/*--

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

ΜΟΛΙΣ ΠΕΤΑΧΤΟΥΜΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΞΩ

                     
Η κολυμβήθρα του Σιλωάμ σήμαινε «Απεσταλμένος από τον Θεό». Εκεί πήγε να νιφτεί ο τυφλός εκ γενετής. Τον βρήκε όμως ο Απεσταλμένος από τον Θεό, το Απεσταλμένο Φως, ο Απεσταλμένος Φωτοδότης, ο Απεσταλμένος φωτισμός του προσώπου και της καρδιάς μας, ο Χριστός.

«Έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό κι από το φτύσμα άλειψε με τον πηλό τα μάτια του» (Ιωάν. 9, 6). Τούτο το άψυχο και άφωνο χώμα, που δεν το υπολογίζει κανείς, που το πατάμε και το κλωτσάμε όλοι, συμβολίζει την ταπείνωση που η είναι ο αποκλειστικός αγωγός κάθε θαύματος στη ζωή μας. Αυτή η χωμάτινη ύλη γίνεται θαυμαστό μέσο για την πρωτόγνωρη ευεργεσία και ανέλπιστη δωρεά. Το θείο και πανάχραντο φτύσμα, είναι το αδαπάνητο υγρό από τα ζωογόνα σπλάχνα Αυτού που έχει παντοτινά σπλάχνα οικτιρμών για τον άνθρωπο και αποτέλεσε έναν μυστικό όμβρο ευεργεσίας και ιάσεως. Ο πηλός πλάθεται από τον Ουράνιο Κεραμέα και όλη αυτή η «χρονοβόρα» ενέργεια του πλασίματος καταδεικνύει την απεριόριστη φροντίδα και μέριμνα που έχει Αυτός για τον πόνο και τα παθήματά μας, για όλη τη ζωή και το είναι μας.

Το φως και ο φωτισμός έρχονται μετά τη νίψη. Κανείς όμως δε συμμερίζεται τη χαρά της ιάσεως, τη συγκίνηση της αποκαταστάσεως. Οι γείτονες απλά απορούν: «Αυτός είναι;»· όχι, «είναι κάποιος που του μοιάζει» (Ιωάν. 9, 9). Οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή, θεριεύει η περιέργεια, ανίκανη να πάει πιο πέρα και να σκύψει πιο βαθιά προς το μυστήριο του θαύματος, του προσώπου, της τρισμέγιστης ευφροσύνης του.

Μοναχική και μετέωρη η χαρά, αντικρίζει τα άγρια κύματα της χαιρεκακίας και του δόλου. «Πού είναι ο άνθρωπος εκείνος;» – «Δε ξέρω» (Ιωάν. 9, 12). Αλληλοδιάδοχες οι σκληρές ανακρίσεις. Να μειώσουν το θαύμα, να σπιλώσουν τον Ευεργέτη. Όλο το θρησκευτικό σύστημα, σκαιό και βλοσυρό, τολμά να βεβηλώνει τις δωρεές του Θεού στις άκακες καρδιές των ανθρώπων. «Η αργία του Σαββάτου» (Ιωάν. 9, 16) είναι ο ποταπός νομικός μοχλός για να χαλάσουν τα καρδιακά αισθήματα της ευγνωμοσύνης που νιώθει κάποιος από τα τρίσβαθά του, όταν λαμβάνει απρόσμενα τη θεραπεία που δεν θα του έδιναν ούτε όλοι οι κόσμοι. Πάντα η τεχνική της σπίλωσης και της κατηγορίας είναι η ειδικότητα των πνευματικά ανάπηρων: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από τον Θεό».

Κατόπιν, καλούνται να λογοδοτήσουν και οι γονείς του πρώην τυφλού. Αυτοί φοβούνται φανερά την απειλητική εξουσία των θρησκευτικών ηγητόρων και κάνουν πίσω. Αφήνουν τον γιο τους και το υπέρτατο καλό που αυτός ο ίδιος μαρτυρεί στο σώμα του, μόνο και ανυπεράσπιστο. Όλες οι κακόπιστες και οργισμένες ανακρίσεις η μία πίσω από την άλλη, φτιάχνουν το στυγερό απόσπασμα: «Πες μας την αλήθεια μπροστά στον Θεό: εμείς ξέρουμε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός» – «Αν είναι αμαρτωλός, δεν ξέρω. Ένα ξέρω: πως ενώ εγώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω» (Ιωάν. 24–25).

Ναι, βλέπει. Βλέπει πραγματικά. Κι επειδή βλέπει πραγματικά, επειδή δεν βλέπει τις αμαρτίες των άλλων, το ποιος είναι αμαρτωλός ή όχι, επειδή δεν «βλέπει» όπως αυτοί, επειδή δεν εγκαταλείπει την ευγνωμοσύνη για το φθόνο, επειδή δεν παύει τη μαρτυρία της καρδιάς του για την αλήθεια και την αγάπη που δέχθηκε, τελικά, «τον πέταξαν έξω».

Κι όταν «ο Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν έξω, αφού τον βρήκε, του είπε: “Πιστεύεις στον Υιό του Θεού;”. Εκείνος αποκρίθηκε: “Και ποιος είναι Αυτός, Κύριε, για να πιστέψω σ’ Αυτόν;”. “Μα, Τον έχεις κιόλας δει!”, του είπε ο Ιησούς, “Είναι Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου”. Κι εκείνος είπε: “Πιστεύω, Κύριε!”, και Τον προσκύνησε» (Ιωάν. 9, 35–37).

Μόλις κι εμείς «πεταχτούμε έξω», εκεί στο πιο απευκταίο περιθώριο κάθε ατομικού, εγωικού, κοσμικού, ψευδαδελφικού, ψευδοσυγγενικού, ειδωλικού, ιδεοληπτικού και θρησκευτικού συστήματος, μόλις φύγουν από τα χέρια μας όλα τα σάπια δεκανίκια του κόσμου και του νου μας, αυτά που μας χάριζαν ψεύτικες πεποιθήσεις, επίπλαστες δυνάμεις και απατηλές ιδέες, θα έρθει μετά Αυτός. Αυτή είναι η σειρά, αυτή είναι η τάξη που δεν παρασαλεύεται με τίποτα και για κανέναν. Θα έρθει για να μας στηρίξει και να μας ενδυναμώσει. Θα έρθει για να αναπλάσει την εσχατιά μας, αυτή που απέβαλαν όλες οι εξουσίες του ψεύτη και αφώτιστου ντουνιά. Το Φως Του θα είναι για μας η ζωή μας. Και αυτή η πρώην τυφλή και «πεπυρωμένη» ζωή μας, θα μας συντρίψει, θα μας λυγίσει με ακράτητη ευγνωμοσύνη, για να μας κάνει αβίαστα και ελεύθερα τους πιο εγκαρδιωμένους προσκυνητές Του. Προσκυνητές που, μέσα στο γλυκό και ευεργετικό Φως του Προσώπου Του, θα λέμε και θα ξαναλέμε, ακούραστα και αιώνια, σαν τον εκ γενετής τυφλό του Ευαγγελίου: «Ναι, Κύριε, πιστεύω!».

π. Δαμιανός

[Από το ιστολόγιο «Τὸ Εἰλητάριον»·

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...