/*--

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΨΥΧΟΙ

Ένα άπό Τά μεγαλύτερα προβλήματα τής Έκκλησίας μας στόν 21ο αίώνα είναι το γεγονός ότι ένώ έχει πολλούς φίλους προσκείμενους πρός αύτήν, δέν έχει πολλούς χριστιανούς. Αύτό πρακτικά σημαίνει ότι πολλοί συνωθούνται κάθε Κυριακή στούς Ναούς, άκούν κηρύγματα, έχουν συναναστροφή μέ πνευματικούς άνθρώπους, άποδέχονται θεωρητικά τήν πίστη, άλλά ώς ένα σημείο. Μόλις φθάσει ή ώρα ώστε όλα αύτά νά μεταφραστούν σέ βίωμα, σέ πράξη, σέ τρόπο ζωής, έκεί άποκαλύπτονται τελείως διαφορετικοί.

 Κι όχι άπό άδυναμία. Οχι έπειδή άγωνιζόμενοι άπέτυχαν, άλλά έπειδή στά μύχια τής καρδιάς τους υπάρχουν άλλες «άγάπες», προσκολλήσεις σέ ύλικά ή άυλα, θεωρήσεις καί πιστεύματα «τού σκότους τού αίώνος τούτου». Άποτέλεσμα, τό πρωί τής Δευτέρας, πολλοί άπό αύτούς πού τό πρωί τής Κυριακής έδειχναν ένα άλλο πρόσωπο, έμφανίζουν έναν άλλον έαυτό, άσχετο μέ αύτόν τής άμέσως προηγούμενης ήμέρας.

 Οχι μόνον αύτό.

 Έπειδή ή άντιφατική αύτή συμπεριφορά έμφανίζεται στήν πλειοψηφία πολλών άπό όσους διεκδικούν τόν τίτλο τού χριστιανού, έχει καταντήσει νά θεωρείται άναμενόμενη καί κυριαρχούσα. Πολλοί πού έκδηλώνουν τή συμπάθειά τους πρός τήν Έκκλησία καί τήν πίστη της, συνηθίζουν νά πιστεύουν ότι έχουν τό δικαίωμα στήν έπιλογή όχι τού νά έγκολπωθούν αύτούσια τήν Έκκλησία ή όχι, άλλά νά διαλέξουν κάποια κομμάτια τής διδασκαλίας τής Έκκλησίας μας, παραθεωρώντας τά ύπόλοιπα, προφασιζόμενοι ότι «δέν είναι γιά έμάς αύτά», ή άκόμη χειρότερα διαγράφοντάς τα μέ τήν αίτολογία τού παρωχημένου καί ξεπερασμένου, καλώντας συνάμα τήν Έκκλησία νά κάνει τό ίδιο σέ μιά προσπάθεια έκσυγχρονισμού», όπως λένε, «προκειμένου νά ένταχθεί καλύτερα στήν έποχή μας».

Έτσι, μόλις ή Έκκλησία παιδαγωγικώς τούς θίξει έκεί πού πάσχουν, άμέσως έξεγείρονται, τήν άρνούνται, προφασίζονται τά μύρια όσα, πολλές φορές μάλιστα κατηγορώντας ή λοιδορώντας...

Η σαφής άπόσταση

Ενας «άρχων» (Λουκ. 18,18) πλησίασε τόν Διδάσκαλο γιά νά τόν ρωτήσει, προσφωνώντας τον άγαθό, τί νά κάνει γιά νά κληρονομήσει τήν αίώνια ζωή. Τό έκανε αύτό ξεπερνώντας τήν έχθροπάθεια τών Φαρισαίων, τή μικρόνοια έως παράνοιας τών Γραμματέων, τήν άποστροφή τών Σαδδουκαίων έναντι τού Χριστού. Καί τόν πλησιάζει παρά τίς ήδη κυκλοφορούσες άπειλές όλων αύτών ότι θά έκαναν άποσυναγώγους όσους πλησίαζαν τόν Χριστό καί μάλιστα άπό τήν άνώτερη τάξη.

Πώς τόν άντιμετωπίζει ό Χριστός; Μάλλον τόν άποπαίρνει καί μέ μιά σύντομη, άν όχι καί βιαστική άπάντηση, δείχνει νά θέλει νά όλοκληρώσει τή συζήτηση μαζί του μιά ώρα άρχύτερα. Μάλιστα τή στιγμή πού τό έρώτημα πού τίθεται είναι κομβικό καί έπιδεκτικό μεγάλης άνάλυσης. Κι όμως ό Χριστός άπαντά λακωνικά: «Γιατί μέ άποκαλείς άγαθό; Κανείς δέν είναι άγαθός παρά μόνον ό Θεός. Γνωρίζεις τίς έντολές. Νά μή μοιχεύσεις, νά μή φονεύσεις, νά μήν κλέψεις, νά μήν ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα σου καί τή μητέρα σου».

-Ενας νέος άνθρωπος, «άρχων», εύκατάστατος, έτοιμος νά υποστεί τίς συνέπειες, πλησιάζει Τόν Χριστό κι Αύτός τόν κρατά σέ άπόσταση.

Γιατί;

 Πόσο διαφορετική ή συμπεριφορά τού Χριστού άπό τή στάση πολλών άπό έμάς όταν μάς δίνεται ή εύκαιρία νά συναναστραφούμε όποιας λογής έπιφανείς άνθρώπους καί μάλιστα όταν έχουν σχέση μέ μεγαλύτερη ή μικρότερη έξουσία. Πολλές φορές άκόμη καί μέσα σέ Ναούς, όταν έμφανίζονται δημόσια πρόσωπα, παρατηρούνται φαινόμενα ύπερβολής καί διαχυτικότητας τόσο έντονης πού ύπερβαίνει τό μέτρο τής εύπρέπειας καί προβληματίζει τούς έχέφρονες. Κι όμως, ό Χριστός άλλη συμπεριφορά διδάσκει.

Ό λόγος

Γιά δύο βασικά λόγους ό Χριστός δείχνει νά θέλει v' άπεμπλακεί γρήγορα άπό τήν άνευ ούσιαστικού άποτελέσματος συζήτηση μέ τόν πλούσιο νέο. Κι οί δύο άποτυπώνονται ώς βασική παθογένεια στήν πνευματικότητα τής έποχής μας. Κι ό Χριστός μέ τή διορατικότητα τού Πλάστη πού γνωρίζει τό πλάσμα του καλύτερα άπό τόν καθένα, τούς άναδεικνύει, άφ' ένός μέν γιά νά τούς έπισημάνει ώς διαχρονικούς πνευματικούς κινδύνους, άφ' έτέρου δέ έκφράζοντας τή λύπη του νά φιλοτιμήσει σέ προσπάθεια ύπερνικήσεώς τους.

Ό πρώτος λόγος ή προδιάθεση τού άρχοντικού νέου νά πλησιάσει τόν Χριστό γιά νά ώφεληθεί άπό αύτόν, χωρίς όμως νά τόν πιστεύει ώς τόν Μονογενή Υιό καί Λόγο τού Θεού. Στά μάτια του ό Ίησούς είναι άκόμη ένας ταλαντούχος διδάσκαλος τού Ίσραήλ, όχι όμως τέλειος Θεός καί τέλειος άνθρωπος. Γι αύτό καί ό Χριστός έπισημαίνει τήν άντιφατικότητα τής εύγενικής προσφώνησης, ή όποία δέν άντιστοιχούσε στό έσωτερικό πίστευμα. Τί μέ λές άγαθό; Άγαθός είναι μόνον ό Θεός κι έσύ δέν μέ δέχεσαι μέ τήν ίδιότητά μου αύτή. Είναι τό λάθος πολλών πού πλησιάζουν τόν Χριστό μέ σεβασμό ώς μεγάλο διδάσκαλο, μύστη, καινοτόμο, ταλαντούχο, άλλά πάντως άνθρωπο κι όχι Θεό. Κι αύτό τή στιγμή πού ό Χριστός όχι άπλώς έχει τονίσει τήν ίδιότητά του ώς τού δευτέρου προσώπου τής Άγίας Τριάδος, άλλά τήν έχει άναδείξει άπό τό ύψος τού Σταυρού, άφού έξαιτίας αύτής του τής διακήρυξης όδηγήθηκε στό έκούσιο Πάθος.

Ό δεύτερος λόγος είναι ή ύπερβολική προσκόλληση τού πλούσιου νέου στόν πλούτο του. Στήν καρδιά του δέν ύπήρχε χώρος γιά άλλη άγάπη. Γι αύτό καί μόλις ό Χριστός τού προτείνει νά άποποιηθεί τών ύπαρχόντων του χάριν τών πτωχών, μέ άντάλλαγμα μιά θέση στόν χορό τών Άποστόλων, δηλαδή πολύ κοντά στόν Χριστό «καί έν τώ νύν αίώνι καί έν τω μέλλοντι», αύτός «περίλυπος έγένετο» (Λουκ. 18,23).

 Ό άνθρωπος πάντα πιστεύει ότι «ξέρει καλύτερα». Γι' αύτό καί στήν έποχή μας μέ μεγάλη εύκολία αύτοθεοποιείται, είδωλοποιεί τίς άπόψεις του, τίς πεποιθήσεις του καί τίς προβάλλει ώς τή «μόνη άλήθεια».  

Οταν άκόμη καί ό Πανυπερτέλειος Θεός τού δώσει άφορμή άμφισβήτησης τών πιστευμάτων αύτών, ή άκόμη χειρότερα τά κλονίσει, τότε ό άνθρωπος προτιμά νά καταργήσει» τόν Θεό, νά τόν άρνηθεί, νά τόν άποστραφεί, παρά νά άνατάξει τήν καρδιά του, νά άναθεωρήσει τά λάθη γιά νά ίεραρχήσει ώς πρώτη τή σωτήρια άγάπη πρός τόν Θεό. Ή έμμονή μας σέ άγκυλώσεις, πιστεύματα, πάθη είναι άποτρεπτική τής ούσιαστικής γνωριμίας καί σχέσης μέ τόν Θεό, μέ άποτελέσματα καταστρεπτικά γιά μάς κι όχι γιά Τόν Θεό.

Άρχιμ. Ί. N. 

πηγή : Περιοδικό “ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ”
μια ευγενική προσφορά της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...