πού φαίνεται σκότος. Ἀληθινή συντροφιά πού φαίνεται ἐγκατάλειψι. Παρουσία καί ὕπαρξι, ὡς ἀπουσία.

Καί νά εἶναι ὅλα αὐτά θεϊκά δῶρα πού ἐξασφαλίζουν προϋποθέσεις ζωῆς καί προόδου. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, γεννιέσαι, ἐκπλήττεσαι καί προχωρεῖς. Ἀποτυχία εἶναι νά ἀποδίδωμε στόν Θεό ἰδιότητες πού δέν ἔχει καί νά παραπονούμαστε γιά πράγματα πού θά ἔπρεπε νά εὐχαριστοῦμε καί νά δοξάζωμε τόν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος, γέννημα ἀγάπης, δυνάμει θεός κατά χάριν, κέντρο τοῦ σύμπαντος, ἀνακεφαλαίωσι τοῦ ὅλου· ἔχει δρόμο νά κάμη. Ὑπερηφανευόμενος, διά τῆς ὕβρεως, σκοτίζεται. Χάνει τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο. Ταπεινούμενος, διά τῆς εὐγνωμοσύνης καί εὐχαριστίας, φωτίζεται. Τοῦ χαρίζονται ὅλα. Εἶναι «ὡς μηδέν ἔχων καί πάντα κατέχων» (Β´ Κορ. 6,10).

Δέν παρακολουθεῖ ὡς οὐδέτερος θεατής τό μυστήριο τῆς ζωῆς. Μετέχει συνειδητά. Γίνεται κοινωνός τοῦ πόνου καί τῆς χαρᾶς τῆς δημιουργίας. Γίνεται δέκτης καί πομπός μηνυμάτων χαρᾶς καί ἐκπλήξεως. Μή στηριχθῆς στόν ἑαυτό σου· μή πῆς σάν τόν Πέτρο ὅτι ἐγώ εἶμαι μαζί Σου, καί ἄν ὅλοι σέ ἐγκαταλείψουν. Μή νομίσης ὅτι δέν ἔχεις σχέσι μέ τήν κρίσι αὐτή τήν παγκόσμια. Μέ τήν ἄρνησι, τήν ψυχρότητα ἤ τήν ἐχθρότητά σου μετέχεις. Πέρα ἀπό τίς θεωρίες καί τίς ἀπόψεις μας, τήν πίστι καί τήν ἀπιστία μας, ὑπάρχει ὁ Ὤν πού εἶναι αὐτός πού εἶναι. Ὑπάρχει τό σύμπαν καί ἐμεῖς, ἐπειδή Αὐτός εἶναι ὅπως εἶναι. Φαίνεται μέ τό νά κρύβεται. Μᾶς κάνει συντροφιά μέ τό νά φεύγη. Μένει μαζί μας Ἀναλαμβανόμενος. «Συμφέρει ὑμῖν, ἵνα ἐγώ ἀπέλθω» (Ἰω. 16,7).

Ὅλα συλλειτουργοῦν θεϊκά. Ὅταν ἔχωμε λατρεία εἰδώλων καί ὄχι θεοφάνεια, τότε βράζει τό καζάνι τοῦ Μολώχ πού καίει τόν ἄνθρωπο. Ὅταν ἔχωμε τήν ἀληθινή θεοφάνεια, ἔχομε τό κατάλληλο κλῖμα, ὅπου μπορεῖ νά ζήση ὁ ἄνθρωπος. Τότε ἔχομε τήν ἀληθινή ἀνθρωποφάνεια, ἔχομε τούς ἀνθρώπους πού θάλλουν μέ τή χαρά τοῦ Πνεύματος. Γιά νά ζήση ὁ ἄνθρωπος, γιά νά σωθῆ, ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν «ἀστραπή» καί τό «πτῶμα».Καί στήν Μεγάλη Ἑβδομάδα τοῦ προσφέρεται ἡ ἀληθινή θεοφάνεια ὡς ἀγάπη καί ταπείνωσι. Ἔτσι φωτίζεται, τρέφεται καί κρίνεται: Δεσμεύεται διά τῆς ἐλευθερίας πού τοῦ δίδεται. Κρίνεται ἀπό τήν ἀνοχή ἐκείνου πού εἶναι ἀγάπη. Καί φτάνει στό κλάμα τῆς μετανοίας, πού εἶναι ἕνας σταθμός τοῦ δρόμου καί ἡ ἀρχή νέας πορείας.

Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνας χῶρος πού διαμορφώθηκε ἀπό τό πνεῦμα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Καί βοηθᾶ τούς οἰκήτορές του νά ζήσουν αὐτή τή θεολογία. Εἶναι ἕνας χῶρος γιά τούς ἁπλούς, τούς ταπεινούς, τούς ἥσυχους, τά παιδιά τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν (Ματθ. 18,3). Καί γιά τούς πολύ ἀνήσυχους, ἀπαιτητικούς, πού θέτουν ἐρωτήματα γιά θέματα ἀπλησίαστα καί ἀνθρωπίνως ἄλυτα. Ἕνας χῶρος μετά τήν ἱστορία, τήν κρίσι τοῦ κόσμου (Ἰω. 12,31), μέ σωσμένη ὅλη τήν ἱστορική σάρκα καί τήν προβληματική της. Τό σῶμα τοῦ Ἀναστημένου, πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τίποτε ὑλικό, περνᾶ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν καί τρώει καί πίνει ἐνώπιον τῶν μαθητῶν. «Δέν εἶναι δαιμόνιον ἀσώματον» (Ἁγ. Ἰγνάτιος). Ψηλαφᾶς τόν ἁγιασμό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Ζῆς μετά τῶν κεκοιμημένων καί γνωρίζεις τούς ἀγνώστους.

Ὑπάρχουν κάποια λειτουργικά βάθη πού δέν ταράσσονται, δέν ἀλλοιώνονται, μέ καμμιά - οὔτε τή σφοδρότερη - τρικυμία τῆς ἐπιφανείας. Ἡ μοναχική κοινότης ζῆ σ’ αὐτά τά εἰρηναῖα λειτουργικά βάθη. Καί ἐνῶ ζῆ στήν ἱστορία, βρίσκεται στόν χῶρο καί στόν χρόνο, πιό πολύ τρέφεται, φωτίζεται καί κατευθύνεται ἀπό τήν πραγματικότητα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, πού ἤδη ἐγκαινιάστηκε- ἀπό τό φῶς τό ἀνέσπερο, πού ἡδη ἀνέτειλε: «ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου» Αὐτά τά ἀναλλοίωτα βάθη διατηροῦν τή θέρμη καί τή χάρι τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἐξασφαλίζουν τήν ἐπιβίωσί του μέσα στό πνεῦμα τῆς πιστότητος καί ἐλευθερίας.

Κάποτε ἕνας δωδεκάχρονος προσκυνητής, πού ἔκαμε Μεγάλη Ἑβδομάδα καί Πάσχα στό Ἅγιον Ὄρος, εἶπε στούς δικούς του· «τώρα κατάλαβα γιατί οἱ μοναχοί μένουν στό Ἅγιον Ὄρος: μένουν γιά νά παρακολουθοῦν αὐτή τή Μεγάλη Ἑβδομάδα». Σέ πείθει ἐδῶ ἡ ἑνότης τῆς πίστεως καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού βασιλεύει καί διαμορφώνει τά πάντα. Ὅλα εἶναι κατασταλαγμένα καί ἤρεμα. Ὅλα τά μοναστήρια, οἱ σκῆτες, τά κελλιά, τά ἡσυχαστήρια, ἁπλωμένα σέ ὁλόκληρη τήν ἀθωνική χερσόνησο προσφέρονται, γιά νά μπορῆ ὁ καθένας νά βρῆ τόν κατάλληλο τόπο καί τό κλῖμα πού τόν βοηθᾶ νά προκόψη πνευματικά. Νά θάψη τόν σπόρο τῆς ὑπάρξεώς του. Καί νά βλαστήση ἡ μικρή χαρά πού νικᾶ τόν θάνατο. Ἔτσι χαίρεται ἐτούτη τή ζωή καί τήν ἄλλη, πού εἶναι μία. Καί ἐξοφλεῖ τό χρέος τῆς ἀγάπης πρός τούς ἐγγύς καί τούς μακράν ἀδελφούς, πού τούς ἔχει μέσα του.

Τίποτε τό ψεύτικο, προσποιητό ἤ ἀναιδές δέν ἐπιβιώνει. Ὅλα γαλήνια, ταπεινά καί αὐθόρμητα. Βιώνεται ἡ πίστις μέ τέτοιο τρόπο πού φανερώνεται ἀπό τήν πνευματική ὑγεία καί χαρά τοῦ ἀνθρώπου· ἀπό τό κλάμα τῆς μετανοίας καί συντριβῆς· τό κλάμα τῆς χαρᾶς· τήν πνευματική ἄνεσι, τήν παιδικότητα καί τό χιοῦμορ. Μιά εὐωδία καί μιά ἀνάπαυσι βασιλεύει παντοῦ. Δέν ξέρεις πῶς νά τό ἑρμηνεύσης, ἀλλά ἔτσι τό ζῆς. Μιά αὔρα λεπτή (Α´ Βασ. 19,12) ἔρχεται ἀπό τόν παράδεισο τῶν ταπεινῶν, αὐτῶν πού ἔγιναν ὄργανα τοῦ πνεύματος. Καί τούς δόθηκε ἡ ἀϊδιότης τῆς ἀφθαρσίας, ἡ χάρις πού ἁγίασε τήν ψυχή καί τά σώματά τους καί σφράγισε τούς τόπους πού ἔζησαν.

Οἱ Ἀρχαῖοι ἤθελαν νά φτάσουν στή μουσική τή δυνατότερη ἀπό τόν θάνατο. Ἐδῶ ἔχομε μία ἀνάκουστη μουσική ἀπό τήν παρουσία αὐτῶν πού νίκησαν τόν θάνατο καί σέ κρατᾶ στή ζωή αἰῶνες μετά τήν ἀναχώρησί τους. Ἡ Τράπεζα, τό Καθολικό, τά παρεκκλήσια, τά κελλιά τῆς Μεγίστης Λαύρας· ὅλα τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ἀποπνέουν κάτι ἅγιο, ἀνέκφραστο πού ζωογονεῖ τήν ψυχή. Παρόμοια αἰσθάνεσαι σέ πολλά ἄλλα μέρη,ὅπου σοῦ μιλοῦν τά κτίσματα καί τά βράχια. Τήν ἴδια ἁρμονία μεταδίδουν κάποια ἀρχαῖα μέλη ψαλλόμενα ἀπό μοναχούς ὥριμους καί θεόληπτους, πού εἶναι ταυτόχρονα ἐπινίκιος ὕμνος καί γοερός θρῆνος, μεταμορφώνοντας τόν πόνο καί τή χαρά.

Τό πένθος τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς βιώνεται ὡς προεόρτια τοῦ Πάσχα. Καί ἡ χαρά τοῦ Πάσχα σώζει τή σεμνότητα τοῦ πένθους. Αὐτή ἡ περιχώρησι πένθους καί χαρᾶς σέ κρατᾶ ἄγρυπνο. Καί ὑπάρχουν μοναχοί, χαμένοι στήν ἐσωτέρα ἔρημο τῆς ἀνωνυμίας, πού ζοῦν ἄγρυπνοι γιά τόν Θεό καί τόν κόσμο. Ὅ,τι συμβαίνει σ’ αὐτούς δέν τό θεωροῦν κατόρθωμα δικό τους ἀλλά δωρεά τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δέν περιαυτολογοῦν. Δέν ὑπάρχουν. Ἔχουν τήν αἴσθησι τῆς δικῆς τους μηδαμινότητος. Εἶναι χαμένοι μέσα στό φῶς καί πλημμυρισμένοι ἀπό εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό καί ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους καί τήν κτίσι ὁλόκληρη. Κλαῖνε καί - συγκλονιζόμενοι ἀπό τή χαρά - μεταδίδουν τόν παλμό αὐτῆς τῆς ἐκπλήξεως καί τῆς ἐλπίδος στούς πονεμένους, στούς τανυσμένους πάνω σέ σταυρούς ἀγωνίας καί δοκιμασίας· σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ πόνου καί τῆς ἀπορίας.

Συγκεντρώνονται ἀοράτως οἱ ἄνθρωποι τοῦ πόνου καί τῆς εὐαισθησίας, τῆς ἀναζητήσεως καί τοῦ ἀγῶνα. Ὁ πόνος τοῦ κόσμου, ὁ πολύς καί ἀτέλειωτος, εἶναι δικός τους. Ὅλοι εἴμαστε ἕνας ἄνθρωπος. Καί μιά εἶναι ἡ εὐχή τοῦ ταπεινοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Δηλαδή ἐλέησον τόν κόσμο σου ὅλο. Εὔχεται, ἀναπνέει γιά ὅλους. Εἶναι μιά ἀναπνοή τῆς οἰκουμένης. Ζῆ μ’ Αὐτόν πού εἶναι τό Α καί τό Ω. Βρίσκεται ὑπέρ χρόνον. Τρέφεται ἀπό τήν ἄκτιστη χάρι. Καί τό «γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ἰω. 10,16) τό ζῆ ὡς γεγενημένο. Ὅταν ρώτησαν κάποιον ἀσκητή πόσα χρόνια ζῆ στό Ὄρος εἶπε ὅτι καί τά τσακάλια ζοῦν πολλά χρόνια στό Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά εἶναι τσακάλια. Μπορεῖ ἐγώ νά ζῶ δεκαετίες στό Ὄρος χωρίς νά τό ἔχω ἐπισκεφθῆ. Καί μπορεῖ ἄλλος νά ζῆ στήν καρδιά τῆς ἁγιορείτικης ἐρήμου, νά τρέφεται καί νά ἀκτινοβολῆ τή χάρι της, χωρίς νά ἔχη ἔλθει, οὔτε νά πρόκειται ποτέ νά ἔλθη σ’ αὐτήν. Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνας τόπος θεολογικός καί ὄχι μιά γεωγραφική περιοχή. Εἶναι μαρτυρία χάριτος πού καταργεῖ τίς ἀποστάσεις τῶν χωρισμῶν ἑνώνει τούς ἐγγύς καί τούς μακράν, τούς ζῶντας καί τούς κεκοιμημένους.

Τελειώνοντας, ἄς θυμηθοῦμε τή μίαν ἀλήθεια πού κάνει τά πάντα φῶς. Ὅπως ὁ Κύριος ἔρχεται πρός τό πάθος ὡς Νυμφίος ὁλοφώτεινος ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός. Ἔτσι καί ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἔρχεται κάθε χρόνο ὡς φῶς παρακλήσεως μέσα στή νύχτα καί τόν ἀγῶνα τοῦ βίου γιά ὅλο τόν κόσμο. Ἀλλά καί ἡ κάθε ἑβδομάδα, μέ τό πρόγραμμα τῶν ἀκολουθιῶν της, εἶναι εἰκόνα καί ἐπανάληψι τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Καί κάθε Θεία Λειτουργία καθημερινά εἶναι ἀνακεφαλαίωσι ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας: «τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανούς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καί ἐνδόξου πάλιν παρουσίας» (Θεία Λειτουργία).

Καί τέλος, κάθε μιά ἀναπνοή αὐθόρμητα καταλήγει καί γίνεται μιά εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Καί κατέρχεται στόν ἅδη τῆς ὑπάρξεώς μας καί γεμίζει τά πάντα μέ φῶς παρακλήσεως καί ἀγάπης. Ἔτσι ζῆς ἤρεμα τό γεγονός ὅτι ἡ βασιλείατοῦ Θεοῦ ἐντός ἡμῶν ἐστι. Ὁ καθένας εἶναι ἐν σμικρῷ Ἐκκλησία. Ὁ καθένας ἀνακεφαλαιώνει τό ὅλο. Τό ὅλο εἶναι τμῆμα τοῦ καθενός καί ὄχι ὁ καθένας τμῆμα τοῦ ὅλου. «Τά πάντα γέγονε καινά. Τά πάντα γέγονεν ἕν» (Ἁγ. Μάξιμος Ὁμολογητής). Καί ὅλα αὐτά εἶναι δῶρα τοῦ Ἀναστάντος, στόν ὁποῖο πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

/Αρχιμ. Βασιλείου, Προηγουμένου Ι.Μ. Ιβήρων

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...