/*--

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

«Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι…» (Ματθ. 17,4)

Εἰς τὰ ὄρη, ψυχή, ἀρθῶμεν» (Παρακλ., ἦχ. πλ. α΄, ἀναβ.), «ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου» (Ψαλμ. 120,1), ψάλλει ὁ Δαυῒδ καὶ μᾶς καλεῖ ν᾿ ἀνεβοῦμε στὰ ὄρη. Καὶ σήμερα ἑορτάζουν ναοὶ τῆς Μεταμορφώσεως, ποὺ συχνὰ εἶνε κτισμένοι σὲ κορυφές, ὅπως στὸ ἴδιο τὸ Θαβὼρ τῶν Ἁγίων Τόπων καὶ στὸν Ἄθωνα. Οἱ κορυφὲς μὲ τὶς ἐκκλησίες αὐτὲς ὑπενθυμίζουν τὸ μέγα γεγονός, τὴ Μεταμόρφωσι τοῦ Κυρίου. 

Δὲν ἔχουμε, ἀγαπητοί μου, τὴ δύναμι νὰ φθάσουμε στὰ ὕψη τῆς θεωρίας τοῦ Θαβώρ. Ἁπλῶς θὰ ὑπενθυμίσουμε τὰ γεγονότα.  Σαράντα μέρες πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους του ὁ Χριστὸς ἀνῆλθε στὸ Θαβώρ. Τὸ γεγονὸς δηλαδὴ τῆς Μεταμορφώσεως συνέβη σαράντα ἡμέρες πρὸ τῆς Σταυρώσεως. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἑορτὴ αὐτή, βλέπετε, ἑορτάζεται σαράντα μέρες πρὸ μιᾶς ἄλλης ὁμοίας ἑορτῆς, τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ (14 Σεπτεμβρίου). Καὶ γιατί ἔγινε ἡ Μεταμόρφωσις; Ὑπῆρχε λόγος. Ποιός λόγος; 

Ὁ Χριστὸς εἶνε «διπλοῦς τὴν φύσιν» (Παρακλ. ἦχ. πλ. δ΄, δογμ. θεοτ.), Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Καὶ ὡς ἄνθρωπος μὲν εἶνε ὁρατός, τὸν βλέπεις. Ἀλλὰ ὡς Θεὸς ἦταν ἀόρατος. «Οὐδείς… ἰδεῖν δύναται» τὸν Θεόν(Α΄ Τιμ. 6,16). Στὴ γῆ παρουσιάστηκε ὡς ὁ ταπεινότερος ἄνθρωπος. Δὲν δημιουργοῦσε μεγάλη ἐντύπωσι. Φτωχός, ἀκτήμων καὶ ἄστεγος. «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20. Λουκ. 9,58). Βλέποντας ἔτσι τὸ Χριστό, ποιός ποτὲ μποροῦσε νὰ φανταστῇ, ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Θεός; 

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν σήμερα ὁ Χριστὸς ἦρθε καὶ ἔδωσε ἕνα δεῖγμα τῆς θεότητός του, ὅτι εἶνε Θεός. Πῆρε μαζί του τοὺς τρεῖς μαθητάς· τὸν Πέτρο γιὰ τὴν πίστι του, τὸν Ἰάκωβο γιὰ τὴν ἐλπίδα του, καὶ τὸν Ἰωάννη γιὰ τὴν ἀγάπη του. Ἀνέβηκε μαζί τους στὸ ὄρος Θαβώρ. Ἐκεῖ ἐμφανίσθηκαν κοντά του οἱ μεγάλες μορφὲς τῆς παλαιᾶς διαθήκης, ὁ Μωυσῆς ποὺ ἐκπροσωποῦσε τὸ νόμο, καὶ ὁ Ἠλίας ποὺ ἐκπροσωποῦσε τοὺς προφῆτες. Καὶ ἐνῷ συνωμιλοῦσε μαζί τους, ξαφνικὰ «ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17,2). Καὶ τὰ ροῦχα του τὰ πτωχικά, ποὺ εἶχαν ὑφάνει στὸν ἀργαλειὸ τὰ χέρια τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἔλαμψαν «ὡς χιών»(Μᾶρκ. 9,3). Θέαμα μοναδικό, ὑπέροχο, μπροστὰ στὸ ὁποῖο ὠχριᾷ κάθε ἄλλο, καὶ ἥλιος καὶ σελήνη καὶ ἄστρα. 

Τότε ὁ Πέτρος, ἐνθουσιασμένος ἀπὸ τὴ μαγεία αὐτοῦ τοῦ ὁράματος, λέει· «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»· νὰ μείνουμε ἐδῶ, λέει, Κύριε (ἔ.ἀ. 17,4). Δὲν τὸν ἐνδιέφερε πλέον ἡ κοινωνία, ὁ κόσμος, τίποτα. Ἕνα μόνο τὸν ἐνδιέφερε· νὰ εἶνε θεατὴς τῆς μεγάλης αὐτῆς δόξης, τῆς μεγαλοπρεπείας τοῦ Κυρίου. Ἂς μείνουμε ἐδῶ στὴν κορυφή, λέει. Ἂς πνέῃ ἄνεμος, ἂς πέφτουν χιόνια, ἂς κρυώνουμε, ἂς μὴν ἔχουμε κατοικία, ἂς καίῃ ὁ ἥλιος. Ἐμεῖς, ὑπὸ ὁποιεσδήποτε καιρικὲς συνθῆκες, θέλουμε νὰ μείνουμε ἐδῶ, φτάνει νὰ σὲ βλέπουμε. Ὅπως ἡ μάνα –ἂν ἐπιτρέπεται νὰ φέρω κάποιες εἰκόνες– χαίρεται νὰ βλέπῃ τὸ παιδί της κι ὁ ἐρωμένος τὴν ἐρωμένη του –μικρὲς καὶ ἀσήμαντες αὐτὲς οἱ εἰκόνες–, οὕτω πως, λέει ὁ Πέτρος, θέλουμε, Κύριε, ν᾿ ἀπολαμβάνουμε τὸ θέαμα τῆς θεϊκῆς μορφῆς σου! 

Κ᾿ ἐνῷ ἔλεγε αὐτά, «νεφέλη φωτεινὴ» τοὺς σκέπασε, καὶ «ἐκ τῆς νεφέλης» ἀκούστηκε ἡ φωνὴ ἐκείνη ποὺ ἄλλοτε ἀκούστηκε στὸν Ἰορδάνη· «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε»(ἔ.ἀ. 17,5). Αὐτὸ εἶνε ἐν συντομίᾳ τὸ ἱστορικὸ τῆς σημερινῆς ἡμέρας. Ἕνας ἔξοχος ῥήτορας τοῦ 19ου αἰῶνος ἐφιστᾷ τὴν προσοχή μας στὸ λόγο τοῦ Πέτρου «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»· ὅτι καλὰ εἶνε νὰ μείνουμε στὸ Θαβώρ, γιὰ ν᾿ ἀπολαμβάνουμε τὴ θεία δόξα. Ἀλλὰ σήμερα, γιὰ μᾶς ἐδῶ στὸν κόσμο, ποῦ εἶνε τὸ Θαβώρ; 

Τὸ Θαβὼρ δὲν εἶνε μόνο στοὺς Ἁγίους Τόπους· οὔτε εἶνε μόνο στὴν ἔρημο. Μποροῦμε κ᾿ ἐμεῖς νὰ βρεθοῦμε στὸ Θαβώρ. Πῶς; Ὅταν προσεύχεσαι μὲ ἱερὴ κατάνυξι, ὅταν ἀνοίγῃς τὴν ἁγία Γραφὴ καὶ διαβάζῃς τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ μὲ δάκρυα, ὅταν ἔρχεσαι στὴν ἐκκλησία καὶ στέκεσαι μὲ εὐλάβεια, ὅταν μετέχῃς εἰλικρινὰ στὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, ὅταν πρὸ παντὸς ἀξιώνεσαι νὰ κοινωνήσῃς τῶν ἀχράντων μυστηρίων, τότε ἡ καρδιά σου ἔχει νηπτικὴ θεωρία. Θαβώρ· «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν συμβαίνει αὐτό. Ἔχουν κάνει οἱ ἄνθρωποι τὴν καρδιά τους Θαβώρ, ὅπου φανερώνεται ὁ Χριστός;

Ἡ πλειονότης τῶν ἀνθρώπων εἶνε μακριὰ ἀπὸ τὸ Θαβώρ. Ἀντὶ αὐτοῦ συμβαίνει κάτι ἄλλο. Τὸν πόθο τοῦ Θαβὼρ τὸν ἔκλεψε ὁ κόσμος. Ἀντὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ λένε γιὰ τὸ Θαβὼρ «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι», ἀκούγεται μία ἄλλη φωνή, φωνὴ τοῦ σατανᾶ, ποὺ λέει γιὰ τὸν παρόντα ψεύτικο κόσμο· «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Ὁ σατανᾶς σφυρίζει στ᾿ αὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων· «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»· καλὰ εἴμαστε αὐτοῦ ποὺ βρισκόμαστε. Τί ἔρχεσαι ἐσὺ ὁ ἱεροκήρυκας καὶ μᾶς ἐνοχλεῖς λέγοντας, ὅτι πέρα ἀπὸ τὶς ἐπίγειες χαρὲς καὶ διασκεδάσεις ὑπάρχουν καὶ κάτι ὑπερφυσικὰ καὶ αἰώνια πράγματα; τί μᾶς ταράζεις;… Καὶ πράγματι, ὅλοι σ᾿ αὐτὰ εἶνε προσκολλημένοι. Θέλετε ἀποδείξεις; 

⃝ Στὶς πόλεις, σὰν μανιτάρια πάνω στὴν κοπριά, ἔχουν φυτρώσει χιλιάδες νυκτερινὰ κέντρα. Εἶδα μάνα ἔξω ἀπὸ κέντρο ποὺ παρακαλοῦσε τὸ γυιό της νὰ βγῇ ἀπὸ ᾿κεῖ. Τίποτε αὐτός. Γιὰ μιὰ στιγμὴ βγαίνει ἀγριεμένος· 

–Τί θέ᾿ς, μωρή; Ἐγὼ ἐδῶ θὰ μείνω, ἐδῶ μ᾿ ἀρέσει… 

Ἀντεστράφη τὸ «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Καλὸ θεωροῦν νὰ μένουν στὰ κέντρα καὶ στὴ διαφθορὰ καὶ στὰ ναρκωτικὰ ὣς τὶς πρωινὲς ὧρες, καὶ νὰ βγαίνουν ἀπὸ ᾿κεῖ ἐρείπια. 

 Σὲ ἄλλους ἀρέσει νὰ μένουν στὶς χαρτοπαικτικὲς λέσχες. Παίζουν ὧρες ὁλόκληρες ἐκεῖ. Ὅ,τι νὰ τοὺς πῇς, δὲν βγαίνουν. Τοὺς ἀρέσει!  Βλέπεις τὸν ἄλλο, ποὺ ἐγκατέλειψε τὸ σπίτι του καὶ ζῇ παρανόμως. Ἂς κλαῖνε ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του· αὐτὸς δὲν ἀκούει. «Καλόν ἐστι», λέει, νὰ βρίσκωμαι στὴν ἀγκάλη τῆς πόρνης… Ποῦ τὸν ξεκολλᾷς ἀπὸ ᾿κεῖ!  Δὲς καὶ τὸν ἄλλο ποὺ ἀγαπᾷ τὸ χρῆμα. Σηκώνεται τὴ νύχτα καὶ μετρᾷ τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα. Ἔχει ἔρωτα μὲ τὸν χρυσό. Ἀμφιβάλλω μέσ᾿ στοὺς χίλιους Χριστιανοὺς ἂν ἕνας ἀποσπᾶται ἀπὸ τὰ χρηματιστήρια ἢ τὸ χαρτοπαίγνιο ἢ τὰ ναρκωτικά, ἀπὸ τὴν ἀγκάλη τῆς πόρνης ἢ τοῦ πόρνου ἢ τῆς μοιχαλίδας, ἢ ἀπὸ ἄλλες ἐπίγειες ἀπολαύσεις. 

Ἕνας - δύο μέσ᾿ στὶς πολλὲς χιλιάδες νὰ ἔχουν τὸ ζῆλο ποὺ εἶχε ὁ Πέτρος καὶ νὰ λένε «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» – φτάνει, Κύριε, νὰ σὲ βλέπω, νὰ σὲ κοιτάζω, νὰ σὲ ἀπολαμβάνω, νὰ σὲ ἀκούω, νὰ κοινωνῶ τῶν ἀχράντων μυστηρίων σου! Αὐτοὶ εἶνε ἐλάχιστες ψυχές.  Γιὰ νὰ αἰσθανθοῦμε, ἀδελφοί μου, τὸ Θαβὼρ στὴ δόξα του, γιὰ ν᾿ ἀπολαύσουμε τὶς ἡδονὲς τῆς θαβωρίου θεωρίας, εἶνε ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἕνας πνευματικὸς σεισμὸς στὴν καρδιά μας καὶ νὰ λάμψῃ μέσα της τὸ φῶς τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ παρακαλεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. 

Κάποιος στὴ Φλώρινα ἦταν ἄπιστος. Εἶχε διαβάσει Νίτσε καὶ Σοπενχάουερ. Ἂν καὶ δὲν πῆγε σὲ πανεπιστήμιο, ἦταν εὐφυέστατος καὶ λόγιος. Ἀλλὰ μιὰ νύχτα μὲ χιόνι, ψηλὰ στὴν Κλαδορράχη, βρέθηκε σὲ κοπάδι λύκων ποὺ ὥρμησαν νὰ τὸν φᾶνε. Γιὰ νὰ σωθῇ, τρέχει καὶ σὰν τὸ γατὶ σκαρφαλώνει σ᾿ ἕνα δέντρο. Ἀπὸ κάτω οἱ λύκοι οὔρλιαζαν· μόνο ὅταν βγῆκε ὁ ἥλιος ἔφυγαν. Τότε ἔγινε μέσα του ἡ ἀλλαγή. Ἀνέβηκε στὸ δέντρο ἄπιστος, ἀλλὰ κατέβηκε πιστός! Ἀπὸ τότε πλέον πίστευσε. Συνέθεσε δὲ καὶ μιὰ δική του προσευχὴ ποὺ θυμίζει Θαβώρ, στὴν ὁποία ἔψαλλε· 

«…Μιὰ ἀκτίνα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα σου στεῖλε καὶ φώτισέ με…». 

Ὀνομάζεται Ἠλίας Δάντης, καὶ φροντίσαμε γιὰ τὴν περίθαλψί του στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐμεῖς δυστυχῶς δὲν αἰσθανόμαστε τίποτα. Δὲν μᾶς θέλγει ἡ θαβώριος δόξα.

 Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεό, νὰ ἔρθῃ μιὰ ἀκτῖνα ἀπὸ τὸ Θαβώριο φῶς νὰ μᾶς φωτίσῃ, ν᾿ ἀντιληφθοῦμε ποιός εἶνε ὁ προορισμός μας, νὰ ξεκολλήσουμε ἀπὸ τὰ μάταια, καὶ νὰ ζήσουμε μιὰ ἀνώτερη πνευματικὴ ζωή. Τότε ἡ ὕπαρξί μας θὰ ὑποστῇ ἀλλοίωσιν, θὰ μεταμορφωθῇ. Ὁ Χριστός, ποὺ μεταβάλλει τὸ μεταξοσκώληκα σὲ ὡραία πεταλούδα, μπορεῖ νὰ κάνῃ καὶ στὴν ψυχή μας τὴν ὡραιότερη μεταμόρφωσι. Καὶ ἡ ὡραιότερη μεταμόρφωσι εἶνε ν᾿ ἀφήσουμε τὴν ἁμαρτία, νὰ σπάσουμε τὰ δεσμά της καὶ νὰ ὑψωθοῦμε. «Εἰς τὰ ὄρη, ψυχή, ἀρθῶμεν», «ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου· …παρὰ Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν»(Ψαλμ. 120,1-2)· ἀμήν. 

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

πηγή : 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...