/*--

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


                                    
Ο άγιος Ευστάθιος, Ρωμαίος στην καταγωγή, ήταν στρατηλάτης του αυτοκράτορα Τραϊανού (98–117). Όταν ακόμη ήταν ειδωλολάτρης και ονομαζόταν Πλακίδας, ήταν περιβόητος για τις αρετές και τις ελεημοσύνες του. Ο Θεός, βλέποντας την καλή διάθεση της ψυχής του, του αποκαλύφθηκε με τρόπο παρόμοιο με εκείνον που χρησιμοποίησε και στον απόστολο Παύλο.
                           
Κάποια μέρα που ο Πλακίδας είχε βγει για κυνήγι στο δάσος, καθώς κατεδίωκε ένα μεγάλο ελάφι, είδε ανάμεσα στα κέρατά του λαμπρότατο σταυρό και την μορφή του Χριστού που του έλεγε: «Πλακίδα, γιατί Με διώκεις; Εγώ είμαι ο Ιησούς Χριστός, τον Οποίον εσύ, χωρίς να γνωρίζεις, λατρεύεις με τα αγαθά σου έργα. Ήλθα στην γη με μορφή ανθρώπου, για να σώσω το ανθρώπινο γένος και σήμερα σου εμφανίσθηκα, για να σε συλλάβω στα δίχτυα της φιλανθρωπίας Μου». Έντρομος ο Πλακίδας έπεσε από το άλογό του στην γη και για πολλή ώρα έμεινε αναίσθητος. Όταν συνήλθε, ο Χριστός τού βεβαίωσε την αυθεντικότητα της οράσεώς του, λέγοντας ότι είναι ο αληθινός Θεός, ο δημιουργός του ουρανού και της γης, και ότι από άμετρη αγάπη προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Ο Πλακίδας πίστεψε από τα βάθη της καρδιάς του και βαπτίσθηκε με όλη του την οικογένεια, μετονομασθείς αυτός μεν Ευστάθιος, η σύζυγός του από Τατιανή Θεοπίστη, και οι δύο υιοί του Αγάπιος και Θεόπιστος. Ο Κύριος τού εμφανίστηκε για άλλη μια φορά και του προανήγγειλε ότι θα υποφέρει μεγάλες δοκιμασίες από τον διάβολο, όπως ο Ιώβ, αλλά η θεία χάρις δεν θα τον εγκαταλείψει.
                   
Πράγματι, μετά από λίγες μέρες, ο Ευστάθιος έχασε όλη του την περιουσία και, πάμπτωχος πλέον, αποφάσισε να αναχωρήσει κρυφά με την οικογένειά του σε ξένους τόπους, ώστε να αποφύγει το όνειδος της ρωμαϊκής κοινωνίας. Φθάνοντας με πλοίο στην Αίγυπτο, ο καπετάνιος, άνθρωπος βάρβαρος και σκληρός, κατά την ώρα της αποβίβασης κράτησε την Θεοπίστη, προφασιζόμενος ότι δεν του είχαν πληρώσει όλο το ναύλο. Με δάκρυα και στεναγμούς ο Ευστάθιος συνέχισε τον δρόμο του έχοντας παρηγοριά τα δύο μικρά παιδιά του. Καθώς προσπαθούσε να τα περάσει ένα–ένα από κάποιο ποτάμι, ένα λιοντάρι και ένας λύκος τού τα άρπαξαν και αυτά, αφήνοντας τον νέο Ιώβ έρημο και συντετριμμένο με μοναδικό του στήριγμα την πίστη και την ελπίδα στο έλεος του Θεού. Ο άλλοτε ένδοξος Ρωμαίος αριστοκράτης, αδαμάντινος στην υπομονή, μετέβαινε τώρα από τόπο σε τόπο ζώντας με μικροδουλειές, έως ότου εγκαταστάθηκε στην πόλη Βάδισσο. Εκεί διορίσθηκε φύλακας των οπωροφόρων δένδρων για δεκαπέντε χρόνια.
                                      
Τον καιρό εκείνο συνέβη οι βάρβαροι, στους οποίους είχε οδηγηθεί η Θεοπίστη, να επαναστατήσουν. Οι δε Ρωμαίοι δεν εύρισκαν στρατηγό ικανό να ηγηθεί του πολέμου. Τότε ο βασιλεύς θυμήθηκε τις πολλές ανδραγαθίες και νίκες του Πλακίδα κατά των βαρβάρων και έστειλε ανθρώπους να τον αναζητήσουν και να τον επαναφέρουν στην Ρώμη. Όταν ο Ευστάθιος παρουσιάσθηκε στα ανάκτορα, ήταν τόσο αλλαγμένος στην όψη από τις κακουχίες και τις θλίψεις, που με δυσκολία αναγνωρίστηκε. Ο αυτοκράτορας τού απέδωσε τους παλαιούς του τίτλους και την περιουσία του και τον έθεσε επί κεφαλής των ρωμαϊκών στρατευμάτων. Επειδή οι στρατιωτικές δυνάμεις βρέθηκαν πολύ λιγότερες από όσες χρειάζονταν, διατάχθηκε γενική στρατολογία νεοσυλλέκτων, στην οποία καταγράφηκαν, ως ξένα και απροστάτευτα, και τα παιδιά του αγίου, τα οποία ποιμένες είχαν διασώσει από τα στόματα των θηρίων. Βλέποντάς τα ο Ευστάθιος ωραιότατα και ευγενή, χωρίς να καταλάβει ότι ήταν παιδιά του, τα κράτησε ως ακολούθους του και τα διέταξε να συντρώγουν στο τραπέζι του.
                                      
Κατά τον πόλεμο αυτό ο Ευστάθιος κατέλαβε και την πόλη, στην οποία βρισκόταν η σύζυγός του Θεοπίστη. Από θεία πρόνοια κατέλυσε στην οικία όπου εκείνη έμενε και έστησε την σκηνή του στον κήπο της. Μια μέρα ο Αγάπιος και ο Θεόπιστος καθισμένοι στον κήπο διηγιόντουσαν τις αναμνήσεις τους από την παιδική τους ηλικία. Η Θεοπίστη άκουσε την συζήτησή τους και εννόησε ότι ήταν τα παιδιά της· αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του αρχιστράτηγου τον άνδρα της Ευστάθιο, του αποκάλυψε τον θαυμαστό τρόπο, με τον οποίο ο Θεός είχε διαφυλάξει και αυτήν σώα και απείρακτη από τους βαρβάρους.
                      
Μετά το τέλος του πολέμου, ο διάδοχος του Τραϊανού Αδριανός (117–138) τίμησε την θριαμβευτική επιστροφή του Ευσταθίου στην Ρώμη με επινίκιους εορτασμούς και λαμπρές ευωχίες. Κατόπιν προσκάλεσε τον άγιο να προσφέρουν ευχαριστήριες σπονδές στους θεούς για την νίκη και την ανεύρεση της οικογενείας του. Αλλά ο στρατηλάτης του ουρανίου Βασιλέως τού απάντησε ότι η νίκη αυτή οφειλόταν μόνον στον Χριστό και όχι στην δύναμη των ψευδώνυμων θεών. Η απάντησή του εξόργισε τον Αδριανό, ο οποίος για μια ακόμη φορά τού στέρησε τους τίτλους του και διέταξε να απολυθεί εναντίον του αγίου, της γυναίκας και των παιδιών του ένα μεγάλο λιοντάρι στο στάδιο. Επειδή το θηρίο δεν τόλμησε να τους αγγίξει, τους έκλεισαν μέσα σε χάλκωμα κατασκευασμένο σε σχήμα βοδιού. Εκεί οι άγιοι υμνολογώντας την Αγία Τριάδα παρέδωσαν εν ειρήνη τις ψυχές τους στον Θεό, χωρίς να καεί ούτε μια τρίχα της κεφαλής τους. Όταν μετά από τρεις μέρες οι ειδωλολάτρες άνοιξαν το χάλκωμα και είδαν τα σώματα των αγίων σώα, αναφώνησαν: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών!». Κατησχυμένος ο Αδριανός απομακρύνθηκε από τον τόπο, δίδοντας ευκαιρία στους χριστιανούς να πάρουν κρυφά τα λείψανα και να τα ενταφιάσουν με τιμές.
[Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,  σελ. 243–245,

Διασκευή από τα Γαλλικά: Ιερό Κοινόβιο 
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής,

Εκδόσεις «Ίνδικτος», 

Αθήναι Φεβρουάριος 20112.

Επιμέλεια ανάρτησης,επιλογή θέματος και φωτογραφιών,πληκτρολόγηση κειμένου:


π. Δαμιανός.]
                                                   
⁜ 

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον», αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα ως πηγή προέλευσης.


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...