/*--

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

Αφού τελείωσε την Γ’ τάξη ο αδελφός μου αποχαιρέτησε το Γυμνάσιο της Άμφισσας και με το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς μετακόμισε στην Αθήνα και άρχισε να παρακολουθεί τα μαθήματα στη Σιβιτανίδειο. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιο μέλος της οικογένειας έφευγε για μεγάλο διάστημα μακριά από το σπίτι και ο χωρισμός δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Καθένας είχε τη θέση του στο τραπέζι, την καθιά του στην παραστιά, τον δικό του τρόπο να πειράζει, να βοηθάει, να μαλώνει, να συμπληρώνει τον άλλο και τώρα τίποτα δεν ήταν όπως πριν.

Τα πρώτα βράδια άκουγα τους γονείς να κρυφομιλούν κι όλο να αναστενάζουν 

-Πού το κάμαμε κατ’ ένα μοναχό παιδί; 
-Δυο μύγες έχουμε, με τ’ δόξα τ’ Θεού μπουρούγαμε να τα ζήσουμε. 

Κι ήταν η μάνα που πάντα έβρισκε μια στάλα αισιοδοξίας, μια αναλαμπή, μια χαραματιά ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Και σαν πέρασε λίγος καιρός κάθε φορά που αναφερόμαστε στο Χαραλαμπάκη ήταν για πράγματα πρακτικά, καθημερινά. Τι να έκανε σήμερα; Να ντυνόταν ζεστά; Να τα κατάφερνε με τα μαθήματα; Ευτυχώς οι διακοπές των Χριστουγέννων έφτασαν νωρίς και τον έφεραν πίσω λίγο πιο ψηλό, λίγο πιο χλωμό, λίγο πιο συγκρατημένο. Κι η μάνα, έγινε πάλι μάνα κι έπιασε το τροπάρι της 

-Βάλ’ τ’ παιδιού να φάει, τόφαε το καυσαέριο αφτού σακάτ’. 

Και να οι σούπες με τα πλατάρια, και να ο μπακλαβάς διπλά κομμάτια, και να τα πορτοκάλια με το κιλό και τις νουθεσίες.

-Να κάν’ς παρέα με καλύτερούς σ’, όχι με χειρότερούς σ’ και
-Μακριά απ’τον τάδε δεν πιάνει η παραστιά τ’ στάχτη και
-Τήρα να μη σε πλευρίσνε τίποτα ξεβράκωτες, δεν έχει βάση η φωτιά με τ’ άχυρα.

Κι όταν ήρθε ο καιρός να φύγει είχε ξεγυρίσει και το κεφάλι του ήταν γεμάτο διάτες. Αρχές του Φλεβάρη έριξε ένα μπόι χιόνι οι δρόμοι έκλεισαν, η συγκοινωνία διακόπηκε και για να δώσουμε τις εξετάσεις σκαρφαλώσαμε στο φορτηγό της «βάρδιας» και κατεβήκαμε στο Γυμνάσιο. Όταν το έλειωσε και σαν καλοσύνεψε λιγάκι ο καιρός, ο πατέρας κλάδεψε το αμπέλι μας στου «Βασίλη το λάκκο» κι η μάνα δεμάτιασε τις κληματόβεργες και τις γίκιασε στο περβόλι για να ψήσουμε το αρνί το Πάσχα. Κι ύστερα κλάδεψε την κληματαριά και σα γύρισα από το σχολείο και μπήκα στην αυλή με ράντισαν χοντρές στάλες από τις βέργες που «έκλαιγαν» και κόντεψαν να με πάρουν και μένα τα κλάματα γιατί ό,τι πονούσε γινόταν και δικός μου πόνος.

Τέλος του μήνα είχαμε τις Απόκριες μα δεν είχα όρεξη να πάω πουθενά μοναχή, μου έλειπε ο ίσκιος του αδερφού μου. Μα σαν μπήκε ο Μάρτης μύρισε Άνοιξη. Οι μέρες λιόρισαν, τα κλαριά μπουμπούκιασαν και τα χελιδόνια γύρισαν στις φωλιές. Μετά τις δεκαπέντε η μάνα έσκαψε το αμπέλι και ξελάκκωσε τα κούρβλα για να αερίζονται οι ρίζες και να ρουφάνε καλύτερα το νερό της βροχής κι έσυρε το χώμα σε κμπούλια. Και σαν τέλειωσαν οι αγροτικές δουλειές η απουσία του Χαράλαμπου έγινε πάλι πρώτο θέμα και οι πιέσεις της μάνας ασφυκτικές

-Να πας να ειδείς του παιδί, θα λένε ότι είναι απ’ τα κλαριά.
-Ταχιά είναι Λαμπρή θα έρθ’.
-Να πας να ρωτήσεις κι στ’ σχουλή, δε βγήκαμε ντιπ αγνάντια, τα παίρνει ή πάνε τα κόπια μας χαημένα;

Κι ένα απόγευμα έσφαξε μια κότα, γέμισε μια αυγόπιττα, έψησε στο φούρνο κουλουράκια αμμωνίας και μάζεψε ένα τράστο λάχανα. Περνώντας από του Κονιάκου πήρε ένα χαρτόκουτο το γεμίσαμε με την πίττα, την κότα, τα κουλουράκια, ένα σακούλι τραχανόφυλλο και μερικά βαζάκια μαρμελάδα σύκο που είχε φτιάξει το καλοκαίρι και το δέσαμε σφιχτά με ένα σπάγκο. Σύνταχα το πρωί βάλαμε σε ένα χειροκόφινο, ένα πετονάκι λάδι, μια μποτίλια πετιμέζι, ένα κουτάκι αυγά τυλιγμένα σε εφημερίδα κι ανάμεσά τους τα λάχανα χύμα και από πάνω η μάνα έραψε με μταρόνημα μια ασταρένια πετσέτα. Τελευταία στιγμή θυμήθηκα ότι είχα μαζέψει κι ένα ματσάκι ανεμώνες και ξήλωσα λιγάκι την πετσέτα και τις τρύπωσα από κάτω.

Κι ύστερα φύγαμε στην «αγορά» και πήραμε το λεωφορείο για το Σάλωνα κι από κει εγώ συνέχισα για το σχολείο και ο πατέρας περίμενε το άλλο αυτοκίνητο για την Αθήνα. Στη Λειβαδιά, που το λεωφορείο έκανε στάση, ο πατέρας κατέβηκε ένα λεπτό «προς νερού του» και επέστρεψε πίσω να έχει το νου του στα πράματα γιατί η μάνα τον είχε «φοβερίσει»

-Τα μάτια σ’ δεκατέσσερα, ούτε στον κώλο σου βάση, σ’ παίρνε το σερμέ απ’ τα μάτια.

Το μεσημέρι φτάσανε στην Αθήνα και από τις Τρεις Γέφυρες ρωτώντας άρχισε να βαδίζει φορτωμένος προς τον σταθμό του Ηλεκτρικού στην Αττική για να πάρει από κει το τραίνο αφού ο Μπάμπης του είχε δώσει σαφείς εντολές:

-Θα πάρεις τον ηλεκτρικό για Καλλιθέα, η σχολή είναι ακριβώς απέναντι από τη στάση.

Κατηφόριζε τη Λιοσίων, μα πόσο παράξενη ήταν τούτη η πόλη! Τα αυτοκίνητα πήγαιναν λεφούσι, οι άνθρωποι τον προσπερνούσαν αμίλητοι, βιαστικοί, κανείς δεν του είπε καλημέρα, ούτε ένα χαμόγελο, ούτε καν ένα τόσο δα νεύμα, ο ουρανός ήταν κρυμμένος πίσω από τα κτίρια κι ο ήλιος ούτε που έφτανε στη γη.

-Άει μοσκΑηθυμιά!

Αναστέναξε και σταμάτησε να ματαλλάξει χέρι στις αποσκευές, όταν από τα πολλά σταμάτα-ξεκίνα ο σπάγκος έσπασε και το χαρτοκούτι έπεσε στο δρόμο και τα βάζα με τη μαρμελάδα έπιασαν να κατρακυλάνε στη λεωφόρο. Πώς να σκύψει να τα μάσει μισός άνθρωπος; Αλλά και να τα αφήσει; Τούτα είχε να ξεντροπιαστεί, δε θα πήγαινε στο σπίτι «σα τον Σταθά στα Γιάννενα». Ευτυχώς σε κείνο το σημείο υπήρχε ένα πλάτωμα και σε ένα διπλανό συνεργείο δυο καλφούδια είχαν κάνει βίδες ένα αμάξι.

-Ρε λεβέντες πιάστε μ’ κείνα τα κτιά π’ μ’ πέσανε, δε μ’ αφήνει του πουδάρι μ’, τους παρακάλεσε κι εκείνοι τα μάζεψαν κρυφογελώντας και επέστρεψαν στη δουλειά τους. Ρίζωσε το κοφίνι σε μια άκρη, έβαλε την κούτα πάνω σε μια στοίβα λάστιχα και την ξαναγέμισε μα σα λιγότερα του φάνηκαν τα κουτιά τώρα.

-Ρε τα τσουγλάνια, σκέφτηκε, λες να κάμανε κάνα κτι σα δω; Γι’ αυτό κτουγελάγανε;

Αλλά δεν είπε τίποτα, μάτισε το σπάγκο αλλά, παρά τις προσπάθειές του να δέσει την κούτα, ο σπάγκος δεν έφτανε.

-Ρε μαστόρια μπας και σας βρίσκεται κάνα σουρταρόλι; ματαρώτησε τους εργάτες.
-Τι είναι τούτο μπάρμπα; ξαφνιάστηκαν.
-Ένα καναβίδι ρε καλόπαιδα να λιταρώσω του κτι.

Στο συνεργείο δεν υπήρχε ούτε καναβίδι, ούτε σορταρόλι αλλά με λίγο ιμάντα μάτισαν το σπάγκο έδεσε την κούτα ματαφορτώθηκε και συνέχισε. Στο σταθμό αγόρασε το εισιτήριο κι αφού ρώτησε ίσα με δέκα φορές για να σιγουρευτεί, κάθισε σε ένα τουράκι και περίμενε. Σύντομα ο πρώτος συρμός μπήκε στην πλατφόρμα κι εκείνος πετάχτηκε πάνω άρπαξε τα συμπράγκαλα αλλά το μπουλούκι που ξεχύθηκε από τις πόρτες τον απώθησε πίσω και μέχρι να ξανασιμώσει το τρένο είχε φύγει. Αποφάσισε να μείνει όρθιος για να φουκαρώσει αμέσως μέσα κι όταν μετά από ώρα ήρθε το τρένο, όπως στεκόταν μπροστά διάβασε: ΠΕΙΡΑΙΑΣ.

-Αλλού πάει τούτο, μονολόγησε κι έκανε στην άκρη.

Στο επόμενο σίμωσε μα έγραφε πάλι ΠΕΙΡΑΙΑΣ και υποχώρησε. Πέρασαν ακόμα δύο τρένα μα κι αυτά πήγαιναν «ΠΕΙΡΑΙΑΣ» και στην απόγνωσή του σταμάτησε έναν καλοντυμένο κύριο και τον ρώτησε.

-Με το σμπάθειο, για Καλλιθέα από δω θα πάω;
-Ναι, περιμένετε εδώ, απάντησε εκείνος αδιάφορα και προσπέρασε.

Μα και το επόμενο τρένο πάλι «ΠΕΙΡΑΙΑΣ» πήγαινε. -Εδώ δε μούειπε να περιμένω ο μωρόκτος; Έφερε άλλη μια φορά τα μάτια του γυρβολιά, μα η απόγνωσή του ήταν πλέον φανερή. Άσε που από το σήκωσε-άφησε ο σπάγκος κινδύνευε να κοπεί πάλι και τότε δεν είχε γιατρεμό. Περίμενε ήδη πάνω από δύο ώρες όταν τον έπιασε ο διαλογισμός:

-Τι τν ήθελα εγώ τν Αθήνα; Αλλά μου έφαε τς αναμέλες η Κσούλα, γαμώ του φιλότιμό τς, του πιδί κι του πίδι! Άει Χριστούλη μ’, εσένα τα πάθη τελειώσανε στου σταυρό κι είειδες Ανάστασ’, εγώ πούθε να κάμω τώρα;

Ευτυχώς τον είδε ο σταθμάρχης που σταυροκοπιότανε και τον σίμωσε

-Πού πας μπάρμπα; Τόση ώρα σε παρακολουθώ, σηκώνεσαι, κάθεσαι αλλά δε φεύγεις.
-Τι να σου ειπώ ρε πατριώτη; Σντ’ Καλλιθέα πάου, αλλά ούλα τα τρένα π’ περάσανε πάνε «ΠΕΙΡΑΙΑΣ».
-Σε αυτό θα μπεις Χριστιανέ μου και θα κατεβείς στην στάση Καλλιθέα, άντε σήκω γιατί έρχεται.
-Έτσ’ πεμ’ Κσόστομε, λημέριασα τόσην ώρα, ευχαρίστησε κι όρμησε στην πόρτα.
-Σιγά κύριε, σιγά, μη σπρώχνετε, τον αποπήρε αναψοκοκκινισμένη μια καλοστεκούμενη κυρία που έβγαινε, αλλά εκείνος τώρα που το βρήκε δεν θα το άφηνε να φύγει κι όπως έσερνε το χειροκόφινο οι μόνοι που έφυγαν ήταν οι πόντοι από τις κάλτσες της κυρίας που έγιναν μιρδέκλια αλλά ευτυχώς που όπως ασκοφυσούσε δεν το πήρε χαμπάρι να τον πάρει πάλι απ’ τα μούτρα.

Μέσα στο βαγόνι βρήκε μια θέση στην τελευταία σειρά και κάθισε, στρίμωξε ανάμεσα στα πόδια του το χειροκόφινο και πήρε αγκαλιά το χαρτοκούτι γιατί η ώρα το έβαζε να ξεκοιλιαστεί πάλι και παρακάλεσε τον διπλανό να του πει που να κατέβει. Σε επόμενη στάση μπήκαν μέσα μια μεγαλύτερη και μια νεότερη μαυροφορεμένη κυρία που κρατούσε από το χέρι ένα παιδάκι τεσσάρων- πέντε χρονών και ενημέρωσαν με ευγενική φωνή ότι κάνουν τον αντικαρκινικό έρανο και στο όνομα της αγάπης του Χριστού παρακαλούν να δώσει ο καθένας ό,τι μπορεί αφού η κάθε βοήθεια πιάνει τόπο.

Οι περισσότεροι στο συρμό ανταποκρίθηκαν. Μια φτοχωντυμένη, χλωμή γυναίκα είπε πως έχασε το παιδί της και έδωσε ένα χαρτονόμισμα και η νεότερη είπε ότι ο ίδιος πόνος τις ενώνει γιατί κι αυτή πρόσφατα έχασε τον άντρα της και δάκρυσε. Ο πατέρας θα ήθελε να δώσει κάτι κι αυτός αλλά το σακουλάκι με τα χρήματα το είχε στην εσωτερική τσέπη της μπλουζοφάνελας και άειντε τώρα να ανοίξει το σακάκι, να ανασηκώσει τη φανέλα, να ξεκουμπώσει την παραμάνα και να το βρει, άσε που κείνη την ώρα ο διπλανός τον ενημέρωσε ότι στην επόμενη στάση έπρεπε να κατεβεί κι όταν έφτασαν μπροστά του οι κυρίες έχωσε το χέρι του στο κουτί που έχασκε, έπιασε ένα βαζάκι μαρμελάδα και το πρότεινε στο παιδί. Εκείνο άνοιξε απορημένο τα μάτια του και τον καλοκοίταξε όμως οι κυρίες του είπαν να το πάρει, προσφέρθηκαν μάλιστα και τον βοήθησαν να ξαπεζέψει με τα συμπράγκαλα.

Στην αποβάθρα στάθηκαν και τον κοίταζαν καθώς προσπαθούσε να ισορροπήσει φορτωμένος αλλά ευτυχώς εμφανίστηκε ο Μπάμπης,

-Ρε πατέρα πού είσαι τόση ώρα; Τρεις ώρες περιμένω και πήρα και δυο απουσίες.
-Χάστην με τν πολιτεία τς, χάθκα ψάχωντα, πάμε στ’ σχολή να ρωτήσουμε τς καθηγητάδες γιατί μούχει βγάλει η πείνα τα μάτια κι έχου σκάσει ακατούργους.
-Τώρα η σχολή; Έχει κλείσει τέτοια ώρα μα πάμε να φύγουμε.

Πίσω στο σπίτι τον περίμεναν η θεία η Βούλα και ο μπάρμπα Λιάς και τον υποδέχτηκαν με γνήσια χαρά. Τις μέρες που ακολούθησαν τον περιποιήθηκαν, τον βοήθησαν στα ψώνια και τον πήγαν μέχρι τη Σιβιτανίδειο και ρώτησε σε ένα εργαστήριο ένα καθηγητή κι αφού ολοκλήρωσε τον κύκλο των υποχρεώσεων την επόμενη επέστρεψε πάλι στο χωριό. Κι ύστερα μπήκε ο Απρίλης. Ο πατέρας έβγαζε τώρα στα χωράφια τα μαρτίνια πρωί-βράδυ για να σηκώσουν βάρος πριν τα δώσουμε στο τσιγκέλι. Και αφού ήταν η εποχή όθε περνούσε κέντρωνε και τις αγριλιές.

-Ταχειά θα βγάλου ιγώ τα μανάρια κι ισύ να πεταχτείς στ’ αμπέλι να βάλεις κανιά τάπα στην αγκουρτσά μπας και φάμε κανιά αχλάδα, ζήτησε ένα απόβραδο η μάνα.
-Τήρα να μη με ειδείς και κάτσω, τώρα πούβραμε τουν παππά θα χώσουμε κι τς ζωντανούς, σα να παραπονέθηκε εκείνος,

Μα μεθαύριο θα έμπαινε η μεγαλοβδομάδα και δε θα είχε καιρό, έτσι το ίδιο απόγευμα πετάχτηκε μέχρι τη «Φτελιά» και έκοψε μερικά καλέμια με μάτια από την αχλαδιά του Χαραυγή που ήταν μπολιασμένη με κρυστάλλια και την άλλη μέρα πήγε στου «Βασίλη το λάκκο». Παντού η φύση είχε ντυθεί την πιο όμορφη φορεσιά. Σινάπια, ασπρολούλουδα, λελέντες, σπερδούκλια κεντούσαν πάνω σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, ο ήλιος έπεμπε χρυσές πνοές, τα πουλιά είχαν στήσει μοναδική συγχορδία κι οι μέλισσες ζουζούνιζαν σε κάθε πέταλο σε κάθε βλαστό.

Με το σουγιά του, που τον είχε καλά ακονισμένο, χάραξε τον φλοιό της αγκορτσάς σε δυο-τρία σημεία και ανασήκωσε τη φλούδα. Ύστερα εφάρμοσε καλά στα ξεφλουδισμένα μέρη τις τάπες και τις έδεσε ένα γύρω με χόρτο και έπιασε το κλαδευτήρι και έκοβε τα κλαδιά που είχε κεντρώσει καμιά εικοσαριά πόντους πάνω από το μπόλι. Κόντευε να τελειώσει όταν το κλαδευτήρι του ξέφυγε και όπως ήταν ξέγνοιος του πήρε ξυστά την παλάμη που άνοιξε στα δυο καιτο αίμα πετάχτηκε σαν να σφάζεις βόιδι. Τάχασε, προσπάθησε με το γερό χέρι να ματακολλήσει την κομμένη σάρκα μα η θέα του αίματος τούφερνε λιγοθυμιά.

Τράβηξε με τα δόντια του και έκοψε μια φλαδέλα από το πουκάμισό του και «πολέμησε» να το δέσει, μα το γερό του χέρι έτρεμε τόσο πολύ που του έπεσε. Τράβηξε ξανά και ξανά μέχρι που έκανε όλο το πουκάμισο «λαζάνια» και κατάφερε να τυλίξει το χέρι μα το αίμα έτρεχε ποτάμι και μούσκεψε τα πανιά. Απελπίστηκε, δεν ήξερε πούθε να δώσει. Κοίταξε μια γυρβολιά, τσαμ τσουμ κανείς. Βγήκε από το αμπέλι και όπως παράπαιε κερωμένος στη μέση του δρόμου ένα αυτοκίνητο με κατεύθυνση προς Άμφισσα του κόρναρε να παραμερίσει και τον προσπέρασε ολοταχώς.

-Ο παππούς! Ο παππούς! φώναξε το παιδάκι κι άρχισε να ταρακουνάει τον οδηγό.
-Ποιός παππούς βλογημένο; το ρώτησε ο οδηγός αφού αυτός ήταν ο δικός του παππούς.
-Ο παππούς και έχει στα χέρια του πάλι μαρμελάδα, ξαναφώναξε το παιδάκι.

Ο οδηγός μείωσε ταχύτητα και από τον καθρέφτη κοίταξε πίσω το δρόμο και είδε έναν άνθρωπο να προσπαθεί να σταθεί όρθιος, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, έβαλε όπισθεν και ίσα που πρόλαβε να καθίσει στο πίσω κάθισμα τον τραυματία πριν σωριαστεί κάτω. Στο νοσοκομείο τον παρέδωσε στους γιατρούς και υποσχέθηκε να γυρίσει αφού πρώτα παραλάβει στο ΚΤΕΛ την κόρη του που ερχόταν από Αθήνα. Όταν ξαναγύρισαν όλοι μαζί στο νοσοκομείο ο πατέρας είχε συνέλθει αφού οι γιατροί τον έραψαν και του έκαναν αντιτετανικό. Ενημερώθηκε πως τον αναγνώρισε το παιδάκι κι εκείνος με πραγματική συγκίνηση του ευχήθηκε:

- Τ’ Αβράμ κι τ’ Ισάκ τα καλά ν’ αποχτήσεις.

Κι όταν εκείνοι έφυγαν και πέρασαν να τον δουν οι γιατροί εκείνος σφούγγιζε τα μάτια του.

-Προς τι τα δάκρυα; τον ρώτησε ένας γιατρός.

Κι ο πατέρας απάντησε:

 -Ένα δάκρυ για το Χριστό. Ένα δάκρυ για το Χριστό που σταυρώθηκε, ένα δάκρυ για κείνους που έφυγαν, ένα δάκρυ για το Χριστό που κρύβεται στα μάτια ενός παιδιού.

Κι ύστερα ξημέρωσε το Σάββατο του Λαζάρου κι ο αδερφός μου ήρθε στο σπίτι και η ζωή ξαναβρήκε παλμό. Η μάνα μπατάνισε τα τοίχια και κοπάνισε τα καρπίτια και εγώ μάζεψα κρίνα για τον επιτάφιο κι ο Χαράλαμπος με τις γνώσεις της σχολής συναρμολόγησε στη σάλα ένα φωτορυθμικό κι ο πατέρας έκανε έναν μεγάλο σταυρό στο κεφαλόσκαλο με το Αναστάσιμο φως. Κι όλα ήταν ίδια, μα στα μάτια μας φάνταζαν διαφορετικά. Εκείνη τη χρονιά όλοι στο σπίτι νιώσαμε πολύ πιο έντονα το θαύμα της Ανάστασης, το θαύμα της αγάπης, το θαύμα της ζωής.

Χανιά Έφη Κοκκίνη-Τσισκάκη

πηγή : ΑΓΙΑΘΥΜΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ. 
η εφημερίδα του Συλλόγου Αγιοευθυμιωτών

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...