/*--

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΖΩΑ

                                     
Εάν η έννοια της ψυχής επεκταθεί ώστε να περιλάβει όχι μόνο τη λογική πλευρά των ανθρώπων, αλλά και τις συγκινήσεις και τα συναισθήματά τους, μήπως μπορεί να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο και να περιλάβει και τα ζώα; Έχουν και αυτά ψυχή; Και, αν έχουν ψυχή, είναι αυτή της ιδίας φύσεως με την ανθρώπινη;

Ασφαλώς, από την ελληνική χριστιανική παράδοση δεν λείπουν κείμενα που θεωρούν ότι και τα ζώα έχουν όντως ψυχή, τουλάχιστον με μία μερική έννοια του όρου. Στο «Ευχολόγιο», για παράδειγμα, που χρησιμοποιείται επίσημα από τη σύγχρονη Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, υπάρχουν διάφορες προσευχές για τα ζώα. Σε μια απ’ αυτές διαβάζουμε:

«Ναί, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, τοῖς ἰδίοις σπλάγχνοις ἐπικαμπτόμενος, οἴκτειρον τὰ πάσχοντα ζῷα… Εἰ γὰρ δίκαιος οἰκτείρει ψυχὰς κτηνῶν αὐτοῦ, πῶς οὐκ οἰκτειρήσῃ ταῦτα, σὺ ὁ τούτων ποιητὴς καὶ προνοητής; Σὺ γὰρ εὔσπλαγχνε, καὶ τῶν ἐν τῇ Κιβωτῷ ζῴων ἐμνήσθης, ὑπὸ τῆς οἰκείας χρηστότητος καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου νικώμενος. Ἵνα διὰ τῆς εὐεξίας καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν βοῶν καὶ λοιπῶν τετραπόδων ζῴων, καλλιεργῆται μὲν ἡ γῆ, αὐξάνωσι δὲ οἱ καρποί, καὶ ἀφθόνως οἱ δοῦλοί σου οἱ ἐπικεκλημένοι τὸ ὄνομά σου ἀπολαύσωσι τῶν ἰδίων γεωργιῶν…» (1).
                            
Ο Ωριγένης (περί το 251) ισχυρίζεται, μέχρις ενός σημείου, ότι τα ζώα έχουν ψυχή και δηλώνει κατηγορηματικά (2): «Κανείς νομίζω δεν αμφιβάλλει ότι όλα τα ζωντανά πλάσματα ανεξαιρέτως, ακόμη κι αυτά που ζουν στο νερό, έχουν ψυχές». Και προχωρεί παραπέμποντας στη Γραφή για να στηρίξει την άποψή του (Γεν. 1, 21-24 και Λευιτικόν 17, 14).

Είναι, όμως, η ψυχή του ζώου της ιδίας φύσεως με την ανθρώπινη; Ο Ωριγένης είναι έτοιμος να παραδεχθεί ότι υπάρχουν ομοιότητες. Παρ’ ότι στα Ελληνικά τα ζώα θεωρούνται «άλογα», ο Ωριγένης υποδεικνύει ότι πολλά από αυτά παρουσιάζουν λογικότητα, που μοιάζει πολύ με αυτή των ανθρώπων: «Η φύσις των κυνηγετικών σκύλων και των πολεμικών αλόγων πλησιάζει, αν μου επιτρέπεται να το πω, στην ίδια τη λογική». Εδώ μιλάει μόνο για τα εξημερωμένα ζώα, αλλά ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας (περί το 180) προχωρεί ακόμη περισσότερο, υποδεικνύοντας «τὴν ἐν αὐτοῖς τοῖς ζώοις δεδομένην σύνεσιν πρὸς τὸ γεννᾶν καὶ ἐκτρέφειν» (3). Άλλοι Έλληνες Πατέρες επιμένουν ότι τα ζώα διαθέτουν όχι μόνο κάποιο βαθμό λογικής, όπως οι άνθρωποι, αλλά και μνήμη και μια ευρεία κλίμακα αισθημάτων και συγκινήσεων. Εκδηλώνουν συναισθήματα χαράς και λύπης, λέει ο Βασίλειος Καισαρείας (379 μ.Χ.), και αναγνωρίζουν εκείνους που έχουν παλαιότερα συναντήσει (4). Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος (606 μ.Χ.) προσθέτει ότι εκφράζουν αγάπη το ένα προς το άλλο, «διότι συχνά θρηνούν για την απώλεια των συντρόφων τους» (5). Ενθυμούμενοι την όνο του Βαλαάμ (Αριθμ. 22, 23-24), θα μπορούσαμε ακόμη να προσθέσουμε ότι τα ζώα διαθέτουν πνευματική όραση, αντιλαμβανόμενα πράγματα στα οποία οι άνθρωποι αποδεικνύονται τυφλοί.

Αν όλα αυτά αληθεύουν, πού δικαιολογούμεθα να τραβήξουμε την κόκκινη γραμμή μεταξύ ανθρώπων και ζώων; Ασφαλώς, ο Νεμέσιος Εμέσης (περί το 400) έχει δίκιο, όταν διαβεβαιώνει ότι όλα τα ζωντανά όντα –φυτά, ζώα και άνθρωποι– μετέχουν κοινής ζωής «ὥστε μίαν εἶναι καὶ συγγενῆ τὴν πᾶσαν φύσιν» (6).

Ταυτόχρονα, όμως, η ελληνική χριστιανική παράδοση πίστευε ότι υπάρχει μια κεφαλαιώδης διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Ο Ωριγένης, βασιζόμενος στην περιγραφή της Γενέσεως περί Δημιουργίας, την εντοπίζει (7): η ανθρώπινη ψυχή πλάστηκε κατά τη θεία εικόνα, ενώ των ζώων όχι. Αυτό σημαίνει ότι από τα ζώα λείπει η συνειδητή σχέση με τον Θεό, την οποία αντίθετα απολαμβάνουν οι άνθρωποι και έτσι οι ψυχές τους δεν είναι προικισμένες με την αθανασία. Η ψυχή του ζώου, κατά τον Μέγα Βασίλειο, πλάστηκε από τη γη (8), ενώ ο άνθρωπος κατέχει την πνοή της ζωής, την οποία ενεφύσησε απ’ ευθείας σ’ αυτόν ο Ίδιος ο Θεός (Γεν. 2, 7) και αυτή ακριβώς είναι που τον καθιστά ικανό να κερδίσει την αιώνια Βασιλεία. Ο C.S.Lewis (1898-1963), μιλώντας για τον πόνο των ζώων, υποθέτει ότι ίσως εμείς οι άνθρωποι διοχετεύουμε στα ζώα –σ’ εκείνα ασφαλώς που είναι εξημερωμένα– την αθανασία που τους λείπει (9). Δυστυχώς, δεν μπορώ να βρω πού στηρίζεται μια τέτοια άποψη στους Έλληνες Πατέρες. Πίστευαν ότι στον μέλλοντα αιώνα θα μπορούσαν να υπάρξουν ζώα, αλλά δεν περίμεναν να είναι τα ίδια ακριβώς με αυτά που υπάρχουν σήμερα. Κάθε άνθρωπος, με την προσωπική του διακριτότητα, θα αναστηθεί εκ νεκρών, αλλά αυτό δεν θα συμβεί στα ζώα. Φαίνεται ότι στον μέλλοντα αιώνα τα ζώα, θεωρούμενα το καθένα ξεχωριστά, θα έχουν μια νέα μορφή.
                            
Δικαιολογείται η ελληνική Χριστιανοσύνη να αρνείται την αθανασία στα ζώα; Ο Χριστός λέει ότι ακόμη και ένα σπουργίτι «δεν είναι ξεχασμένο ενώπιον του Θεού» και ότι «ούτε ένα απ’ αυτά δεν πέφτει στη γη χωρίς το θέλημα του πατέρα σας» (Ματθ. 10, 29 και Λουκ. 12, 6). Ο Χριστός δεν λέει ότι τα σπουργίτια έχουν αθάνατη ζωή, αλλά και δεν αρνείται το ενδεχόμενο. Η Καινή Διαθήκη αφήνει το ζήτημα ανοικτό, γιατί να μην το αφήσουμε κι εμείς!

Αυτό που ο Χριστός λέει ότι, «εσείς αξίζετε πολύ περισσότερο από πολλά σπουργίτια» (Ματθ. 10, 31). Το θέμα αυτό το αναδέχονται οι Έλληνες Χριστιανοί συγγραφείς και το αναπτύσσουν. Πιστεύουν σ’ ένα σύμπαν ιεραρχημένο, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος –ακριβώς επειδή δημιουργήθηκε κατά τη θεία εικόνα– «κυριαρχεί» επί των ζώων (βλ. Γεν. 1, 27-28). Ως κυριαρχία, όμως, δεν εννοεί την αυθαίρετη εξουσία ή τη στυγνή εκμετάλλευση παρ’ ότι έτσι το έχουν εκλάβει πολλοί από τους Χριστιανούς ανά τους αιώνες. Αντίθετα, η κυριαρχία την οποία μας εμπιστεύθηκε ο Θεός είναι και αυτή κατά την εικόνα και την ομοίωσή Του· οπότε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη μας έναντι της δημιουργίας, θα πρέπει να αναπαράγουμε την αγαπητική φροντίδα και συμπάθεια του Θεού. Αλλά μια τέτοια δύναμη ασκείται μόνον εν υπακοή προς Αυτόν.

Η ελληνική χριστιανοσύνη πιστεύει ότι υπήρχε κάποτε μια εποχή σύμφωνα με την αφήγηση περί παραδείσου, που ο Αδάμ και η Εύα ζούσαν εν ειρήνη με τα ζώα μέσα στον κήπο της Εδέμ. Την αρμονία αυτή κατέστρεψε ακριβώς η δική μας αμαρτία – η «πτώση» μας στην ανυπακοή. Στην εσχατολογική Βασιλεία όμως, η αρχική αρμονία θα αποκατασταθεί: «Τότε θα κάθεται ο λύκος παρέα με το αρνί και θα κοιμάται ο πάνθηρας με το κατσίκι αντάμα. Το μοσχαράκι και το λιονταρόπουλο θα βόσκουνε μαζί κι ένα μικρό παιδί θα τα οδηγάει» (Ησ. 11, 6). Στον παράδεισο οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα, έτρωγαν μόνον από τα φυτά (Γεν. 1, 29-30)· έτσι λοιπόν θα έχουν τα πράγματα και πάλι (εφόσον η κατανάλωση τροφής θα συνεχιστεί και σε εκείνο το επίπεδο της πραγματικότητας). Η κατανάλωση κρέατος επιτράπηκε στους ανθρώπους μόνο μετά την πτώση (Γεν. 1, 3)· δεν είναι αφ’ εαυτής αμαρτωλή, πάντως όμως αντιπροσωπεύει μια παρακμή από την αρχική τελειότητα. Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν ποτέ κατ’ αρχήν υπέρ της φυτοφαγίας, παρ’ ότι οι μοναχοί και οι μοναχές συνήθως απέχουν από το κρέας. Τρώνε όμως ψάρι, όπως έτρωγε και ο Χριστός (Λουκ. 24, 42-43).
                          
Το γεγονός, λοιπόν, ότι στην ελληνική χριστιανική παράδοση δεν αναγνωρίζεται στα ζώα αθάνατη ψυχή, πλασμένη κατά τη θεία εικόνα, δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα μεταχειριζόμαστε ως αντικείμενα που δεν αξίζουν τον σεβασμό μας. Αντίθετα, η ζωή των Ελλήνων αγίων –όπως και εκείνων της Δύσης (ιδιαιτέρως δε των Κελτών αγίων)– είναι γεμάτη από εξακριβωμένα περιστατικά που φανερώνουν τη στενή σχέση μεταξύ των ανθρώπων αυτών και των θηρίων. Οι διηγήσεις αυτές, οι οποίες δεν είναι ούτε φαντασίες ούτε συναισθηματισμοί, έχουν την εξής σημασία: η αμοιβαία αυτή κατανόηση μεταξύ ανθρώπων και ζώων μάς θυμίζει την αρχική μας κατάσταση στον παράδεισο και προεικονίζει τον μεταμορφωμένο κόσμο, ο οποίος θα μας αποκαλυφθεί κατά τα έσχατα. Κατά τους λόγους του αγίου Ισαάκ της Νινευή, ο οποίος στην ελληνική παράδοση τιμάται ως Ισαάκ ο Σύρος (7ος αι.):

«Ο ταπεινός άνθρωπος πλησιάζει τα άγρια ζώα και, την ώρα που αυτά τον βλέπουν, η αγριότητά τους δαμάζεται. Τον πλησιάζουν και προσκολλώνται σ’ αυτόν όπως στον κύριό τους, κουνώντας την ουρά και γλείφοντας τα χέρια και τα πόδια του. Διότι οσμίζονται σ’ αυτόν την ίδια μυρωδιά που ανέδιδε ο Αδάμ πριν από την παράβαση» (10).

Και αλλού ο άγιος Ισαάκ γράφει τα αξιομνημόνευτα αυτά λόγια για τη συμπάθεια που πρέπει να έχουμε προς τα ζώα:

«Τι είναι καρδία ελεήμων; Είναι να φλέγεται από αγάπη η καρδιά για όλη την κτίση: Για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα και για τους δαίμονες και για κάθε κτίσμα. Και καθώς ο άνθρωπος φέρνει στη μνήμη του και τα σκέφτεται, τα μάτια του τρέχουν δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή συμπάθεια που συνέχει την καρδιά του και από την πολλή εμμονή σ’ αυτή την κατάσταση, μικραίνει η καρδιά του και δεν μπορεί να υποφέρει ή να ακούσει ή να δει κάποια βλάβη ή κάτι έστω και λίγο λυπηρό να γίνεται στην κτίση. Γι’ αυτό και για τα άλογα ζώα και για τους εχθρούς της αλήθειας και γι’ αυτούς που τον βλάπτουν προσεύχεται διαρκώς με δάκρυα, ζητώντας από τον Θεό να τους φυλάξει και να τους συγχωρέσει. Όμοια προσεύχεται και για τα ερπετά από την πολλή του ευσπλαχνία, που συγκινεί την καρδιά του, υπερβαίνοντας το ανθρώπινο μέτρο και φτάνοντας στην ομοιότητα του Θεού» (11).
                    
Ένας άγιος του 20ου αιώνα, ο Ρώσος μοναχός Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938), εκφράζει τη συμπάθειά του με την ίδια ένταση:

«Ο Κύριος επιδαψιλεύει τόσο πλούσια τη χάρη Του στους εκλεκτούς Του, ώστε αυτοί αγκαλιάζουν ολόκληρη τη γη, ολόκληρο τον κόσμο με την αγάπη τους… Μια μέρα, είδα στο δρόμο ένα κομματιασμένο φίδι, που κάθε του τεμάχιο σφάδαζε και λυπήθηκα όλη την κτίση και κάθε κτίσμα, κάθε τι που πάσχει, και έκλαψα πολύ ενώπιον του Θεού» (12).

Στην πράξη, η ανατολική χριστιανοσύνη ίσως δεν συμπεριφέρθηκε πάντα με την πνευματική αυτή γενναιοδωρία, όπως εκφράζεται από τον άγιο Ισαάκ και τον άγιο Σιλουανό, αυτός όμως είναι ο στόχος, αυτή είναι και η ελπίδα μας.

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ WARE

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ
                 
— ΕΠΙΜΥΘΙΟ —

[1] «Μη δείχνεις σκληρότητα στα ζώα»

«Μη δείχνεις σκληρότητα προς τα ζώα. Αν το κάνεις αυτό, θα είσαι ή θα γίνεις σκληρός και προς τους ανθρώπους. Θυμήσου ότι τα ζώα κλήθηκαν στη ζωή από το έλεος του Κυρίου και πρέπει να ζουν απείραχτα, όσο διαρκεί ο σύντομος βίος τους».

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΡΩΘΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ (1829–1908)

[2] Ψυχική αφροσύνη, η προσκόλληση στα ζώα 

«Υπάρχουν άνθρωποι που είναι προσκολλημένοι στα ζώα, τα χαϊδεύουν και συνομιλούν (παθολογικά και υπέρμετρα) μαζί τους εγκαταλείποντας την αγάπη του Θεού, κι έτσι εξαφανίζεται η αγάπη μεταξύ των αδελφών, για την οποία πέθανε ο Χριστός «ἐν ὠδίναις». Μια τέτοια συμπεριφορά είναι ανόητη. Δίνε τροφή στο ζώο και στο κτήνος και μην τα κακομεταχειρίζεσαι· αυτό είναι το έλεος του ανθρώπου γι’ αυτά. Αλλά να προσκολλάται κάποιος σ’ αυτά, να τα χαϊδεύει και να μιλά σ’ αυτά, αυτό είναι ψυχική αφροσύνη.

»Ψυχή που γνώρισε τον Κύριο, ζει πάντα ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη· πώς λοιπόν μπορεί να προσκολλάται στα ζώα και να μιλά στις γάτες και τους σκύλους; Αυτό σημαίνει ότι ξέχασε ο άνθρωπος την εντολή του Θεού να Τον αγαπάμε με όλη την καρδιά και με όλη την ψυχή και με όλη τη διάνοιά μας.

»Τα θηρία, τα κτήνη και γενικά κάθε ζώο είναι γη. Εμείς, όμως, οφείλουμε να κρατούμε το νου μας ελεύθερο από την προσκόλληση στα γήινα και με όλη την δύναμη του νου μας να αγαπάμε τον Κύριο, την Άχραντη Μητέρα Του, την Προστάτιδά μας, και τους Αγίους και να τους σεβόμαστε· αυτοί πρεσβεύουν για μας και λυπούνται, όταν καταφρονούμε την εντολή του Θεού».

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866–1938)

[3] «Τα θηρία να τα σταυρώνεις και να τα μιλάς»

«Όταν, παιδί μου, βλέπεις άγρια θηρία στη φύση, να τα σταυρώνεις και να τους μιλάς. Να μη φεύγεις αμέσως, αλλά και να μην τα πειράζεις. Η αρκούδα, ας πούμε, άμα δεν την πειράξεις, δεν σε πειράζει. Εγώ κοιμήθηκα κάποια φορά πλάι σε μια αρκούδα και κάναμε μαζί προσευχή. Ο άνθρωπος, όμως, σε πειράζει με τα λόγια, σε σκοτώνει με την γλώσσα και με τα μάτια· έχει καταντήσει σήμερα χειρότερος κι από το ζώο. Γι’ αυτό χρειάζεται προσευχή και μετάνοια…». 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ 
ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ (1912–2006) 
                        
— Π η γ έ ς —

(1) Μητροπολίτου Διοκλείας Κάλλιστου Ware: «Εχθροί ή Φίλοι;»

(Το σώμα, η ψυχή  και τα πάθη του ανθρώπου), Κεφ. 2ο, σελ. 69–78 και 157–158 (όπου οι σημειώσεις),

Μετάφραση: Πολυξένη Τσαλίκη–Κιοσόγλου,

Επιμέλεια έκδοσης: Βασίλης Αργυριάδης, Εκδόσεις «Ἐν Πλῷ», Αθήνα, Νοέμβριος 20152.

(2) Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης: «Η εν Χριστώ ζωή μου (ιεροί λογισμοί μιας αγίας ψυχής)», §130, σελ. 73, μετάφραση: Βασ. Μουστάκη, Εκδόσεις Παπαδημητρίου, Αθήνα, 19966.

(3) Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ: «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», Μέρος Β΄, Λόγος Ιθ΄, σελ. 556, Έκδοση Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 200310.

(4) Ιερά Μονή Δαδίου: «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης, ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου», Τόμ. Β΄, Μέρος Α΄, κεφ. 2ο («Νουθεσίες»), σελ. 102, Εκδόσεις Κυριακίδη,  Νοέμβριος 2011.

(5) Επιμέλεια ανάρτησης, επιλογή θέματος και φωτογραφιών, πληκτρολόγηση κειμένων:

π. Δαμιανός.

— Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς —

(1) βλ. «Μικρὸν Εὐχολόγιον»  ή «Ἁγιασματάριον»,  «Εὐχὴ τοῦ ἁγίου Μοδέστου»· Ευχή, που αποδίδεται στον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη,  σελ. 358-360,  εκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», 2012.

(2) Περὶ Πρώτων Ἀρχῶν, 2, 8, 1.

(3) Πρὸς Αὐτόλυκον, 1, 6.

(4) Ἑξαήμερος, 8, 1· PG 129, 165ΑΒ.

(5) Κλῖμαξ Θείας Ἀναβάσεως, 26· PG 88, 1028A.

(6) Λόγος κεφαλαιώδης περὶ φύσεως ἀνθρώπου, 1.

(7) Κατὰ Κέλσου, 4, 83.

(8) Ἑξαήμερος, 8, 2· PG 29, 168Α.

(9) The Problem of Pain,  124-41, London 1940.

(10) Μυστικὴ Πραγματεία, 82.

(11) Ὁμιλία, 74.

(12) Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης,  Λόγος Ιθ΄, σελ. 555.]

                             
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον», αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα ως πηγή προέλευσης.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...