/*--

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Ὁ παλιός, ὁ λησμονημένος δάσκαλος

«Τότε θὰ τραγουδήσουν οἱ κύκνοι, ὅταν σιωπήσουν οἱ κόρακες». 
Πίνδαρος 

Ἀποχωροῦν κάποιοι παλιοὶ δάσκαλοι – πρωτο­βάθμιας ἢ δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης, δὲν ἔχει σημασία – καὶ ὀρθῶς διοργανώνονται τιμητικὲς ἐκδηλώσεις, γιὰ νὰ βραβευτοῦν κυρίως τὸ ἦθος καὶ ἡ συνέπειά τους. Ἀνήκουν στὴν γενιὰ ἐκείνων τῶν δασκά­λων ποὺ ἔζησαν τὴν ἑξαήμερη διδασκαλία, τὴν ἀπογευ­ματινὴ βάρδια, τὸ ὑποχρεωτικὸ κουστούμι, τὸν ἐκκλη­σιασμό, τὸν αὐστηρὸ ἔλεγχο ἑνὸς συνήθως βλοσυροῦ ἐπιθεωρητῆ, τὴν  α ὐ τ α ρ χ ι κ ό τ η τ α  τῶν προϊσταμέ­νων. 

Οἱ παλιοὶ δάσκαλοι, συντα­ξιοῦχοι πιά, κρα­τοῦσαν στὸ ἕνα χέρι τὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὸ ἄλλο τὸν Ὅμηρο, μιλοῦσαν στοὺς μαθητές τους γιὰ γλῶσσα, πατρίδα καὶ πίστη, ἔβλεπαν τὸν ἑαυτὸ τους θεματοφύλα­ κα τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης, ἀπὸ τὸν τρωικὸ πόλε­μο καὶ τὸν Νικη­φόρο Φωκὰ ἕως τὸν Καραϊσκάκη. Ὁ δάσκαλος αὐτὸς δὲν γνώριζε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὸ τί γινότανε ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα τοῦ Ἔθνους, οὔτε ξένες γλῶσσες καὶ ὑπολογιστές, κατεῖχε ὅμως τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ καὶ τὴν ἐθνική μας ἱστορία καὶ μετέδιδε τὴ φλόγα τῆς ψυχῆς του, πολλὲς φορὲς μὲ πολλὴ ρητορική, ἀλλὰ πάντοτε μὲ ἐντιμότητα, φιλότιμο καὶ εὐθύνη. 

Τὸν τύπο αὐτὸ τοῦ Ἕλληνα λογίου καὶ δασκάλου, τὸν εἰρωνεύτηκε, τὸν πολέμησε καὶ τὸν κλόνισε στὴν ψυχὴ τοῦ Ἔθνους ἡ λεγόμενη προοδευτικὴ διανόησις. Μὲ τὶς ἀπανωτὲς ἐκπαιδευτικὲς μεταρρυθμίσεις, ἀναπτερώσεις, ἀναγεννήσεις, ὁ παλιὸς ἐκεῖνος δάσκαλος, ἔφυγε λοι­δωρημένος καὶ συκοφαντημένος, γιατὶ δῆθεν ἐκπροσω­ποῦσε τὸ πνεῦμα μιᾶς συντηρητικῆς ἐποχῆς. Ἔφυγε καὶ στὴ θέση του ξεφύτρωσε ἕνας νέου τύπου δασκάλος. Ὁ νέος κοπῆς δάσκαλος ἀπολαμβάνει πρωτοφανῆ προνό­μια καὶ εὐκολύνσεις. Διδάσκει 15 ἕως 20 ὧρες τὴν ἑβδο­μάδα. Ἂν θέλει μπορεῖ καὶ νὰ μὴν διδάσκει. Καὶ πάλι δάσκαλος καὶ καθηγητὴς λέγεται. 

Δὲν ἐλέγχεται ἀπὸ κα­νέναν, γιατὶ ἔτσι θὰ παραβιαστοῦν τὰ κεκτημένα του. Τὸν μπουκώνουν μὲ νέες ἐκπαιδευτικὲς μεθόδους, τοῦ φορ­τώνουν καινούργια ἀναλυτικὰ προγράμματα, τοῦ ἀλλά­ζουν βιβλία καὶ στὸ τέλος τὰ βαριέται ὅλα, βαριέται καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ νὰ γλιτώσει γίνεται συνδικαλιστής. Καὶ πάλι δάσκαλος λέγεται. 

Ὁ παλιὸς δάσκαλος ἔπρεπε νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ μία δύσκαμπτη γλῶσσα (καθαρεύ­ουσα), νὰ διδάσκει «Ἀναγνωστικά», στὰ ὁποῖα ἔλαμπαν κείμενα λογοτεχνῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσώπευαν ὅ,τι ἐκλεκτότερο εἶχε νὰ παρουσιάσει ἡ πνευματικὴ φύτρα τοῦ ἔθνους. Πέρα­σαν ἀπὸ τὰ σχο­λεῖα κλασσικοὶ φιλόλογοι, διαμά­ντια καὶ κοσμήμα­τα τῆς ἐκπαίδευ­σης, ποὺ ἔπιαναν τὰ ἀρχαῖα κείμενα καὶ τὰ ἀρωμάτιζαν μὲ τὸ ταλέντο καὶ τὴ γνώση τους. Ἄσπριζαν τὰ μαλ­λιὰ τῶν παλιῶν δασκάλων μέσα στὴν τάξη, μετάγ­γιζαν τὴν πολύτι­μη ἐμπειρία τους στοὺς νεότερους. Ὅσο βαστοῦσε ὁ τύπος τοῦ παλιοῦ δασκάλου ἔβγαιναν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο βιβλία γιὰ τὴ γραμματεία καὶ τὴν ἱστορία τοῦ Γένους. 

Τώρα οἱ νέοι δά­σκαλοι, μὲ μεταπτυχιακὰ καὶ διδακτορικά, μὲ σπουδὲς στὸ ἐξωτερικό, γράφουν καὶ συρράφουν σωρὸ τὶς πραγματεῖες γιὰ ψυχολογίες νηπίου, παιδιοῦ, ἐφήβου, γιὰ διδακτικὲς μεθόδους· βρίθει ἡ ἀγορὰ ἀπὸ βοηθήμα­τα, παραβοηθήματα καὶ λοιπὲς βαθυστόχαστες κοτσά­νες, γιὰ κάθε εἴδους μάθημα. Γράφουν κι ἂς μὴν ἔχουν πατήσει πολλὲς φορὲς τὸ ποδάρι τους στὴν τάξη. Καὶ πάλι δάσκαλοι λέγονται. 

Ὁ νέος δάσκαλος διδάσκει «βι­βλία γλώσσας», ποὺ περιέχουν κείμενα ἀναιμικά, ἄνυ­δρα, ἀνόητα ποὺ θὰ ἔκαναν τοὺς παλαιοὺς δασκάλους νὰ ντρέπονται, γιατὶ αὐτοὶ ἤξεραν τί εἶναι ἡ πνευματικὴ ἐντιμότητα. Οἱ παλαιοὶ δάσκαλοι «συνομιλοῦσαν» μὲ τὸν Σολωμό, τὸν Παλαμᾶ, τὸν Ὅμηρο, τὸν Μέγα Βασί­λειο, καμάρωναν γιὰ τὴν προίκα τῶν προγόνων τους. Μὲ τέτοια τιμαλφῆ κείμενα φεγγοβολοῦσε ἡ τάξη καὶ γινόταν «ὁ δάσκαλος ποιητὴς καὶ τὰ βιβλία νὰ εἶναι σὰν κρίνα» (Παλαμᾶς).

 Ὁ νέος δάσκαλος, «χωρὶς περίσκε­ψιν, χωρὶς λύπην, χωρὶς αἰδῶ» διδάσκει ὁ ταλαίπωρος, συνταγὲς μαγειρικῆς. Καὶ κάθεται καὶ ἀπελπίζεται καὶ μουρμουρίζει κάτι γιὰ «μακαρόνια μὲ κιμά» καὶ ἀναλύει, ὄχι τὰ ἐξαίσια τοῦ Σολωμοῦ, ἀλλὰ «ὁδηγίες χρήσης καφετιέρας». Ἀνέχεται, ὑπομένει «ἀγογγύστως» ὁ νέος δάσκαλος, νὰ διδάσκει τέτοιες τιποτένιες, ψυχοφθόρες «γρατσουνιές», νὰ μεταβάλλει τὴν αἴθουσα σὲ καπηλειό, σὲ κουζίνα ἑστιατορίου. Θίγεται ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ νοημο­σύνη τοῦ νέου δασκάλου, τὸν ἰδεοπειθαναγκάζουν νὰ σκέφτεται μέτρια καὶ νὰ «παιδαγωγεῖ» μὲ νερόβραστες κειμενόφουσκες, ποὺ συνιστοῦν ἀπροκάλυπτα προ­παιδεία καταναλωτισμοῦ καὶ ἀποχαύνωσης, καὶ τίποτε δὲν κάνει. Φοβᾶται τὶς συνέπειες.

 Ὁ νέος δάσκαλος, ἔγι­νε «ἐμψυχωτής», διασκεδάζει τοὺς μαθητές, παίζει τὸν ἴδιο ρόλο ποὺ ἔχει ἡ τηλεόραση στὴ μέση του σαλονιοῦ, μιὰ ἀέναη παρέλα­ση εἰκόνων ἀπὸ τὶς ὁποῖες δὲ βγαίνει κανένα νόημα. Καὶ ἀντὶ «νὰ τὸν πιάσει τὸ ἑλληνικό του» (Μυριβήλης) «τζα­λαπατώντας» τὴν βλακεία, κάθεται καὶ αὐτοεξευτελίζε­ται καὶ καταπίνει τὴν προσβολή. Καὶ ἀνέχεται νὰ τὸν προσφωνοῦν δάσκαλο. 

Οἱ παλιοὶ δάσκαλοι στηριγμένοι στὰ ἑλληνικὰ κεί­μενα, κείμενα γεμάτα δροσιὰ καὶ εὐφυΐα, γινωμένα ἀπὸ μάστορες τοῦ λόγου, προσπαθοῦσαν νὰ μάθουν στὰ ἑλληνάκια ὅτι ἐλευθερία σημαίνει χρέος, εὐθύνη καὶ θυ­σία. Μιλοῦσαν γιὰ πρόοδο, γιατὶ ἤξεραν ὅτι αὐτὴ καρ­ποφορεῖ μόνο ὅταν τρέφεται μὲ τὸ λίπασμα τῆς παράδο­σης. Ἦταν κακοπληρωμένος ὁ παλιὸς δάσκαλος, καὶ δὲν βαρυγκομοῦσε, τὸν φτέρωνε τὸ αἴσθημα τοῦ χρέους καὶ ὄχι ἡ λογικὴ τῆς τσέπης. Οἱ παλιοὶ δάσκαλοι, ὅταν περ­ νοῦσαν ἀπὸ τὰ μαγαζιά, ἔβγαιναν ἔξω οἱ ἄνθρωποι καὶ τοὺς χαιρετοῦσαν μὲ σεβασμό: «Καλησπέρα δάσκαλε» καὶ οἱ γονιοί μας τὸ ἴδιο, ὅταν κάθονταν τὰ καλοκαιρινὰ βραδάκια στὰ στέκια τῆς πλατείας, σηκώνονταν καὶ τοὺς προσκαλοῦσαν μὲ χαρά: « Ἔλα δάσκαλε, νὰ πάρεις κάτι μαζί μας». 

Καὶ τώρα, τὸν νέο δάσκαλο, τὸν λένε μίζερο καὶ πενταροκυνηγό. Δὲν τὸν σέβονται, τὸν λένε δημόσιο ὑπάλληλο, γιατὶ δέχεται γονατισμένος ὅλες τὶς ταπει­νώσεις καὶ ξέρει μόνο νὰ ἔχει διεκδικήσεις καὶ νὰ πο­λιτικολογεῖ. Ὁ νέος δάσκαλος, ἀντὶ νὰ γεμίζει τὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν του μὲ φιλοπατρία καὶ Χριστό, πρωτοπο­ρεῖ στὴν κατεδάφιση τῶν ἀξιῶν. Τὸν ἐνοχλεῖ ἡ πρωινὴ προσευχή – τὴν βαριέται. Πρωτοστατεῖ στὸν «ἱερό» ἀγῶνα νὰ καταργηθοῦν οἱ παρελάσεις. Ἔγινε φίλος μὲ τοὺς μαθητὲς – γιὰ νὰ κρύψει, πολλὲς φορές, τὴν ἀσχε­τοσύνη του. Κατακρεουργεῖ τὴν γλῶσσα – τὴν ἀγνοεῖ καὶ γιατὶ ἔτσι νομίζει πὼς εἶναι δημοκρατικός. Διαπλη­κτίζεται μὲ καδρόνια στὶς ἀστεῖες ἀπεργίες τῶν 10 εὐρώ. Ξέπεσε ἀπὸ τὸ βάθρο τοῦ δασκάλου καὶ νομίζει ὁ καη­ μένος πὼς εἶναι ἀκόμη δάσκαλος. 

Ποῦ εἶναι ὁ παλιὸς ὁ δάσκαλος νὰ βροντοφωνά­ξει «δὲν θέλω γῶ καινούργια, ξένα δῶρα, παλιά, δικά μου πλούτη σοῦ ζητῶ». Ποῦ εἶναι ὁ παλιός, ὁ λησμονη­μένος δάσκαλος, γιὰ νὰ ἀνασύρει ἀπὸ τὴ σκονισμένη βιβλιοθήκη τὰ «Πα­τερικὰ Κείμενα» καὶ νὰ διαβάσει, στοὺς νέους δασκάλους, τὴν παραίνεση τοῦ μεγαλύτερου Δα­σκάλου τῶν δα­σκάλων, τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσο­στόμου. «Τὸ πρότυ­πο τοῦ βίου νὰ εἶσαι ἐσύ· νὰ προβάλλεις σὰν εἰκόνα, σὰν ζωντανὸς νόμος, σὰν κανόνας καὶ ὁρόσημο ὑποδειγματικῆς ζωῆς. Τέτοιος πρέπει νὰ εἶναι ὁ δάσκαλος».

 Τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ


πηγή : 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...