/*--

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ, Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΥ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ

ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΑΣΑΦΕΙΣ εἶναι οἱ εἰδήσεις ἀπὸ τὴ γραπτὴ παράδοση γιὰ τὸν βίο τοῦ ἁγίου Φανουρίου, ὅπως ἄλλωστε δηλώνει καὶ τὸ συναξάρι του. Σὲ πλήρη συμφωνία μὲ τὸ ὄνομά του, ὁ ἅγιος Φανούριος φανερώθηκε ξαφνικὰ μετὰ τὸ 1350 στὴ Ρόδο, μιὰν 27η Αὐγούστου, ὁπότε καὶ γιορτάζεται ἔκτοτε. Πιὸ συγκεκριμένα, τὴν ἡμέρα ἐκείνη βρέθηκε τυχαῖα ἡ εἰκόνα τοῦ τότε παντελῶς ἄγνωστου ἁγίου στὰ ἐρείπια μιᾶς ἐκκλησίας. καθὼς ἐπισκεύαζαν οἱ Τοῦρκοι τείχη τῆς πολιτείας, 

Οἱ ἐργάτες βρῆκαν στὰ χαλάσματα μιὰ παλαιὰ ἐκκλησία μὲ φθαρμένες εἰκόνες. Μεταξὺ αὐτῶν βρέθηκε καὶ μιὰ στὴν ὁποία ὁ μητροπολίτης τοῦ νησιοῦ Νεῖλος (1355-1369) διάβασε τὴν ἐπιγραφὴ «Ἅγιος Φανούριος». Ἂν καὶ ὁ ἅγιος αὐτὸς ἦταν ἄγνωστος, ὁ δεσπότης ἀνακαίνισε τὴν ἐρειπωμένη ἐκκλησία καὶ καθιέρωσε γιορτὴ τὴν ἡμέρα εὕρεσης τῆς εἰκόνας. Ἔτσι ἀπέβη ἡ Ρόδος κέντρο τῆς λατρείας τοῦ ἁγίου Φανουρίου, ὅπου ἀναφέρονται πολλὰ θαύματά του. 

Γρήγορα ἡ λατρεία του ἁπλώθηκε στὰ Δωδεκάνησα, τὴν Κρήτη, τὴν Κύπρο, τὴ Χίο, τὴ Λέσβο κι ἔπειτα καὶ στὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα, σὲ βαθμὸ ποὺ ὁ ἅγιος Φανούριος νὰ εἶναι σήμερα ἕνας ἀπὸ τοὺς λαοφιλέστερος ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅσον ἀφορᾶ εἰδικότερα τὴ λατρεία τοῦ ἁγίου στὴν Κρήτη, ὅπου ἐμφανίζεται ἰδιαίτερα ἔντονη, ἡ πρώτη μαρτυρία της στὸ νησὶ ἐντοπίζεται μὲ τὴν προσθήκη τὸ 1426 ἐγκάρσιου κλίτους στὴ Μονὴ Βαλσαμονέρου (νῦν Βροντησίου), στὸν νομὸ Ἡρακλείου, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Φανούριο καὶ στὸ ὁποῖο σώζονται μάλιστα δύο εἰκόνες τοῦ ἁγίου φιλοτεχνημένες ἀπὸ τὸν σπουδαῖο εἰκονογράφο Ἄγγελο (α´ μισὸ τοῦ 15ου αἰ.). 

Προστάτης τῶν ποιμνίων 
Ὁ ἅγιος Φανούριος διὰ χειρὸς Ἀγγέλου (περ. 1600), ναὸς Μεγάλης Παναγιᾶς, Χώρα Πάτμου.

Τὸν ἅγιο Φανούριο τὸν ἔκανε δημοφιλέστατο ἡ παρήχηση τοῦ ὀνόματός του πρὸς τὸ ρῆμα φαίνω, φανερώνω, δηλαδὴ ἀποκαλύπτω, παρουσιάζω κάτι. Ἔτσι, σὲ ἀντίθεση ἀντιφατικὰ πρὸς τὴν ἀφάνεια καὶ τὴν ἀνωνυμία του, ἔχει τὴ δύναμη ὅλα νὰ τὰ φανερώνει καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, τὰ χαμένα ἀντικείμενα, μὲ τὴν ἐπίκληση, «Ἅγιε Φανούριε, φανέρωσέ μου». Αὐτὴ ἡ ἰδιότητα τοῦ ἁγίου ἐπεκτάθηκε, πρὸ παντὸς στὴν Κρήτη, στὴν ἀνεύρεση κλεμμένων ζώων, κυρίως αἱγοπροβάτων, καὶ στὴν κατ’ ἀκολουθίαν ἀποκάλυψη τοῦ ζωοκλέφτη. Γι’ αὐτὸ ἔφερναν παλαιότερα, μερικὲς φορὲς ἀκόμα καὶ σήμερα, τοὺς ὕποπτους ζωοκλοπῆς νὰ ὁρκιστοῦν γιὰ τὴν ἀθωότητά τους μπροστὰ σὲ ἕνα εἰκόνισμα τοῦ ἁγίου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο «ξεμαρτυροῦνται» οἱ ὕποπτοι, πάει νὰ πεῖ, φανερώνουν τὴν ἀλήθεια. 

Ἐξάλλου ὁ ἅγιος φανερώνει καὶ τὴν τύχη. αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ στὴν πίστη τοῦ λαοῦ ἐπέχει θέση ἁγίου μάντη. Ἐπίσης, σὲ μερικὰ μέρη, ὅπως στὴν Κρήτη, θεωρεῖται ὡς ἰατὴρ ἅγιος διαφόρων νοσημάτων, κυρίως τοῦ πονοκεφάλου. Ἐπειδὴ ὁ ἅγιος Φανούριος συνδέθηκε μὲ τὴ φανέρωση τῶν ζωοκλεφτῶν, οἱ βοσκοὶ στὴν Κρήτη τὸν θεωροῦν προστάτη τους καί, ὡς ποιμένα, φύλακα τῶν ποιμνίων. Ἴσως, λοιπόν, δὲν εἶναι διόλου συμπτωματικὸ ποὺ τὴν ἴδια μέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Φανουρίου τὸ ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μᾶς μνημονεύει καὶ τὸν αἰγύπτιο ὅσιο Ποιμένα, σὰν νὰ ἤθελε νὰ δηλωθεῖ μὲ αὐτὸ ὅτι μὲ τὸν άγιο Φανούριο φανερώθηκε κάποιος πνευματικὸς ποιμένας. 

Ἐννοεῖται ὅτι τὸ αἴτημα πρὸς τὸν ἅγιο Φανούριο γιὰ τὴν εὕρεση χαμένων ἢ κλεμμένων πραγμάτων συνοδεύεται ἀπὸ διάφορα τάματα, ἀνάλογα μὲ τὴν οἰκονομικὴ κατάσταση καὶ τὴν ψυχοσύνθεση τοῦ αἰτοῦντος. Μὲ τὰ χρόνια ὅμως, ὡς τάμα ἔχει ἐπικρατήσει σχεδὸν ἀποκλειστικὰ τὸ ψήσιμο τῆς πίτας, τῆς πασίγνωστης «φανουρόπιτας», ἅπαξ ἢ τρία σάββατα. Ἀνεξάρτητα πάντως ἀπὸ τὸ ὁποιοδήποτε τάμα, εἴθισται οἱ νοικοκυρὲς νὰ ζυμώνουν τὴ μέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου τὴ φανουρόπιτα καὶ νὰ τὴ μοιράζουν στοὺς φίλους, τοὺς γείτονες καὶ τοὺς περαστικοὺς μὲ τὴν εὐχή: «Ὁ Θεὸς σ’χωρέσ’ τὴ μάνα τοῦ ἁγίου Φανουρίου». καὶ τοῦτο ἐπειδὴ ἡ λαϊκὴ φαντασία ἐπινόησε γιὰ τὴν ἄγνωστη βιογραφία τοῦ ἁγίου τὸ στοιχεῖο ὅτι ἡ μητέρα του ἦταν ἁμαρτωλὴ κι αὐτὸς πιθανότατα νόθος. 

Ἡ παράδοση μάλιστα τὴ θέλει τόσο σκληρὴ καὶ ἄπονη στοὺς φτωχούς, ὥστε δὲν μετάνιωσε γι’ αὐτὸ οὔτε καὶ στὴν κόλαση, παρ’ ὅλο ποὺ ὁ γιός της προσπάθησε νὰ τὴ σώσει, γιατὶ δὲν τὴν ἄφησε ἡ κακία της. σύμφωνα μὲ ἄλλες παραδόσεις, ἡ φανουρόπιτα γίνεται καὶ γιὰ τὴ συγχώρεση τῆς ἀδελφῆς καὶ τοῦ ἀναδόχου τοῦ ἁγίου. Στὴν Κρήτη τὴ φανουρόπιτα τὴν ψήνουν καὶ οἱ ἀνύπαντρες, γιὰ νὰ τοὺς φανερώσει ἢ νὰ τοὺς φέρει ὁ ἅγιος ἕναν καλὸ γαμπρό. 

Ἡ φανουρόπιτα παρασκευάζεται μὲ ἐννιὰ λογιῶν ὑλικά: ἀλεύρι, νερό, ζάχαρη, καρύδια, κανελογαρύφαλλα, λάδι, ξύσματα πορτοκαλόφλουδας, σταφίδες καὶ ἁλάτι. Ἐπειδὴ ὁ ἅγιος Φανούριος φανερώνει τὰ χαμένα ἀντικείμενα, παριστάνεται πάνοτε κρατώντας ἕνα κερὶ ἀναμμένο. Σύμφωνα μὲ τὸ συναξάρι του, στὴν ἀρχετυπικὴ εἰκόνα του ἡ μορφή του πλαισιωνόταν ἀπὸ δώδεκα σκηνὲς τοῦ μαρτυρίου του. 

Ὁ εἰκονογραφικὸς τύπος 
῾Η κεφαλὴ τοῦ ἁγίου Φανουρίου (λεπτομέρεια τῆς παραπάνω εἰκόνας).

Οἱ εἰκόνες τοῦ ἁγίου Φανουρίου κατέχουν ἐξέχουσα θέση μέσα στὴ δημιουργία τοῦ Ἀγγέλου (α΄μισό 15ου αιών.), ἀφοῦ ἀπὸ τὸ ἐξαιρετικὰ ὀλιγάριθμο ἔργο τοῦ μεγάλου εἰκονογράφου μᾶς εἶναι γνωστές, μέχρι σήμερα, ἑπτὰ εἰκόνες τοῦ ἁγίου. Ἔτσι μπορεῖ νὰ λεχθεῖ πὼς ὁ ἅγιος Φανούριος ἀποτέλεσε τὸ προσφιλέστερο εἰκονογραφικὸ θέμα τοῦ Ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ συνέβαλε καθοριστικὰ στὴ διαμόρφωση τῆς εἰκονογραφίας τοῦ ἁγίου. Στὶς εἰκόνες τοῦ Ἀγγέλου ὁ ἅγιος Φανούριος εἰκονίζεται μὲ ὅλα τὰ ἀναγνωριστικὰ ἔκτοτε στοιχεῖα του, ποὺ εἶναι: τὸ νεανικὸ πρόσωπο, ἡ στρατιωτικὴ ἔνδυση (θώρακας μὲ διακοσμητικὲς χρυσογραφίες, ἁλυσιδωτὸς χιτώνας μὲ μακριὰ μανίκια, ψηλὲς κάλτσες-«δρομίδες» καὶ περικνημίδες, λόγχη κι ἀσπίδα), ἡ κόμμωση μὲ τοὺς μικροὺς βοστρύχους νὰ πέφτουν πίσω ἀπὸ τ’ ἀφτιά του, καὶ κυρίως ὁ χαρακτηριστικὸς σταυρός, μὲ τὸ ἀναμμένο κερὶ στερεωμένο πάνω του. 

Ἐντύπωση προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ κοινὰ σημεῖα ἀνάμεσα στὴν ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Φανουρίου καὶ ἐκείνη τοῦ ἁγίου Γεωργίου, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ εἰκονογραφικὲς παραλλαγὲς τοῦ ἴδιου θέματος ἀποδιδόμενες κάθε φορὰ στὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον ἅγιο. Μάλιστα σὲ μιὰ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Φανουρίου ποὺ φυλάσσεται στὸν ναὸ τῆς Μεγάλης Παναγιᾶς στὴ Χώρα τῆς Πάτμου, ὁ Ἄγγελος εἰκονίζει τὸν ἅγιο ὄρθιο, ὁλόσωμο ὅπως πάντοτε, σὲ στροφὴ τριῶν τετάρτων, νὰ πατάει ὅμως τὸν δράκοντα, ὅπως ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ δρακοντοκτόνος. Καθὼς ὁ ἅγιος Φανούριος ἄρχισε νὰ λατρεύεται στὴν Κρήτη μόλις στὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 15ου αἰώνα, ὁπότε δημιούργησε καὶ ἔδρασε καλλιτεχνικὰ καὶ ὁ Ἄγγελος στὴ νῆσο, 

Μποροῦμε ἴσως νὰ ὑποθέσουμε μιὰ ἀλληλοσυνάρτηση τῆς λατρείας τοῦ ἁγίου καὶ τῆς δράσης τοῦ εἰκονογράφου. Ἐκεῖνο πάντως ποὺ μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε σχεδὸν μετὰ βεβαιότητος εἶναι ὅτι ὁ Ἄγγελος πρέπει νὰ καθιέρωσε τὸν εἰκονογραφικὸ τύπο τοῦ ἁγίου συνεργαζόμενος μὲ τὸν Ἰωνᾶ Παλαμᾶ, ἡγούμενο τῆς Μονῆς Βαλσαμονέρου καὶ κτήτορα τοῦ κλίτους τοῦ Ἁγίου Φανουρίου στὴν ἐν λόγω μονή. 

* Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε στὸ ἔνθετο «Ἑπτὰ ἡμέρες» τῆς κυριακάτικης ἔκδοσης τῆς Καθημερινῆς (5/8/2001) τὸ ἀφιερωμένο στὸν Αὔγουστο, σσ. 32-33. 
              
Ἐσωτερικὴ ἄποψη τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Φανουρίου, καθολικοῦ τῆς Μονῆς Βαλσαμονέρου (Νομὸς Ἡρακλείου) [πηγή: Nίκος Ψιλάκης, Μοναστήρια καὶ ἐρημητήρια τῆς Κρήτης, τόμ. α´].

πηγήhttp://www.piombinos.com

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...