/*--

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΑ - Η παραβολή τού άφρονος πλουσίου

Οί άνθρωποι δέν δικαιούνται νά κατηγορούν τήν Έκκλησία. Καί τούτο διότι ώς στοργική μητέρα όλων, άσχέτως άν κάποιοι έπιμένουν νά τήν άρνούνται, ή Άγία μας Έκκλησία φροντίζει καί παρέχει ύποθήκες ζωής, Τόσο μέσω τών άγιογραφικών κειμένων, όσο καί μέσω τής έρμηνείας τους. Μάλιστα δέ οί ύποθήκες είναι τέτοιες πού γίνονται άντικειμενικά παραδεκτές καί έχουν γενικότερη έφαρμογή. Βεβαίως, πολλοί άντιπαρέρχονται τό γεγονός ότι οί προτάσεις ζωής τής Έκκλησίας έχουν ώς προοπτική τήν ούσιαστιή σχέση καί βίωση τού άληθινού Θεού, συνομολογούν όμως, ότι άποτελούν τήν ύγιέστερη βάση γιά τήν όργάνωση καί διάρθρωση τής άνθρώπινης κοινωνίας.

Τό παράξενο είναι πώς ένώ παραδέχονται τήν ώφέλεια τού όρθόδοξου τρόπου ζωής, ή έστω αίσθάνονται άνομολόγητα τό όρθό τού έκκλησιαστκού ήθους, έπιμένουν νά άρνούνται τήν υιοθέτησή του έμμένοντας σέ άγκυλώδη πιστεύματα καί άνάδελφες πρακτικές, ύπεύθυνες γιά τήν πολλαπλή ύπονόμευση καί διάβρωση τού κοινωνικού ίστού καί τών άνθρώπινων σχέσεων.

Ετσι, ή Έκκλησία μέ τήν προαιώνια πείρα της δέν παύει νά προειδοποιεί καί oi άνθρωποι ώς άτακτα παιδιά δέν παύουν νά πιστεύουν ότι «ξέρουν καλύτερα». κι ή Έκκλησία αύτό τό σέβεται, γιατί σκοπός της δέν είναι νά ύποχρεώσει, νά πειθαναγκάσει καί νά έπιβάλλει, άλλά νά πείσει σεβόμενη τήν άνθρώπινη έλευθερία, νά έμπνεύσει ξυπνώντας τόν άνθρωπο άπό τόν λήθαργό του καί νά ύποστηρίξει τήν πορεία πρός τήν αίωνιότητα τής θείας Βασιλείας.

Τό κυνήγι τού πλούτου

Κομβικό σημείο τής έκκλησιαστκής ήθικής, πρωταρχικό μέλημα στή διαπαιδαγώγηση τού άνθρώπου, καταλύτη στή λήψη τών όποιων άποφάσεων θεωρεϊ ή Έκκλησία τήν τοποθέτηση έναντι τού πλούτου.  ΟΧΙ γενικότερα έναντι τών ύλικών άγαθών ή τής ύλης αύτής καθ έαυτής, τά όποία ώς δημιουργήματα τού Θεού άντιμετωπίζονται άναλόγως. Άλλά τού πλούτου εδικά. Δηλαδή, τής διάθεσης τού άνθρώπου νά κατοχυρώσει ύπέρ του μέ όποιον τρόπο καί σέ όποια μορφή, πλεονάσματα ύλικών άγαθών, τά όποία δέν τού χρειάζονται γιά νά καλύψει άμεσες καί πρωταρχικές του άνάγκες. Καί μάλιστα μέ τρόπο ύποβολιμαίο, συναρτώμενο πολλές φορές μέ άθέμιτα μέσα στήν άπόκτησή τους καί άνήθικους σκοπούς στή διάθεσή του.

Στή σημερινή εύαγγελική περικοπή ό Κύριος διηγείται τήν παραβολή τού άφρονος πλουσίου. Τί παράξενο άλήθεια. «Αφρων» στήν Άγία Γραφή χαρακτηρίζεται άφ' ένός έκεϊνος πού στρέφει τά νώτα του' στόν Θεό καί άφ' έτέρου έκείνος πού προσκολλάται στόν πλούτο, ίσως γιατί τό ένα δέν είναι άσχετο μέ τό άλλο. Είναι κοινή διαπίστωση τών Πατέρων τής Έκκλησίας, Τών Οίκουμενικών Διδασκάλων τού άνθρώπινου γένους, ότι ό άνθρωπος άρνείται τή σχέση μέ τόν Θεό, πιστεύοντας ότι «δέν τόν συμφέρει», γιατί συνήθως ή καρδιά του είναι κολλημένη άλλού, συνήθως στό κυνήγι τών ύλικών άγαθών, στό έδώ καί τώρα.

Τί κάνει ό άφρων πλούσιος; Ταλαιπωρείται. Η καλύτερα, αύτοταλαιπωρείται, μιάς πού είναι ύπεύθυνος γιά τή δυστυχία του. Τό πρώτο πού μπορούμε εύκολα νά παρατηρήσουμε στήν εύαγγελική διήγηση είναι τό προφανές τής αγωνίας τού πλουσίου νά έξασφαλίσει τόν πλούτο του. Παράξενο. Κοινό πίστευμα τής πλειοψηφίας τών άνθρώπων είναι ότι ό πλούτος έξασφαλίζει, γι αυτό καί έχουν άγωνία νά τόν άποκτήσουν καί νά τόν κατοχυρώσουν. Κι έδώ ή Έκκλησία γιά νά τονίσει τήν άλήθεια ότι ό πλούτος είναι κακός άφέντης, πού ύποδουλώνει τόν άνθρωπο καί τόν ταλαιπωρεί όσο περισσότερο προσκολλάται σέ αύτόν. Ή άγωνία τού πλουσίου νά μή χάσει ούτε τό έλάχιστο από τά άποκτήματά του, τόν ύποβάλλει σέ σωρεία φροντίδων, περιττών ένεργειών, έμπονων προσπαθειών γιά νά τά έξασφαλίσει ύπέρ τού έαυτού, «απολαμβάνοντας» μόνο άνασφάλεια καί φοβία γιά τήν άπώλειά τους.

Τό τελικό άποτέλεσμα

Κάτι πού δέν άναφέρεται ρητά στό Εύαγγέλιο, παρατηρείται όμως εύκολα στήν όλη διήγηση, είναι ή μοναξιά πού χαρακτηρίζει τόν άφρονα πλούσιο. Δέν κάνει κανένα διάλογο, δέν συμβουλεύεται κανέναν, άποφασίζει γιά όλα μόνος του μέ άπόλυτη αύτοπεποίθηση καί μοναδικό προσανατολισμό τή διαφύλαξη τού πλούτου του γιά τόν έαυτό του. Τελικά, ή όλη μοναξιά ύπαγορεύεται, δημιουργεϊται καί έπιβάλλεται άπό τόν πλούτο. Ό πλούσιος είναι άνίκανος γιά σχέση όχι μέ τόν Θεό πού δέν βλέπει, άλλά μέ τούς άνθρώπους πού βλέπει, καθώς όλοι θεωρούνται ώς ύποπτοι ύφαρπαγής τού πλούτου του. Καί όχυρώνεται στή μοναξιά του νομίζοντας έπαρκή συντροφιά τόν πλούτο.

Άκριβώς στή στιγμή πού πιστεύει ότι έπιτέλους κατοχύρωσε τόν πλούτο καί ν'άρχίσει ν'άπολαμβάνει τή σχέση του μαζί του, άκούει κάποιον άλλον πού ώς έκείνη τή στιγμή συνειδητά παραθεωρούσε, σκόπιμα άγνοούσε καί έμπρόθετα ξεχνούσε, νά τού κάνει μιά έρώτηση: 

Άνόητε, έσύ πού ζήτησες τήν έξασφάλιση στόν πλούτο καί τού άφιερώθηκες, αύτή τή νύκτα πού νόμιζες ότι θά ξεκινούσε ή άναπαυτική καί άπολαυστική ζωή σου, αύτή τήν ίδια νύκτα έρχονται καί ζητούν νά πάρουν τήν ψυχή σου. Πεθαίνεις, καί αύτά πού έτοίμασες, άκριβώς έπειδή δέν μπορούν νά σέ συνοδεύσουν, ποιοί θά Τά χαρούν;

Αύτός πού ρωτά είναι ό Κύριος τής ζωής καί τού θανάτου. Ή έρώτηση δέν έπιδέχεται άπάντηση, παρά μόνον είναι έκφραστική τού άδιεξόδου μιάς ζωής προσκολλημένης στόν πλούτο. Διαζωγραφίζεται άνάγλυφη ή άνικανότητα τού πλούτου όχι νά δώσει άπάντηση στό μυστήριο τού θανάτου, άλλά νά δικαιολογήσει τήν άνάλωση ύπέρ του μιάς όλόκληρης ζωής. Άποτυπώνεται ή ματαιότητα στό κυνήγι τής σπουδαιότερης χίμαιρας τού άνθρώπου πού λέγεται πλούτος. Γι' αύτό καί σέ κάθε περίπτωση ή έρώτηση προκαλεί μόνο θλίψη.

Μιά παρατήρηση άκόμη. Ό Κύριος τής ζωής καί τού θανάτου δέν ζητά τήν ψυχή τού πλουσίου. -Αλλοι προσδιορίζονται ότι τήν «άπαιτούν». Οί Πατέρες άντιδιαστέλλουν μεταξύ τών τρόπων έκδημίας ένός δικαίου καί ένός άμαρτωλού. Γιά τόν δίκαιο συνήθως λέγεται ότι παραθέτει τήν ψυχή του στά χέρια τού Θεού, δηλαδή τήν καταθέτει ώς κάτι τό όλοκληρωμένο, τό όποίο ό Αγιος Θεός παραλαμβάνει μέ πολύ σεβασμό ώς κάτι ίερό.

Γιά τόν άμαρτωλό χρησιμοποιείται ή έκφραση «άπαιτούν» καί έννοούνται συνήθως οί δαίμονες, γιά νά φανεί τό δισυπόσπαστο τής ψυχής όταν δέν έχει αίώνιο προσανατολισμό, άλλά έπίγεια προσκόλληση, καθώς ή διαδικασία τής άποχώρησης είναιμεγάλο μαρτύριο. Άλλά καί κάτι άλλο διευκρινίζεται. Ή ψυχή τού πλούσιου, τήν όποία νόμιζε δική του, άποδεικνύεται ότι δέν είναι καθώς έρχονται οί κύριοί της, αύτοί στούς όποίους παραδόθηκε, αύτοί τούς όποίους ύπήκουε έπί γής, νά τήν άπαιτήσουν. Πόσος πόνος καί αέν ζωή καί μετά θάνατoν».

Άδελφοί μου, ή σημερινή εύαγγελική περικοπή διαβάζεται δυό χιλιάδες χρόνια τώρα σαλπίζοντας στήν άνθρωπότητα τή μοναξιά καί τήν άγωνία πού προξενεί ή παράδοση στή διεκδίκηση τού πλούτου. Καί ή άνθρωπότητα έθελοτυφλώντας άδικαιολόγητα άφοσιώνεται σ'αύτή τή διεκδίκηση άγνοώντας τήν προειδοποίηση τής Έκκλησίας, είσπράττοντας πόνο, άδικία καί μαύρες σελίδες ίστορίας. Προσευχή, νά φωτίζει ό "Αγιος Θεός πού άξίζει νά προσκολληθεί ή καρδιά μας καί πώς θά Τόν έξασφαλίσουμε ώς τήν αίώνια είρηνική συντροφιά μας.

Άρχιμ. Ί. N.

πηγή : Περιοδικό “ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ”
μια ευγενική προσφορά της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...