/*--

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Aναδρομή στο χρόνο

 O παππούς μου, έφυγε απ' τη ζωή, έχοντας ζήσει πάνω από δέκα δεκαετίες. Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί, και τύχαινε να βρεθώ στο χωριό, στο πετρόχτιστο σπίτι της γιαγιάς και του παππού, την ψυχή μου γέμιζε ένα αίσθημα απέραντου θαυμασμού. Ένα δωμάτιο όλο κι όλο, ήταν και καθιστικό και κουζίνα και υπνοδωμάτιο. Θυμάμαι τη γιαγιά Μαριγώ, καθισμένη σε ένα σκαμνάκι, δίπλα στο τζάκι, να μας αφηγείται την πολύπαθη ζωή της τα δύσκολα χρόνια του πολέμου, τόσο παραστατικά, που τη βλέπαμε να διαδραματίζεται, στο καλοσυνάτο, σπινθηροβόλο και ανεπιτήδευτο βλέμμα της. 


O παππούς Βασίλης λοιπόν, δεν ξυπνούσε να πάει στο χωράφι, γιατί ήταν αναγκασμένος. Πήγαινε γιατί ήξερε πως αυτή είναι η ζωή του. Το χωράφι του πρόσφερε το ψωμί, τα λαχανικά, τα όσπρια για το καθημερινό τραπέζι, τον επιούσιο που λέμε. Και αν την αγαπήσεις τη γη, τη σκαλίσεις και την ποτίσεις, θα σου εξασφαλίσει ντομάτες, πιπεριές, κρεμμύδια, πατάτες και άλλα απαραίτητα, για να χορτάσουν η σύζυγος και τα παιδιά, αλλά και να αποθηκεύσεις για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Ψυγείο δεν είχε. 

Το «κλουβί», όπως το έλεγε, ήταν μια ξύλινη κατασκευή σαν το γνωστό κλουβί που έχουμε τα σπουργίτια, μεγαλύτερο όμως, με δύο ράφια εσωτερικά, που αντί για κάγκελα, είχε ψιλή σίτα, καρφωμένη με καρφάκια στον ξύλινο σκελετό του ιδιόρρυθμου αυτού ψυγείου. Κρεμασμένο με ένα κομμάτι σχοινί, από το ταβάνι, κρατούσε τα γευστικότατα τρόφιμα που περιείχε· τυρί, σαλάμι κ.ά. απρόσιτα από τρωκτικά, έντομα, και άλλα ανεπιθύμητα ζωύφια, ενώ η σίτα επέτρεπε στον αέρα να κυκλοφορεί, βοηθώντας τη φυσική ωρίμανση των «γκουρμέ» μεζέδων. Oύτε ρεύμα κατανάλωνε, ούτε απόψυξη χρειαζόταν. 

Άλλη απαραίτητη ενασχόληση ήταν η φροντίδα των ζωντανών. Δεν νοείτο σπιτικό, να μην είχε τα ζωντανά του. 1-2 κατσικούλες για το γαλατάκι, καμιά δεκαριά κοτούλες για τα φρέσκα αυγουλάκια και καμιά ζεστή σουπίτσα τον χειμώνα. Κάποιοι είχαν και ένα οικόσιτο γουρουνάκι, που και τι δεν εξασφάλιζε. Σφαζόταν για να στολίσει το γιορτινό τραπέζι της πρωτοχρονιάς. Εκτός από το κρέας, η γιαγιά έφτιαχνε τα κυλιστά. Τι ήταν τα κυλιστά; Κάτι σαν τις σημερινές κονσέρβες του εμπορίου. Αφού τηγάνιζε η γιαγιά το κρέας, που δε χρησιμοποιήθηκε την πρωτοχρονιά, το έκοβε σε μικρά κομμάτια, το τοποθετούσε σε πήλινα δοχεία και το διατηρούσε στο λίπος τους. Το λίπος συντηρούσε το κρέας για πολύ καιρό. 

Όταν η γιαγιά ήθελε να φτιάξει κάτι γρήγορο για να τρατάρει κάποιον απρόσμενο επισκέπτη, έσπαγε δύο αυγά στο τηγάνι, έριχνε και μερικές  κουταλιές από τα κυλιστά και η πιο νόστιμη ομελέτα του κόσμου ήταν έτοιμη. Η δε «πηχτή», ήταν σαν τον σημερινό ζελέ, ξυνός με μπόλικο λεμόνι και ο οποίος αντί για φρούτα περιείχε κρέας. Κομμένο σε κύβους μιας μπουκιάς, γινόταν ο πλέον περιζήτητος μεζές. Η κατσικούλα, εκτός από την βοσκή στο χωράφι, έπρεπε καθημερινά ο παππούς να της φέρει μια μεγάλη μπάλα πρασσινάδα· τρυφερά αμπελόφυλλα αν ήταν Αύγουστος, συκόφυλλα ή φύλλα της μουριάς κ.ά., ανάλογα φυσικά με την εποχή. Oι στρουμπουλές κοτούλες με λίγο καλαμποκάκι και τα φλούδια από τα λαχανικά, που μαγείρευε η γιαγιά, ήταν πανευτυχείς. 

Και απαραιτήτως καθαρό νεράκι για όλα. Σωλήνες λαστιχένιοι ποτίσματος δεν υπήρχαν. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη ο παππούς «είχε νερό». Τότες η πηγή του χωριού έρεε άφθονο κρυστάλλινο νερό, το οποίο οι γεωργοί κατεύθυναν στο χωράφι τους, μέσω αυτοσχέδιων αυλακιών και το οποίο κατέληγε στην υδατοδεξαμενή. Γύρω από τον κορμό κάθε δέντρου, ο παππούς είχε σκάψει ένα κυκλικό αυλάκι περιμετρικά του κορμού. Τα κυκλικά αυλάκια ενώνονταν με ένα κεντρικό αυλάκι, μέσα από το οποίο «περνούσε» το νερό της στέρνας. Με μια τσάπα ο πάππους έκλεινε την ροή στο κεντρικό αυλάκι, ώστε το νερό να καταλήξει στο κυκλικό αυλάκι του δέντρου και να απορροφηθεί στη ρίζα. Ώρες κρατούσε η διαδικασία, ώσπου να ξεδιψάσει προικώα γη. 

Ζωή μονότονη, σκληρή. Το λιοπύρι, ο παγετός, ο ζέφυρος και ο πουνέντες, είχαν αυλακώσει βαθιά το πρόσωπο του παππού. Oύτε μια στιγμή δεν έκαναν τον παππού και τη γιαγιά, να νοσταλγήσουν τη θαλπωρή της εστίας. Oύτε τηλεόραση υπήρχε ούτε «άλλο τινά των τοιούτων», για να γεμίσει τον λιγοστό έως ανύπαρκτο ελεύθερο χρόνο. Ένα ραδιόφωνο μοναδικό, στο καφενείο «η Ελευθερία». Η άχρωμη και μπάσα φωνή του εκφωνητή, με την επιβεβλημένη προφανώς ουδέτερη χροιά, ενημέρωνε για τις πολιτικές εξελίξεις στο κλεινόν άστυ, τους περιφρονημένους αυτούς ακρίτες της πατρίδας. Λίγη σαφώς σημασία είχε για αυτούς, ο νέος ευμεγέθης ανδριάντας που θα στόλιζε στο εξής την πλατεία Oμονοίας.

 Όμως το ραδιόφωνο ήταν η αφορμή για συζήτηση. Για επικοινωνία, διαφωνίες, έκφραση απόψεων. Αφορμή ουσιαστικής κοινωνικότητας, ξένης προς καθωσπρεπισμούς και επίπλαστες ευγένειες. Στο χωριό ευσεβοφάνειες, δεν αντέχουν στο πυρ της πραγματικότητας. O εκκλησιασμός κάθε Κυριακή, ήταν ουσιώδες τμήμα του βίου. Άνδρες και γυναίκες, πλούσιοι και φτωχοί, γέροντες και παιδιά, όλοι παρόντες. O παππούς σοβαρός, στεκόταν στο στασίδι του, που βρισκόταν μπροστά, στο δεξιό κλίτος των ανδρών. Άκουγε με προσοχή και κατάνυξη, τον μακροσκελή Χερουβικό ύμνο, που με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, απέδιδε, ο κυρ-Αριστοτέλης, ο δεξιός ψάλτης της ενορίας. 

Η σεβάσμια και συνάμα αυστηρή μορφή του ολιγογράμματου Ιερέα, του παπα-Χρυσόστομου, να υπουργεί το λειτούργημα του με ακρίβεια και φόβο Θεού, προσέδιδε στη λατρεία την σοβαρότητα που της αρμόζει. Εξάλλου η σχέση και η συναναστροφή του δημιουργήματος με τον Δημιουργό, δεν μπορεί ούτε ευτράπελη να είναι, ούτε υποκριτική, ούτε προαιρετική. Θυμάμαι πολλές φορές, επειδή ήμουν «παπαδάκι», ο παπα-Χρυσόστομος με έβαζε την ώρα της Θείας Μετάληψης, να κρατάω το μάκτρο, ώστε να μην πέσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, στο πάτωμα. 

Καρβουνάκια του εμπορίου δεν υπήρχαν. Έπρεπε εμείς τα παιδιά, να περιδιαβούμε τα πέριξ σοκάκια, για να μας δώσουν οι νοικοκυρές, από το τζάκι ή τη θράκα, αναμμένο κάρβουνο, να το πάμε στον παπα-Χρυσόστομο, για να θυμιάσει στην «Τιμιωτέρα» και στον «Απόστολο». Το «Πάτερ Ημών» και το «Πιστεύω», μας άφηνε ο παπα-Χρυσόστομος να τα λέμε, όταν φοιτούσαμε πια στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου. 

Τα περισσότερα από τα δεκαεφτά εξωκκλήσια που υπάγονταν στην ενορία μας, βρίσκονταν σκαρφαλωμένα στην κορυφή κάποιου βουνού ή σε κάποια δυσπρόσιτη πλαγιά, και για να φτάσεις εκεί χρειαζόταν πεζοπορία αρκετής ώρας. Το ερημοκκλήσι φυσικά, δεν είχε τις ευκολίες της κεντρικής ενορίας του χωριού. Oύτε «Ευαγγέλιο» και δισκοπότηρα είχε, ούτε άμφια για τον Ιερέα, ούτε πανέρι για το αντίδωρο, ούτε βιβλία για τους ψάλτες. Αυτά έπρεπε να μεταφερθούν με τη φροντίδα του παπά και την βοήθεια υποζυγίου. Εάν δε το πανηγύρι προέβλεπε και φαγητό μετά την Θεία Λειτουργία, τότες οι μάγειροι, πήγαιναν μέρες πριν, να μεταφέρουν τα καζάνια και όλα τα χρειαζούμενα, ώστε να συνδυαστεί «το τερπνόν μετά του ωφελίμου». 

Η κάθε γιορτή δεν ήταν γεγονός δευτερευούσης σημασίας. Τουναντίον αποτελούσε σοβαρό γεγονός, ύψιστης πνευματικά σημασίας και αξίας. Μέρα ξεχωριστή. Γιορτινή. Την προηγούμενη μέρα της γιορτής, το μεσημέρι, τα γαϊδουράκια όμορφα στολισμένα με πολύχρωμα τεχρεμιά, ξεκινούσαν όλα μαζί – σαν καραβάνι – από το χωριό για το απομακρυσμένο ξωκκλήσι. Τρόφιμα, λουλούδια για την εικόνα, τάματα, λάδι για τα καντήλια, στρωσίδια κ.ά. αποτελούσαν το φορτίο. Απερίγραπτη η χαρά, από την εκπλήρωση της ενδόμυχης προσμονής. Η συμμετοχή αυτονόητη. Μετά από μια-δυο ώρες πεζοπορία, η πομπή έφτανε στο ναΰδριο, που η βαθιά πίστη των προγόνων, θεμελίωσε και ανήγειρε σ’ αυτήν την εσχατιά του χωριού. 

Τα πέριξ του Nαού, στρωμένα μυρσίνη και δάφνη. Καλωσόριζαν με την ευωδιά τους, τους προσκυνητές. Πριν ακόμη «τακτοποιήσουν» τα στρωσίδια τους, στον ένα και  μοναδικό χώρο, οι παππούδες πήγαιναν στο Nαό, να προσκυνήσουν ευλαβικά, να ανάψουν το κερί τους με τη φλόγα της πίστεως, και να ευχαριστήσουν τη Μεγαλόχαρη, που τους αξίωσε και φέτος να προσκυνήσουν στη Χάρη Της. Δάκρυα κατάνυξης, ευγνωμοσύνης και παράκλησης, «πλημμύριζαν» το φρεσκοασβεστωμένο δάπεδο, του κατανυκτικού εκκλησιδίου. 

Στο ιλαρό φως του ναΐσκου, λίγο πριν η καμπάνα σημάνει για τον Εσπερινό, την ώρα που ο ήλιος δύει, η ψυχή μιλά στο Δημιουργό της, όπως το βρέφος, εκμυστηρεύεται την επιθυμία του, στη στοργική μάνα. Όπως το αηδόνι δοξολογεί Τον Πλάστη του, με το μελωδικό κελάηδημά του. Δυστυχώς όμως, εγώ που ξεδιπλώνω στο χαρτί αυτό τις αναμνήσεις μου, δεν έχω το προνόμιο, η καθημερινότητά μου να αποτελείται από στιγμές ουσίας και αυθεντικότητας. Καθισμένος μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή, αρκούμαι σε ένα νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν. Ζω ανάμεσα σε τόσα τεχνολογικά επιτεύγματα, που θα 'πρεπε να διευκολύνουν τη ζωή μου, στην πολύβουη και απρόσωπη πόλη.

 Όμως νιώθω εξουθενωμένος από την πολυπλοκότητα του σύγχρονου βίου. Oθόνες, τηλεχειριστήρια, πολύπλοκα κινητά, πόρτες ασφαλείας. Θα ’πρεπε όλη αυτή η πρόοδος, να γεμίζει αυτοπεποίθηση και χαρά το σύγχρονο άνθρωπο. Όχι ανασφάλεια και κατάθλιψη. Κανείς δεν χαμογελά πια. Κανείς δεν συμπονά και δεν συγχαίρει. Δεν επικοινωνεί με το συνάνθρωπό του, δε λατρεύει Το Θεό, όπως το έκαναν ο παππούς και η γιαγιά. Θεέ μου, ας γίνει η ζωή μας και πάλι, πρόγευση Παραδείσου, ατέρμονη χαρά. 

 Aρχιμ. π. Mιλτιάδης Mίτσελλ

πηγή : http://ellineslogotexnes.gr/

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...